Γιώργος Πανουσόπουλος: Ένας αποχαιρετισμός στον ερωτικό αφηγητή του ελληνικού σινεμά
Ο Γιώργος Πανουσόπουλος υπήρξε ο Μέγας Ερωτικός για το ελληνικό σινεμά κι εμείς τον αποχαιρετούμε όπως του αξίζει.
Ο Γιώργος Πανουσόπουλος υπήρξε ο Μέγας Ερωτικός για το ελληνικό σινεμά κι εμείς τον αποχαιρετούμε όπως του αξίζει.
Η απώλεια του Γιώργου Πανουσόπουλου σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τον ελληνικό κινηματογράφο, μιας εποχής που χαρακτηρίστηκε από το φως, τον αισθησιασμό και μια βαθιά, σχεδόν παγανιστική λατρεία για την ανθρώπινη επαφή. Ο Πανουσόπουλος δεν υπήρξε ποτέ ένας συμβατικός σκηνοθέτης κι αυτό υπήρξε το μεγαλύτερο όπλο του σε όλη τη φιλμογραφία του. Από την εποχή που δούλευε ως διευθυντής φωτογραφίας είχε μια ιδιαίτερη σχέση με το φως και το πώς αυτό γράφει όταν προσπαθεί να αποτυπώσει τον έρωτα και την ανθρώπινη επαφή. Στην δικαιολογημένη ερώτηση του τι είναι αυτό που έκανε το σινεμά του να ξεχωρίζει, η απάντηση μάλλον βρίσκεται στην ικανότητά του Πανουσόπουλου να συλλαμβάνει το αδιόρατο ηλεκτρικό ρεύμα που διαπερνά δύο ανθρώπους όταν ερωτεύονται, επιθυμούν ή και μόνο υπάρχουν κάτω από τον καυτό ήλιο του αθεράπευτα ρομαντικού ελληνικού καλοκαιριού.
Το έργο του Γιώργου Πανουσόπουλου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ελληνικό τοπίο, αλλά ευτυχώς όχι με την τουριστική ή τη φολκλορική του εκδοχή. Για εκείνον, το τοπίο παρέμενε ανέκαθεν ένας ζωντανός οργανισμός που συμμετείχε ενεργά στο δράμα ή την κωμωδία των ηρώων του. Μέσα από τον φακό του, η θάλασσα, τα κοφτερά θεόρατα βράχια και το φως του Αιγαίου έγιναν το σκηνικό μιας διαρκούς αναζήτησης της ελευθερίας. Δημιούργησε λοιπόν ένα σινεμά σωματικό, με τις αισθήσεις να έχουν τον πρώτο λόγο και τη λογική συχνά να υποχωρεί μπροστά στην ορμή του ενστίκτου. Κατάφερε να μιλήσει για τον έρωτα αποφεύγοντας κλισέ μελοδραματισμούς αλλά και για το σεξ χωρίς να γίνει προκλητικός με την ταπεινή έννοια της λέξης ή προβοκάτορας, παραμένοντας πάντα βαθιά ανθρώπινος και ειλικρινής.
Η κινηματογραφική του πορεία ξεκίνησε από τη διεύθυνση φωτογραφίας, δουλεύοντας δίπλα σε μεγαθήρια όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ενώ το 1977 βραβεύτηκε για τη φωτογραφία του στην ταινία Άρχοντες του Μανούσου Μανουσάκη. Αυτή η θητεία του χάρισε μια μοναδική οπτική αντίληψη, την οποία μετέφερε αυτούσια στις δικές του σκηνοθετικές απόπειρες. Όταν πέρασε πίσω από το τιμόνι της σκηνοθεσίας, έφερε μαζί του μια αίσθηση ρυθμού και μια ελευθερία που έλειπε από το τότε ελληνικό σινεμά. Ο Πανουσόπουλος κινηματογραφούσε έκτοτε τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών του με μια τρυφερότητα που σπάνια συναντάται, σε μια προσπάθεια να ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από το βλέμμα που απαθανάτισε στο σελιλόιντ.
Μιλώντας για τις σημαντικότερες ταινίες του, δεν μπορείς παρά να ξεκινήσεις από το Ταξίδι του Μέλιτος του 1979. Ο κόσμος της τρίτης ηλικίας και η βαθιά ανθρώπινη μοναξιά βρίσκονται στο επίκεντρο της πρώτης μεγάλου μήκους δημιουργίας του Γιώργου Πανουσόπουλου. Άνθρωποι κουρασμένοι από τη διαδρομή της ζωής συναντιούνται κάθε χρόνο σε λουτροπόλεις, αναζητώντας όχι μόνο τη σωματική ανακούφιση που προσφέρουν τα ιαματικά νερά, αλλά και μια ουσιαστική επαφή που θα τους βοηθήσει να κατευνάσουν την αγωνία απέναντι στο αναπόφευκτο τέλος. «Το φιλμ γυρίστηκε σαν μια ταινία φαντασίας. Μια εξερεύνηση σε έναν κόσμο που’ ναι ο πιο σιωπηλός, ο πιο βίαιος, όπου χρειάζονται όλο και λιγότερα και λείπουν όλα. Όπου τα ψέματα γίνονται πολύτιμα και οι παλιοί φίλοι αραιώνουν. Όταν τα παιδιά είναι μακριά και «δύσκολες» χρονιές πλησιάζουν. Θα μπορούσε να είναι ένα φιλμ-διαμαρτυρία. Είναι μια ταινία-έρευνα πάνω στον έρωτα, στο φόβο, το θάνατο» είχε δηλώσει σχετικά ο ίδιος ο Πανουσόπουλος για την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία. Ακολούθησαν Οι Απέναντι το 1981, μια εμβληματική ταινία που αποτύπωσε με μοναδικό τρόπο την αστική μοναξιά και την ηδονοβλεπτική φύση του έρωτα στην Αθήνα της δεκαετίας του '80. Σε αυτή την ταινία, ο Πανουσόπουλος χρησιμοποίησε την κάμερα ως ένα εργαλείο παρατήρησης της επιθυμίας, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη που παραμένει επίκαιρη μέχρι σήμερα.
Το καλοκαίρι στην Αθήνα αποκτά σχεδόν μυθική διάσταση, καθώς διασταυρώνεται με την ανήσυχη νεανική ενέργεια της δεκαετίας του ’80 και τους άγραφους κανόνες μιας πόλης που πάλλεται από σιωπηλές επιθυμίες και ανώνυμες εμμονές. Μέσα σε αυτό το αστικό τοπίο, ο έρωτας λειτουργεί ως μια βαθιά, συχνά επώδυνη διαδρομή προς την αυτογνωσία. Όλα αυτά συνθέτουν τον πυρήνα μιας θρυλικής κινηματογραφικής στιγμής, μιας ταινίας-σταθμού που έχει αποκτήσει σχεδόν λατρευτική υπόσταση στο πάνθεον του ελληνικού σινεμά.
Ωστόσο, η ταινία που ίσως συμπυκνώνει καλύτερα από κάθε άλλη το όραμά του είναι η Μανία του 1985. Πρόκειται για ένα φιλμ που βουτά στις ρίζες του αρχέγονου διονυσιασμού, μεταφέροντας τον θεατή σε έναν κόσμο όπου οι κοινωνικές συμβάσεις καταρρέουν μπροστά στη δύναμη της φύσης και τη μανία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Είναι μια ταινία τολμηρή, σχεδόν πειραματική, που αποδεικνύει ότι ο Πανουσόπουλος δεν φοβόταν να ρισκάρει και να αναζητήσει νέες κινηματογραφικές γλώσσες. Λίγα χρόνια αργότερα, με το «Μ’ αγαπάς;» το 1988, παρέδωσε ένα σπουδαίο δοκίμιο πάνω στον έρωτα και τον θάνατο, με εικόνες που μάγεψαν το σινεφίλ κοινό και επιβεβαίωσαν τη θέση του ως ο απόλυτος ερωτικός αφηγητής της γενιάς του.
Στη μεταγενέστερη φιλμογραφία του, ταινίες όπως το «Ελεύθερη Κατάδυση» συνέχισαν να εξερευνούν τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων κάτω από το υπέροχο ελληνικό φως, ενώ η τελευταία του δουλειά, Σ’ αυτή τη χώρα κανείς δεν ήξερε να κλαίει, υπήρξε ένας υπέροχος, σουρεαλιστικός αποχαιρετισμός, ένας ύμνος στην ουτοπία και την απλότητα της ζωής σε ένα φανταστικό νησί του Αιγαίου. Σε όλη του τη διαδρομή, ο Πανουσόπουλος παρέμεινε πιστός σε μια ιδέα που σαν άλλο σήμαντρο μας υπενθύμιζε σε κάθε της κάδρο ότι ο κινηματογράφος οφείλει να παραμένει μια γιορτή των αισθήσεων και μια πράξη αγάπης από τον δημιουργό της προς τον θεατή. Δύσκολα θα βρεθεί σκηνοθέτης να υπηρετήσει τη συγκεκριμένη κινηματογραφική ιδέα με μεγαλύτερη συνέπεια από τον Γιώργο Πανουσόπουλο.