Γιατί βαριόμαστε πιο εύκολα απ' ό,τι παλιά (και δεν φταίει η προσοχή μας μόνο)
Δεν είναι ότι «χάλασε» ο εγκέφαλός σου. Είναι ότι ζει σε ένα περιβάλλον που τον ταΐζει ασταμάτητα ερεθίσματα. Και κάπου εκεί, η βαρεμάρα άλλαξε μορφή.
Δεν είναι ότι «χάλασε» ο εγκέφαλός σου. Είναι ότι ζει σε ένα περιβάλλον που τον ταΐζει ασταμάτητα ερεθίσματα. Και κάπου εκεί, η βαρεμάρα άλλαξε μορφή.
Κοίτα μερικά γνώριμα σκηνικά: Βάζεις να δεις μια σειρά, και στο 10λεπτο την έχεις βαρεθεί. Πιάνεις το κινητό, σκρολάρεις πέντε λεπτά και πάλι βαριέσαι. Πας να διαβάσεις ένα άρθρο, βλέπεις πάνω πάνω «διαβάζεται σε 7’», και κάτι μέσα σου ανυπομονεί να τελειώσει πριν καν αρχίσει. Εκεί κάπου είναι που αρχίζεις να κατηγορείς τα social και τον σύγχρονο τρόπο ζωής, που έχουν χαρίσει σε όλους μας την περιώνυμη διάσπαση προσοχής. Μόνο που το θέμα είναι πιο σύνθετο.
Ο εγκέφαλός μας λειτουργεί με βάση την ανταμοιβή. Η ντοπαμίνη δεν είναι «η ορμόνη της χαράς», όπως συχνά λέγεται: Είναι βασικά η ορμόνη της προσμονής. Μας κινητοποιεί όταν κάτι φαίνεται ενδιαφέρον ή καινούργιο.
Το πρόβλημα; Σήμερα, το «καινούργιο» έρχεται με ρυθμό πολυβόλου.
Στο TikTok, στο Instagram, στο YouTube, κάθε λίγα δευτερόλεπτα μάς περιμένει ένα νέο ερέθισμα. Ένα αστείο, ένα δράμα, μια πληροφορία, μια εικόνα. Ο εγκέφαλος συνηθίζει αυτή την ταχύτητα. Και όταν επιστρέφουμε σε κάτι πιο αργό, όπως ένα βιβλίο ή μια ταινία που χτίζει ατμόσφαιρα, μοιάζει σαν να μας κατέβασαν ξαφνικά ταχύτητα –και μας πιάνει αυτός ο λόξιγκας που παθαίνει και το αυτοκίνητο όταν κατεβάσεις ταχύτητα τη στιγμή που δεν πρέπει.
Δεν είναι ότι δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε. Είναι ότι έχουμε μάθει να περιμένουμε διαρκή ένταση.
Παλιότερα, έβλεπες ό,τι είχε η τηλεόραση. Άκουγες ό,τι δίσκο/ κασέτα/ cd είχες. Αν κάτι δεν ήταν συναρπαστικό, του έδινες χρόνο.
Σήμερα, οι επιλογές είναι ατελείωτες. Αν μια σειρά δεν σε κερδίσει στα πρώτα πέντε λεπτά, υπάρχει άλλη. Και άλλη. Και άλλη. Αυτό το διαρκές «μήπως υπάρχει κάτι καλύτερο;» λειτουργεί σαν μικρό αγκάθι στο μυαλό. Δεν σε αφήνει να βυθιστείς. Κάθε εμπειρία γίνεται προσωρινή, δοκιμαστική, έτοιμη να αντικατασταθεί. Και η βαρεμάρα έρχεται πιο γρήγορα, γιατί δεν της δίνουμε το περιθώριο του χρόνου, της περιέργειας, της εμβάθυνσης.
Υπήρχε μια εποχή που περίμενες στην ουρά και απλώς… περίμενες. Κοίταζες γύρω σου, χανόσουν σε σκέψεις, ή απλά (σοκαριστικό, το ξέρουμε) βαριόσουν. Σήμερα, το κενό έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Κάθε «άδειο» λεπτό της μέρας σου έρχεται να το γεμίσει μια οθόνη. Η πλήξη, που κάποτε λειτουργούσε σαν δημιουργικό διάλειμμα, τώρα αντιμετωπίζεται σαν σφάλμα που πρέπει να διορθωθεί αμέσως. Μόνο που η βαρεμάρα δεν είναι εχθρός. Είναι μεταβατικός χώρος: Από εκεί ξεπηδούν ιδέες, επιθυμίες, σκέψεις που δεν χωράνε μέσα σε feed. Όταν δεν αντέχουμε ούτε λίγα λεπτά χωρίς διέγερση, τότε πράγματι όλα μοιάζουν βαρετά.
Ζούμε σε μια εποχή που υπόσχεται διαρκή ένταση. Η εμπειρία πρέπει πάντα να είναι «φοβερή». Το ταξίδι «μοναδικό». Το φαγητό «αποκάλυψη». Η σχέση «καταιγιστική». Αν κάτι είναι απλώς… καλό, συχνά δεν μας αρκεί.
Όμως η ζωή, στην πραγματικότητα, αποτελείται κυρίως από ήπιες στιγμές. Όταν έχουμε μάθει να κυνηγάμε μόνο τις κορυφές, οι πεδιάδες μάς φαίνονται ανυπόφορες. Και τις βαφτίζουμε βαρεμάρα.
Υπάρχει και μια άλλη εκδοχή: Αυτό που ονομάζουμε βαρεμάρα μπορεί να είναι κόπωση –ψυχική, γνωστική, συναισθηματική. Όταν ο εγκέφαλος βομβαρδίζεται όλη μέρα με πληροφορίες, όταν αλλάζουμε διαρκώς ρόλους και πλατφόρμες, είναι λογικό κάποια στιγμή να «σβήνει». Όχι επειδή δεν τον ενδιαφέρει τίποτα, αλλά επειδή χρειάζεται κι αυτός μια παύση. Και τότε, αντί να ξεκουραστούμε, ψάχνουμε κάτι πιο έντονο. Έναν ακόμα κύκλο διέγερσης.
Όχι, δεν χρειάζεται να πετάξεις το κινητό από το μπαλκόνι ούτε να μετακομίσεις σε χωριό χωρίς Wi-Fi. Ίσως αρκεί να εφεύρεις απλά λίγο χώρο για αργό ρυθμό. Να δώσεις σε κάτι δέκα λεπτά παραπάνω πριν το απορρίψεις. Να αφήσεις τη σκέψη σου να περιπλανηθεί χωρίς να τη διακόψεις.
Η βαρεμάρα δεν είναι απόδειξη αποτυχίας της προσοχής σου. Είναι συχνά σημάδι ότι έχεις συνηθίσει σε υπερβολική ένταση. Και όπως κάθε τι που ανεβαίνει πολύ, έτσι κι αυτή η ένταση χρειάζεται καμιά φορά να χαμηλώσει για να ξαναβρούμε το μέτρο.