Οι γιατροί, η άσκηση και οι εύκολες απαγορεύσεις

Σου είπε ο γιατρός σου να μην σηκώνεις πάνω από τέσσερα κιλά; Να κόψεις τα καθίσματα και το γυμναστήριο; Μπορεί να έχει δίκιο, αλλά μπορεί και όχι.

Οι γιατροί, η άσκηση και οι εύκολες απαγορεύσεις

Οι γιατροί έχουν ξεκάθαρο ρόλο. Να διαγνώσουν, να θεραπεύσουν και να προστατεύσουν τον ασθενή από έναν πιθανό κίνδυνο.

Συχνά όμως, όταν η συζήτηση φτάνει στην άσκηση, οι συμβουλές τους καταλήγουν συνήθως σε ένα γενικό «κόψε τα βάρη», «μην σκύβεις», «μην κάνεις καθίσματα» και «μη σηκώνεις πάνω από τέσσερα κιλά».

Πόσο ορθές είναι αυτές οι «συμβουλές» όμως; Γνωρίζουμε, πως η αποφυγή οποιασδήποτε κίνησης δεν είναι πάντα η πιο σωστή λύση.

Σε πολλές μυοσκελετικές παθήσεις και μετά από αρκετούς τραυματισμούς, η παρατεταμένη πλήρης ακινησία δεν επιταχύνει την αποκατάσταση και μπορεί να καθυστερήσει την επάνοδο στην προηγούμενη λειτουργική ικανότητα. 

Για να μην παρεξηγηθούμε, δε δίνουν όλοι οι γιατροί τέτοιες συμβουλές για την άσκηση. Υπάρχουν πολλοί επαγγελματίες υγείας που κατανοούν τη σημασία της σταδιακής επιστροφής στη σωματική δραστηριότητα, της μυϊκής ενδυνάμωσης και της σωστά προσαρμοσμένης αποκατάστασης.

Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι σπάνιο να ακούει κανείς απόλυτες οδηγίες, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, χωρίς εξήγηση και χωρίς εναλλακτική για τον ασθενή.

Όταν η προφύλαξη μετατρέπεται σε φόβο

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τέτοιες οδηγίες μπορεί να είναι υπερβολικά γενικές και ασαφείς. Είναι ότι συχνά κάνουν τον ασθενή να φοβάται την κίνηση. Κάποιος που είχε πόνο στη μέση, ένας ασθενής μετά από επέμβαση στο γόνατο ή κάποιος που προσπαθεί να ξαναβρεί τη σωματική του κατάσταση έπειτα από τραυματισμό, αντί να μάθει πώς να επιστρέψει με ασφάλεια στην άσκηση, ακούει απλώς τι δεν πρέπει να κάνει.

Σίγουρα, ένας γιατρός έχει ως βασική ευθύνη να προστατεύσει την υγεία του ασθενούς του και, σε ένα περιβάλλον όπου η νομική ευθύνη μπορεί να γίνει σοβαρό ζήτημα, η πιο συντηρητική οδηγία ίσως μοιάζει ασφαλέστερη.

Γιατί λοιπόν να δώσει το ΟΚ για άσκηση, να πάει ο ασθενής να γυμναστεί υπερτιμώντας τις δυνατότητές του, να υποτροπιάσει και να γυρίσει να του πει «γιατρέ, εσύ δεν μου είπες να γυμναστώ;». Σε χώρες του εξωτερικού ένα τέτοιο περιστατικό μπορεί να αποτελέσει ακόμα και βάση για μήνυση.

Οι γιατροί γνωρίζουν ότι, αν δώσουν λίγο περιθώριο, πιθανότατα ο ασθενής θα το εκμεταλλευτεί στο έπακρο, ειδικά αν γυμνάζεται συστηματικά. Επίσης, μπορεί να μην εμπιστεύονται τους ειδικούς της άσκησης στο κατά πόσο μπορούν με ασφάλεια να καθοδηγήσουν έναν ασθενή βήμα-βήμα στο να επιστρέψει εκεί που βρισκόταν πριν τραυματιστεί.

Ένας από τους λόγους είναι ότι η ιατρική εκπαίδευση δίνει, εύλογα, ιδιαίτερο βάρος στη διάγνωση, τις παθολογίες και τις αντενδείξεις, χωρίς πάντοτε να αφιερώνει αντίστοιχο χώρο στη σύγχρονη επιστήμη της άσκησης και στην πρακτική της σταδιακής επιστροφής στη δραστηριότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γιατρός δεν πρέπει να θέτει όρια. Σημαίνει ότι τα όρια χρειάζεται, όπου είναι εφικτό, να συνοδεύονται από σαφή καθοδήγηση και συνεργασία με τους κατάλληλους επαγγελματίες.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η ιατρική εξειδίκευση δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την εξειδίκευση στην άσκηση και την προπονητική αποκατάσταση. Όπως ένας επιστήμονας της άσκησης (γυμναστής) δεν μπορεί να υποκαταστήσει έναν ορθοπαιδικό ή έναν φυσικοθεραπευτή, έτσι και μια γενική απαγόρευση δεν μπορεί να υποκαταστήσει ένα εξατομικευμένο πλάνο άσκησης για επιστροφή στα προηγούμενα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας.

Από την απαγόρευση στην ασφαλή επιστροφή

Σε αυτό το σημείο είναι καθοριστικός και ο ρόλος των κατάλληλα εκπαιδευμένων ειδικών της άσκησης. Τα ΤΕΦΑΑ της χώρας έχουν σημαντική ερευνητική και εκπαιδευτική συμβολή στον χώρο της άσκησης, της υγείας και της αθλητικής επιστήμης, ενώ η γνώση των σύγχρονων επιστημονικών κατευθυντήριων οδηγιών επιτρέπει τη μετατροπή μιας ιατρικής οδηγίας σε ένα ασφαλές και εφαρμόσιμο πρόγραμμα άσκησης. Δηλαδή, σε συγκεκριμένες οδηγίες για ένταση, συχνότητα, διάρκεια και όγκο άσκησης, εύρος κίνησης, προοδευτικότητα και κριτήρια επιστροφής στη δραστηριότητα.

Το ζητούμενο για τους επιστήμονες της άσκησης, δεν είναι να κάνουν τον ασθενή να νιώσει άτρωτος, ούτε να τον σπρώξουν βιαστικά στα κιλά που σήκωνε πριν τραυματιστεί/χειρουργηθεί και στις έντονες προπονήσεις που έκανε.

Το ζητούμενο είναι να του δώσουν σαφείς οδηγίες για τι μπορεί να κάνει τώρα, τι να αποφύγει προσωρινά, πώς να προοδεύσει και πότε χρειάζεται αξιολόγηση από τον κατάλληλο επαγγελματία.

Η άσκηση δεν είναι εχθρός της αποκατάστασης, είναι καταλυτικό μέρος της. Αρκεί να αξιοποιείται με γνώση, διεπιστημονική συνεργασία και λιγότερο φόβο ή επιφύλαξη από όλους τους εμπλεκόμενους επιστήμονες/επαγγελματίες.

Η συνεργασία που δίνει ξανά χώρο στην κίνηση

Με κοινό στόχο την αποκατάσταση και την ποιότητα ζωής του ασθενούς, η συνεργασία μεταξύ του θεράποντος ιατρού και του επιστήμονα της άσκησης μπορεί να αντικαταστήσει τις απόλυτες απαγορεύσεις με σωστή καθοδήγηση, αυτοπεποίθηση και επιστροφή στην κίνηση χωρίς περιττό φόβο.

Και, το θετικό είναι, πώς τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο βλέπουμε όλο και περισσότερους ιατρούς με ουσιαστική γνώση γύρω από την άσκηση, που αναγνωρίζουν τα οφέλη της και τη συστήνουν ως κομμάτι της πρόληψης, της θεραπείας και της αποκατάστασης, αλλά και οργανωμένες πρωτοβουλίες που φέρνουν πιο κοντά τον ιατρικό κόσμο με τους ειδικούς της άσκησης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Εθνικό Κέντρο «Exercise is Medicine-Greece», μέλος του διεθνούς δικτύου Exercise is Medicine-Global, το οποίο προωθεί την ενσωμάτωση της, επιστημονικά τεκμηριωμένης για τα οφέλη της στη υγεία, σωματικής άσκησης στο εθνικό σύστημα υγείας.

Τέτοιες πρωτοβουλίες αναδεικνύουν την ανάγκη ενημέρωσης των ιατρών για τα οφέλη της σωματικής άσκησης και για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να συνταγογραφείται εξατομικευμένα και με ασφάλεια, ανάλογα με την κατάσταση υγείας, τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του κάθε ατόμου.

Ο ιατρός γνωρίζει τη διάγνωση, τις αντενδείξεις και τις ιδιαίτερες ανάγκες του ασθενούς, ενώ ο κατάλληλα εκπαιδευμένος ειδικός της άσκησης μπορεί να μεταφράσει αυτές τις πληροφορίες σε ένα ασφαλές και εξατομικευμένο πρόγραμμα άσκησης.

Έτσι, η άσκηση παύει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που απλώς «επιτρέπεται» ή «απαγορεύεται» και γίνεται μέρος μιας ολοκληρωμένης θεραπευτικής προσέγγισης, προς όφελος του ασθενούς και συνολικά του συστήματος υγείας.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v