Η χαρά του να μην ποστάρεις: Μήπως δεν χρειάζεται να μοιράζεσαι τα πάντα;
Δεν είναι κάθε στιγμή υλικό για story. Μερικές από τις πιο όμορφες εμπειρίες της ζωής είναι εκείνες που δεν ανεβαίνουν στο Instagram.
Δεν είναι κάθε στιγμή υλικό για story. Μερικές από τις πιο όμορφες εμπειρίες της ζωής είναι εκείνες που δεν ανεβαίνουν στο Instagram.
Υπάρχει μια μικρή, σχεδόν αυτόματη κίνηση που κάνουμε πολλοί από εμάς: Κάτι ωραίο συμβαίνει, και το πρώτο που σκεφτόμαστε είναι να το βγάλουμε φωτογραφία. Το ηλιοβασίλεμα. Το φαγητό στο τραπέζι. Το καινούριο μέρος που ανακαλύψαμε. Η παρέα που γελάει.
Το κινητό βγαίνει από την τσέπη πριν προλάβουμε να το σκεφτούμε. Και κάπου ανάμεσα στο «περίμενε να το ανεβάσω» και στο «να βάλω φίλτρο ή να το αφήσω έτσι;», η στιγμή λίγο αλλάζει χαρακτήρα: από εμπειρία γίνεται περιεχόμενο.
Τα social media μάς έχουν μάθει ότι η ζωή αποκτά μια δεύτερη διάσταση όταν τη μοιράζεσαι. Και συχνά αυτό είναι ωραίο. Υπάρχει όμως και μια άλλη, πιο ήσυχη χαρά που αρχίζει να συζητιέται όλο και περισσότερο: η χαρά του να μην ποστάρεις.
Αν δεν είσαι κατ’ επάγγελμα influencer, πιθανότατα δεν σκέφτεσαι «θα κάνω αυτό για να το ανεβάσω». Η διαδικασία είναι πιο ύπουλη: Με τον καιρό, το να καταγράφεις τη ζωή σου γίνεται τόσο φυσικό όσο το να τη ζεις.
Οι πλατφόρμες άλλωστε έχουν χτιστεί ακριβώς πάνω σε αυτή τη λογική. Το story εξαφανίζεται σε 24 ώρες, άρα δεν έχεις λόγο να το πολυσκεφτείς. Το feed λειτουργεί σαν προσωπικό ημερολόγιο. Τα likes γίνονται μια μικρή επιβεβαίωση ότι κάτι που έζησες «άξιζε». Σιγά σιγά, όμως, δημιουργείται η παράξενη αίσθηση ότι μια εμπειρία είναι κάπως μισή αν δεν την μοιραστείς.
Δεν είναι τυχαίο που πολλοί άνθρωποι κάνουν την ίδια σκέψη την ώρα που συμβαίνει κάτι ωραίο: «Αυτό θα γινόταν ωραίο story».
Κι όμως, υπάρχει μια ιδιαίτερη αίσθηση ελευθερίας όταν αποφασίζεις συνειδητά να μην το κάνεις. Να πιεις έναν καφέ σε ένα ωραίο μέρος και να μην τραβήξεις φωτογραφία. Να πας ένα ταξίδι και να ανεβάσεις στο τέλος μία φωτογραφία –ή και καμία. Να συμβεί κάτι όμορφο στη ζωή σου και να το πεις μόνο στους ανθρώπους που σε νοιάζουν. Είναι λίγο σαν εκείνες τις παλιές εποχές των διακοπών πριν τα social media, που γύριζες πίσω με ιστορίες, όχι με stories.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια είναι ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να επαναδιαπραγματεύονται τη σχέση τους με το online μοίρασμα. Όχι απαραίτητα με δραματικές αποφάσεις τύπου «θα κλείσω τα social». Πιο συχνά πρόκειται για μικρές αλλαγές: λιγότερα stories, περισσότερες στιγμές εκτός οθόνης, μια πιο συνειδητή επιλογή για το τι αξίζει να γίνει δημόσιο.
Γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι όλα για κοινό. Μερικές εμπειρίες έχουν άλλη γεύση όταν μένουν ιδιωτικές. Σαν ένα αστείο που καταλαβαίνει μόνο η παρέα που ήταν εκεί. Σαν μια συζήτηση που δεν θα είχε την ίδια ένταση αν ήξερες ότι θα την ακούσουν και άλλοι. Υπάρχει κάτι βαθιά ανακουφιστικό στο να ξέρεις ότι δεν χρειάζεται να τεκμηριώσεις τη ζωή σου για να είναι αληθινή.
Σε έναν κόσμο όπου η κανονικότητα είναι να μοιράζεσαι σχεδόν τα πάντα, το να κρατήσεις κάτι για τον εαυτό σου μοιάζει σχεδόν… μικρή επανάσταση. Δεν είναι απαραίτητα μια μεγάλη φιλοσοφική στάση. Είναι συχνά μια απλή επιλογή της στιγμής: να αφήσεις το κινητό στην τσέπη. Και τότε συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον. Αντί να σκεφτείς πώς θα δείχνει αυτό που ζεις, αρχίζεις να το προσέχεις λίγο περισσότερο. Το φως, τη μουσική, το τι λένε οι άνθρωποι γύρω σου.
Η στιγμή παύει να είναι υλικό για το επόμενο story και επιστρέφει σε αυτό που ήταν πάντα: απλώς μια στιγμή. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ωραίο πράγμα από όλα. Να ζεις κάτι όμορφο και να ξέρεις ότι δεν θα το δει σχεδόν κανείς. Εκτός από εσένα.