Νίκος Νικολαΐδης: Το enfant terrible του ελληνικού σινεμά

Ο Νίκος Νικολαΐδης έβαλε φαρδιά, πλατιά την αιρετική μα αμιγώς καλλιτεχνική υπογραφή του στο ελληνικό σινεμά κι εμείς θυμόμαστε τους λόγους που οι ταινίες του άφησαν εποχή.

Νίκος Νικολαΐδης: Το enfant terrible του ελληνικού σινεμά

 

Αιρετικός, παρεξηγημένος, διαχρονικός και αμιγώς καλλιτεχνικός, ο κινηματογράφος του Νίκου Νικολαΐδη βρίσκει πάντα τον τρόπο να μας παρασύρει ξανά στα σπίτια όπου αγαπούν και επιβιώνουν οι ονειροπόλες παρέες, στους μισοσκότεινους δρόμους της παρανομίας, σε κάθε παρόν και κάθε μελλοντική εκδοχή του κόσμου, στον επάνω αλλά και στον κάτω κόσμο.

Με ένα έργο βαθιά προσωπικό και απολύτως αναγνωρίσιμο, ο Νικολαΐδης διεύρυνε τα όρια της κινηματογραφικής αφήγησης με τρόπο που ακόμη και σήμερα δύσκολα συγκρίνεται με οποιονδήποτε άλλο Έλληνα δημιουργό, γεννώντας κάποιους από τους πιο ενδιαφέροντες καταραμένους αγίους του σινεμά της χώρας.

Στο σύμπαν του, οι νεκροί εγκαταλείπουν τους τάφους τους και περιπλανώνται ανάμεσα στους ζωντανούς, ενώ οι επιθυμίες, τα τραύματα και οι εφιάλτες μιας ολόκληρης γενιάς μεταμορφώνονται σε μια ποιητική, ονειρική αλήθεια που συχνά συγκρούεται με την κανονικότητα.

Μέσα από την απεικόνιση μιας άλλης, περιθωριακής πραγματικότητας, ο Νικολαΐδης κατοικεί στις ρωγμές του κόσμου, εκεί «που για τους άλλους είναι κόλαση», μα για κάποιους αποτελεί «σπίτι». Εκεί όπου η ελευθερία παραμένει υπέρτατη αξία και η παρανομία ή η αντίσταση μοιάζουν οι μοναδικοί δρόμοι υπαρξιακής, ακόμη και φυσικής, επιβίωσης.

Στο πολυδιάστατο κινηματογραφικό του σύμπαν, οι ήρωές του παλεύουν αδιάκοπα για αυτοδιάθεση και ελευθερία — τόσο στη ζωή όσο και απέναντι στον θάνατο.

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά τον χαμό του –έφυγε από τη ζωή το 2007- η απουσία του δημιουργού γεννά σκέψεις για έναν κόσμο που μοιάζει να χάθηκε οριστικά μαζί του. Τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει συναπαντούνται με μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική κι εμείς θυμόμαστε ξανά 5 ταινίες και δύο βιβλία του που έχουν στοιχειώσει τα όνειρα κι άλλο τόσο τους εφιάλτες μας με την αφοπλιστική κι ακραία ρομαντική ματιά τους στη ζωή και την πραγματικότητα.

Ταινίες

Τα κουρέλια τραγουδούν ακόμα (1979)

Πέντε φίλοι – σαραντάρηδες – εκπρόσωποι της γενιάς του ’50, ξανασυναντιούνται μετά από πολλά χρόνια σιωπής. Μετέωροι όλοι, τυραννισμένοι από άγονους έρωτες, σημαδεμένοι απ' το θάνατο αγαπημένων συνομήλικων, προδομένοι από την πολιτική των καιρών τους, προσπαθούν – μάταια όμως – να ξαναστήσουν την παλιά συμμορία της εφηβείας τους.

Η ταινία που σύστησε σε πιο ευρύ κοινό τον Νικολαΐδη και γνώρισε πλήθος «εραστών» ανά τα χρόνια μοιάζει με έναν ηλεκτρισμένο ροκ εντ ρολ αυτοσχεδιάσμο με την οσμή του θανάτου να καλύπτει τα πάντα γύρω σου και να επαναδιαμορφώνει ξανά την αντίληψη που τυχόν έχεις για αυτούς που κάποιοι ταλαντούχοι λογοτέχνες χώρισαν σε μποέμ κι επαναστάτες κι ας ήταν αμφότεροι εθισμένοι με την αθανασία τους απέναντι στην φθοροποιό κι αγέραστη μορφή του χρόνου.

Γλυκιά Συμμορία (1983)

Στην περίληψη της ταινίας μπορούσε να διαβάσει κανείς πως πρόκειται για το ημερολόγιο της ζωής και του θανάτου μια ομάδας «ανήθικων» νέων, που έχουν φτάσει στο σημείο της «μη επιστροφής» και αναζητούν κάτι να πιστέψουν και να πεθάνουν γι’ αυτό.

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης από την άλλη είχε πει για τη Γλυκιά Συμμορία: «Η ταινία είναι μια μελωδία άγνωστη που τη νοιώθεις σαν να ’ρχεται απ’ τα παλιά σου. Κάποτε νομίζεις πως την έπιασες και τη σιγοσφυρίζεις, μετά από λίγο σου ξεγλιστράει και απογοητεύεσαι, κι έπειτα, κάποιο βράδυ πετάγεσαι απ’ τον ύπνο σου, σίγουρος πως την αιχμαλώτισες αυτή τη φορά, για να ξυπνήσεις το πρωί και να ’χεις ξεχάσει αν ήταν αλήθεια η όνειρο». Από τις ταινίες που σφράγισαν τον νέο ελληνικό κινηματογράφο και την δεκαετία του 80 πέρα από την αλήτισσα ψυχή της και την εκρηκτική επαναστατική της φύση παραμένει 43 χρόνια μετά την κυκλοφορία της ο πιο ενδιαφέρον στοχασμός για το ροκ εντ ρολ ζειν στην Ελλάδα.

Πρωινή Περίπολος (1987)

«Σε μια έρημη και κατεστραμμένη πόλη, μια γυναίκα βαδίζει ολομόναχη. Προσπαθεί να διασχίσει την απαγορευμένη ζώνη και να φτάσει στη θάλασσα. Παντού παραμονεύουν παγίδες και η Πρωινή Περίπολος την παρακολουθεί.

Ένας άντρας, από τους λίγους επιζώντες, που τώρα φρουρεί την πόλη, εμφανίζεται ξαφνικά κοντά της. Θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, θα προσπαθήσουν να θυμηθούν το παρελθόν. Θα ξετυλίξουν μαζί το κουβάρι της μνήμης που μπλέχτηκε στη διάρκεια ενός ολέθρου και θα την βοηθήσει να φτάσει εκεί απ’ όπου κανείς δεν γύρισε για να πει αν στ’ αλήθεια υπάρχει... η θάλασσα. Μια σχέση βίας και θανάτου, μια ιστορία αγάπης σ’ έναν αβάσταχτο κόσμο, τι νόημα μπορεί να έχει...».

 Καλλιτεχνικά μιλώντας η Πρωινή Περίπολος είναι η πιο άρτια ταινία του Νικολαΐδη η οποία πέρα από το ιδιοφυές σενάριο της πατά πάνω στην αριστουργηματική φωτογραφία του Ντίνου Κατσουρίδη και τη μοναδική σκηνογραφία της συζύγου του Νικολαΐδη, Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου που από κοινού δημιουργού ένα απόκοσμα όμορφο κινηματογραφικό σκηνικό.

Καταπληκτική η ερμηνεία του σπουδαίου Τάκη Σπυριδάκη σε έναν ρόλο που κουβαλά πολλούς από τους κινηματογραφικούς εφιάλτες και τους πολιτικούς στοχασμούς του δημιουργού της ταινίας.

Singapore Sling (1990)

Ο Singapore Sling είναι ένας από κείνους τους τύπους χωρίς λεφτά, σπίτι και φίλους, που κυνηγούν χαμένες υποθέσεις με γυναικεία ονόματα και μπλέκονται σε ιστορίες που δεν οδηγούν πουθενά. Η δική του ιστορία λεγόταν Λάουρα και τη συνάντησε πριν από πολλά χρόνια.

H πλέον προβοκατόρικη, φαντασιακή, φετιχιστική και σίγουρα αμφιλεγόμενη ταινία του Νικολαΐδη έχει μια καρδιά που πάλλεται στο ρυθμό των καταραμένων εραστών οι οποίοι δεν δίστασαν ποτέ να αναμετρηθούν με τους πλέον ανοίκειους φόβους τους αναζητώντας λίγες σταγόνες έρωτα κι ηδονής που έχυναν ιδρωμένα και μεθυσμένα κορμιά στον δρόμο τους.

36 χρονιά μετά παραμένει μια κινηματογραφική πρόκληση που δεν περιμένεις ποτέ ότι θα έφερε την υπογραφή ενός Έλληνα σκηνοθέτη.

Ο χαμένος τα παίρνει όλα (2002)

Η ιστορία μιας ομάδας ανένταχτων και περιθωριακών ατόμων που μπλέκονται στο τετράγωνο Αστυνομία – Πολιτική – Ναρκωτικά – Media θα γράψει κάποιος θέλοντας να ρουφήξει το ζουμί της καρδιάς της ταινίας με την οποία συστήθηκε στην αυγή σχεδόν της νέας χιλιετίας ο Νικολαΐδης.

Το ρίσκο του να δώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στον Αγγελάκα απέδωσε και με το παραπάνω μέσα από έναν ρόλο που έμοιαζε να κοιτά κατάματα  από τον σπασμένο του είδωλο στον καθρέφτη το alter ego του Έλληνα σκηνοθέτη. Ο Νικολαΐδης παραμένει ακμαίος και δεν φοβάται να μιλήσει στην σκλήρη ρομαντική του γλώσσα της αλήθειας δίχως να αποκρύψει τίποτα από όλα όσα έκαναν το όνομα του σινεφίλ σύνθημα στους εγχώριους κινηματογραφικούς κύκλους.

Σκηνοθετική δεξιοτεχνία, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, βραδυφλεγές σενάριο κι ατάκες βγαλμένες από εγχειρίδια που θα ζήλευαν και οι πιόνεροι της επανάστασης σε μια ταινία που ευτυχώς γέρασε πολύ καλά.

Βιβλία

Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα (εκδόσεις Restless Wind) 

«Όλες οι βλεννόρροιες θεραπεύονται εκτός από τήν πρώτη…σάν τήν πρώτη αγάπη», γράφει ο Νίκος Νικολαΐδης στο Μιά στεκιά στό μάτι τού Μοντεζούμα. Σ’ αυτή την ύστατη πνευματική του μαρτυρία μυθιστοριογραφεί, με το ιδιότυπο ύφος του, για μια τελευταία φορά έντονα και άμεσα τη γενιά του. Ο δεκαπεντάχρονος αφηγητής του μυθιστορήματος καταγράφει την Αθήνα και τις μεταπολεμικές δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα με μια ψύχραιμη, σαρκαστική, προκλητική αλλά και ταυτόχρονα ιδιαίτερα νοσταλγική και ευαίσθητη ματιά.

Η ανήσυχη διαδρομή του, κάτω από ροκ εν ρολ και τζαζ ήχους, είναι μία αποκαλυπτική αναζήτηση, γεμάτη αγάπη, συντροφικότητα, περιπέτειες και έρωτα, η οποία όμως οδηγεί σχεδόν μοιραία σε χαμένες ελπίδες, εκρήξεις οργής και ατελείωτες απογοητεύσεις.

Περίληψη εδώ

Γουρούνια στον άνεμο (εκδόσεις Restless Wind)

Ο Συμεών Αστράς έρχεται κατευθείαν από τη γενιά του Σινεμασκόπ και του Green Park, μια γενιά που πέθανε στα Ιουλιανά και εξαφανίστηκε στη δικτατορία. Στην εκπνοή ακριβώς του ονείρου ο Νικολαΐδης έχει ναρκοθετήσει περίτεχνα μέσα σε 400 και βάλε σελίδες, ισάριθμες σχεδόν μαύρες τρύπες, που σαν πέσεις μέσα τους σε βγάζουν στην άλλη όχθη, όπου η πραγματικότητα δεν έχει πια εξουσία και οι μύθοι παίρνουν την εκδίκησή τους, είτε μέσα από τη σάρκωσή τους είτε πάλι μέσα από τη διάψευσή τους.

Σε ρυθμούς που μοιάζουν με ένα ροκ εντ ρολ κινηματογραφικό ντελίριο κινείται αυτό το πολύ αγαπημένο βιβλίο του Νικολαΐδη μέσα ένα αυτοκαταστροφικό μα απόλυτα ερωτεύσιμο λογοτεχνικό πόνημα που θα σε συναρπάσει μέχρι τέλους.

Περίληψη εδώ

 

 

 

 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v