Όσα πρέπει να ξέρεις για συμπληρώματα βιταμίνης D
Η βιταμίνη D είναι ένα από τα πιο δημοφιλή συμπληρώματα. Πόσο απαραίτητη είναι όμως πραγματικά, ποιοι τη χρειάζονται και τι λένε οι επιστημονικές μελέτες;
Η βιταμίνη D είναι ένα από τα πιο δημοφιλή συμπληρώματα. Πόσο απαραίτητη είναι όμως πραγματικά, ποιοι τη χρειάζονται και τι λένε οι επιστημονικές μελέτες;
Η βιταμίνη D έχει γίνει τα τελευταία χρόνια «πρωταγωνίστρια» στα ράφια των φαρμακείων. Κάψουλες, σταγόνες, υψηλές δόσεις, «ενισχυμένη άμυνα», «δυνατά οστά» – οι υποσχέσεις πολλές. Τι όμως λέει πραγματικά η επιστήμη;
Η βιταμίνη D είναι λιποδιαλυτή βιταμίνη, αλλά λειτουργεί και σαν ορμόνη. Παράγεται στο δέρμα όταν εκτιθέμεθα στην ηλιακή ακτινοβολία και μετατρέπεται στο ήπαρ και στα νεφρά στην ενεργή της μορφή. Στο αίμα μετράμε συνήθως τα επίπεδα της 25(OH)D (25-υδροξυβιταμίνης D), που είναι ο δείκτης αποθηκών του οργανισμού.
Ο ρόλος της είναι καθοριστικός στη ρύθμιση του ασβεστίου και του φωσφόρου, άρα και στην υγεία των οστών. Παράλληλα, συμμετέχει στη λειτουργία του ανοσοποιητικού και των μυών. Παρ’ όλα αυτά, η ανεπάρκεια είναι συχνή ακόμη και σε χώρες με έντονη ηλιοφάνεια.
Η πιο καλά τεκμηριωμένη δράση της βιταμίνης D αφορά την πρόληψη καταγμάτων σε ηλικιωμένους.
Μετα-ανάλυση των Bischoff-Ferrari έδειξε ότι ημερήσια χορήγηση 700–800 IU μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καταγμάτων, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με ασβέστιο. Ωστόσο, νεότερη συστηματική ανασκόπηση των Bolland και συνεργατών έδειξε ότι σε άτομα χωρίς σοβαρή ανεπάρκεια, τα συμπληρώματα έχουν περιορισμένη έως μη κλινικά σημαντική επίδραση στη μυοσκελετική υγεία.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η βιταμίνη D βοηθά όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη, όχι όταν λαμβάνεται «προληπτικά» χωρίς έλλειψη.
Η σχέση βιταμίνης D και συνολικής θνησιμότητας έχει μελετηθεί εκτενώς. Παλαιότερη μετα-ανάλυση των Autier και Gandini έδειξε μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση της συνολικής θνησιμότητας με συμπληρώματα.
Νεότερη μεγάλη μετα-ανάλυση του Zhang και συνεργατών έδειξε ότι η καθημερινή (και όχι διαλείπουσα υψηλή) χορήγηση ίσως σχετίζεται με μείωση της θνησιμότητας από καρκίνο, αλλά όχι απαραίτητα της συνολικής θνησιμότητας.
Με απλά λόγια, αν υπάρχει όφελος, αυτό φαίνεται να είναι μικρό και εξαρτάται από τη δοσολογία και τα αρχικά επίπεδα ανεπάρκειας.
Μεγάλες τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές (RCTs – δηλαδή μελέτες όπου οι συμμετέχοντες χωρίζονται τυχαία σε ομάδα παρέμβασης και ελέγχου) όπως η VITAL και η ViDA, δεν έδειξαν σημαντική μείωση καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε υγιή άτομα που λάμβαναν βιταμίνη D.
Μετα-ανάλυση περισσότερων από 83.000 ατόμων από τους Barbarawi και συνεργάτες δεν βρήκε ουσιαστικό όφελος στην πρόληψη εμφράγματος ή εγκεφαλικού. Συνολικά, οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες δεν υποστηρίζουν τη λήψη βιταμίνης D αποκλειστικά για καρδιαγγειακή πρόληψη.
Σε ορισμένους πληθυσμούς τα δεδομένα είναι πιο σύνθετα.
Σε ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια που νοσηλεύονται σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας, ορισμένες μελέτες δείχνουν πιθανό όφελος, αλλά τα αποτελέσματα δεν είναι ομοιογενή. Σε αυτοάνοσα νοσήματα όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ), η συμπληρωματική χορήγηση αυξάνει τα επίπεδα 25(OH)D και μπορεί να βελτιώσει συμπτώματα όπως η κόπωση.
Στην εγκυμοσύνη, τα δεδομένα παραμένουν ετερογενή και δεν τεκμηριώνουν καθολικό όφελος για όλα τα μητρικά και νεογνικά αποτελέσματα. Εδώ η εξατομίκευση είναι απαραίτητη.
Η λογική «όσο πιο πολύ, τόσο πιο καλά» δεν ισχύει στη βιταμίνη D.
Δευτερογενής ανάλυση κλινικής δοκιμής έδειξε ότι υψηλές δόσεις μπορεί να είναι ασφαλείς βραχυπρόθεσμα, αλλά δεν προσφέρουν επιπλέον όφελος σε υγιείς ενήλικες χωρίς ανεπάρκεια. Σε υπερδοσολογία μπορεί να εμφανιστεί υπερασβεστιαιμία (αυξημένο ασβέστιο στο αίμα), νεφρολιθίαση και, παραδόξως, πιθανή μείωση οστικής πυκνότητας.
Η υπερβολή λοιπόν μπορεί να κάνει κακό.
Πριν πάρεις βιταμίνη D για μεγάλο διάστημα, είναι καλό να ελέγξεις τα επίπεδα 25(OH)D στο αίμα. Συνήθως ως επαρκή θεωρούνται επίπεδα περίπου 20–30 ng/mL, ανάλογα με τις κατευθυντήριες οδηγίες.
Οι συνήθεις δόσεις συντήρησης κυμαίνονται μεταξύ 800 και 2000 IU την ημέρα, αλλά εξατομικεύονται. Η καθημερινή λήψη φαίνεται να είναι πιο φυσιολογική και πιθανώς πιο αποτελεσματική από τις πολύ υψηλές δόσεις που λαμβάνονται αραιά.
Η βιταμίνη D δεν είναι «θαυματουργή» λύση για κάθε πρόβλημα υγείας.
Είναι ξεκάθαρα ωφέλιμη σε άτομα με ανεπάρκεια και σε ηλικιωμένους με αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με ασβέστιο. Δεν φαίνεται όμως να προλαμβάνει καρδιαγγειακά νοσήματα στον γενικό πληθυσμό, ούτε να λειτουργεί ως πανάκεια για όλα τα χρόνια νοσήματα.
Όπως συμβαίνει συχνά στην ιατρική, το κλειδί είναι η σωστή διάγνωση, η εξατομίκευση και η μέτρια, τεκμηριωμένη χρήση.