Πόσο πιθανή είναι μια νέα πανδημία; Μια ιολόγος απαντά
Οι ιοί δεν εξαφανίστηκαν μετά την COVID-19, απλώς εμείς σταματήσαμε να τους συζητάμε τόσο συχνά. Πρέπει να ανησυχούμε για μια νέα πανδημία;
Οι ιοί δεν εξαφανίστηκαν μετά την COVID-19, απλώς εμείς σταματήσαμε να τους συζητάμε τόσο συχνά. Πρέπει να ανησυχούμε για μια νέα πανδημία;
Μπορεί μια νέα πανδημία να είναι ήδη καθ’ οδόν; Πόσους ιούς γνωρίζουμε πραγματικά και πόσο μας προστατεύει η τεχνολογία σήμερα;
Η Δρ. Γεωργία Διακούδη, Ερευνήτρια και Λέκτορας Λοιμωδών Νοσημάτων στο Τμήμα Κτηνιατρικής του Πανεπιστημίου του Μπάρι, ασχολείται με την ανακάλυψη και τον χαρακτηρισμό νέων ιών, την ιική μεταγονιδιωματική και την επιτήρηση ζωικών παθογόνων.
Τη συναντήσαμε στο εργαστήριό της στην μικρή ιταλική παραθαλάσσια πόλη και μας μίλησε για το πόσο «γεμάτος» είναι ο ιολογικός χάρτης σήμερα, ποιοι ιοί την ανησυχούν περισσότερο και γιατί το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει νέα πανδημία, αλλά πότε.
Στο ερώτημα αν γνωρίζουμε πλέον το μεγαλύτερο μέρος των ιών ή αν βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή, η απάντησή της είναι ξεκάθαρη. Όπως λέει, «η γνώση μας για τους ιούς σήμερα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η “κορυφή του παγόβουνου”. Ο ιολογικός “χάρτης” δεν είναι απλώς ελλιπής, αλλά υπό συνεχή κατασκευή».
Υπογραμμίζει ότι οι ιοί βρίσκονται παντού γύρω μας και ότι η πλειοψηφία τους δεν μας επηρεάζει. Μάλιστα, λιγότερο από το 2% των γνωστών ιών προκαλούν ασθένειες στον άνθρωπο. Το γεγονός αυτό δεν μειώνει τη σημασία της επιτήρησης, απλώς βάζει τα πράγματα σε επιστημονική προοπτική.
Όταν εντοπίζεται ένας νέος ιός σε ζώα, κυρίως σε θηλαστικά και πτηνά, η επιστημονική ομάδα εξετάζει τρία βασικά «red flags» για να εκτιμήσει την πιθανότητα «μεταπήδησης» (spillover) στον άνθρωπο.
Όπως εξηγεί, πρώτα εξετάζεται αν ο ιός διαθέτει τα σωστά «κλειδιά» για να ξεκλειδώσει τα ανθρώπινα κύτταρα, δηλαδή αν οι πρωτεΐνες στην επιφάνειά του μπορούν να προσδεθούν στους ανθρώπινους υποδοχείς. Στη συνέχεια αξιολογείται ο τρόπος μετάδοσης: ένας ιός που μεταδίδεται εύκολα μέσω του αέρα αποτελεί μεγαλύτερη απειλή σε σχέση με έναν που απαιτεί στενή επαφή. Τέλος, εξετάζεται πόσο όμοιος είναι με ιούς που ήδη γνωρίζουμε ότι προκαλούν ασθένειες στον άνθρωπο ή έχουν εντοπιστεί σε άλλα θηλαστικά.
Ουσιαστικά, όπως επισημαίνει, στόχος είναι να διαπιστωθεί «πόσο εύκολα μπορεί να προσαρμοστεί και να αρχίσει να αναπαράγεται στον άνθρωπο».
Οι νυχτερίδες βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Η Δρ. Διακούδη, ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι η εικόνα αυτή είναι υπεραπλουστευμένη.
Όπως λέει χαρακτηριστικά, «οι νυχτερίδες δεν είναι μόνο οι αγαπημένες μου, αλλά είναι και ο ορισμός της παρεξηγημένης ύπαρξης!» Αποτελούν περίπου το 20% όλων των θηλαστικών και συγκαταλέγονται στα αρχαιότερα είδη του πλανήτη, γεγονός που επέτρεψε στους ιούς να εξελιχθούν μαζί τους. Έτσι, συχνά χαρακτηρίζονται «δεξαμενές» ιών.
Οι ίδιες, ωστόσο, σπάνια νοσούν χάρη στο ιδιαίτερο ανοσοποιητικό τους σύστημα. Το πρόβλημα δεν είναι οι νυχτερίδες καθαυτές, αλλά η ανθρώπινη εισβολή στα οικοσυστήματά τους, που οδηγεί σε αναγκαστική επαφή με ανθρώπους και ζώα εκτροφής. Στην πραγματικότητα, τονίζει, είναι πολύτιμες για τα οικοσυστήματα, καθώς ελέγχουν τους πληθυσμούς των εντόμων, όπως τα κουνούπια, και βοηθούν στην επικονίαση.
Η ανθρώπινη παρέμβαση στο περιβάλλον, είναι ίσως ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες εμφάνισης πανδημιών. Κι οι νυχτερίδες μπορεί να είναι οι πιο γνωστές, αλλά δεν είναι τα μοναδικά άγρια ζώα που έχουν ιούς που μπορούν να προκαλέσουν ασθένειες στον άνθρωπο. Οπότε αυτή η «πίεση» δημιουργεί τις ιδανικές συνθήκες για την προσαρμογή και μεταπήδηση ιών από ένα είδος σε άλλο, ενώ μέχρι πρότινος βρισκόντουσαν σε ασφαλή απομόνωση στη φύση.
Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή έχει επηρεάσει δραματικά τον βιολογικό κύκλο εντόμων όπως τα κουνούπια. Όπως επισημαίνει, πλέον παρατηρούμε κουνούπια ακόμη και κατά τη διάρκεια του χειμώνα, τα οποία μεταφέρουν ιούς που μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχαν στη χώρα μας. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η ανθρώπινη υγεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υγεία του περιβάλλοντος.
Οι τεχνολογίες next-generation sequencing (αλληλούχιση επόμενης γενιάς) και viral metagenomics (ιική μεταγονιδιωματική) επιτρέπουν πλέον στους επιστήμονες να «βλέπουν» το σύνολο των ιών σε ένα δείγμα. Όπως εξηγεί, πρόκειται για εργαλεία εξαιρετικά σημαντικά για την εντόπιση και τον χαρακτηρισμό νέων ιών.
Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα δεν είναι η ανίχνευση, αλλά η ερμηνεία. Ο τεράστιος όγκος δεδομένων που παράγεται απαιτεί εξειδικευμένη ανάλυση, ενώ η ανακάλυψη ενός νέου ιού δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι επικίνδυνος. Εκτιμά ότι ισχυρότερα μοντέλα Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να συμβάλουν σε πιο αξιόπιστες προβλέψεις.
Επιπλέον, επισημαίνει ότι η σταθερή χρηματοδότηση είναι καθοριστική. Η επιτήρηση των ιών πρέπει να είναι συνεχής και παγκόσμια — όχι αποσπασματική — ώστε τα δεδομένα να μετατρέπονται σε έγκαιρα συστήματα προειδοποίησης.
Στο ερώτημα αν είναι υπερβολικό να λέμε ότι μια νέα πανδημία είναι θέμα χρόνου, η απάντησή της είναι ειλικρινής: «Δυστυχώς, με βάση τα επιστημονικά δεδομένα, δεν είναι υπερβολή – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να τρέξουμε να αδειάσουμε τα supermarkets!»
Όπως εξηγεί, οι πανδημίες είναι άμεση συνέπεια της πίεσης που ασκούμε στο περιβάλλον, ενώ η παγκοσμιοποίηση εκμηδενίζει τις αποστάσεις. «Τοερώτημα δεν είναι το «αν», αλλά το «πότε» και το «πόσο προετοιμασμένοι» θα είμαστε. Πλέον διαθέτουμε τα εργαλεία να εντοπίσουμε και να περιορίσουμε μία απειλή εγκαίρως. Αυτό που χρειάζεται η παγκόσμια δημόσια υγεία είναι η σταθερή συνεργασία και η πρόληψη», τονίζει.
Η επιστημονική κοινότητα έκανε άλματα κατά την πανδημία. Η συνεργασία και η ανταλλαγή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο αποτέλεσαν σημαντική πρόοδο.
Ωστόσο, η αντιμετώπιση μιας πανδημίας δεν εξαρτάται μόνο από την επιστήμη, αλλά και από κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες. «Δυστυχώς, η κοινωνία και η πολιτική έχουν συχνά βραχυπρόθεσμη μνήμη. Το λάθος που κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε είναι να εφησυχάσουμε τώρα που η κρίση ανήκει στο παρελθόν», λέει σχετικά. Η δημόσια υγεία απαιτεί μόνιμες επενδύσεις και όχι εφήμερες λύσεις — θέση που ευθυγραμμίζεται και με τις προτροπές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Τεχνολογικά, η πρόοδος είναι εντυπωσιακή. Η πανδημία λειτούργησε ως καταλύτης και τεχνολογίες όπως το NGS που αναφέραμε νωρίτερα, εξελίχθηκαν και έγιναν πιο προσβάσιμες.
Η έγκαιρη διάγνωση αναγνωρίστηκε ως «κλειδί» για την πρόληψη και αναπτύχθηκαν προηγμένα συστήματα επιτήρησης. Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα παραμένει η ταχύτητα της παγκόσμιας απόκρισης: η τεχνολογία μας δίνει την πληροφορία, αλλά η πραγματική ετοιμότητα κρίνεται από το πόσο γρήγορα θα μεταφραστεί αυτή η πληροφορία σε έγκαιρη πολιτική δράση.
Για τον μέσο πολίτη, το βασικό μήνυμα είναι η ισορροπία. Οι ιοί υπήρχαν πριν από εμάς και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Ο φόβος είναι κατανοητός, αλλά η γνώση είναι το αντίδοτο στον πανικό.
Υπάρχουν δύο επίπεδα προστασίας: το ατομικό, που περιλαμβάνει τον εμβολιασμό και τους κανόνες υγιεινής, και το συλλογικό, που αφορά τον σεβασμό στο περιβάλλον. Όπως επισημαίνει, η επιστήμη δεν είναι δόγμα, αλλά μια συνεχής διαδικασία μάθησης. Αν κατανοήσουμε πώς λειτουργούν οι ιοί, περνάμε από τον φόβο στην υπευθυνότητα.
Παρά τις προκλήσεις, η Γεωργία Διακούδη δηλώνει «ρεαλιστικά αισιόδοξη». Αν και αναγνωρίζει την ανθρώπινη ευαλωτότητα, βλέπει την εκπληκτική ταχύτητα εξέλιξης της τεχνολογίας και της τεχνογνωσίας.
Σήμερα, μπορούμε να αποκωδικοποιούμε νέες απειλές σε ελάχιστο χρόνο, να αναπτύσσουμε αποτελεσματικότερα εμβόλια και καινοτόμες θεραπείες. Όπως καταλήγει, «η αισιοδοξία της πηγάζει από το γεγονός ότι πλέον «δεν είμαστε τυφλοί ή άοπλοι απέναντι στις προκλήσεις». Αν η τεχνολογία συνδυαστεί με σωστή ενημέρωση, κοινωνική υπευθυνότητα και πολιτική βούληση, το μέλλον της δημόσιας υγείας μπορεί να είναι πολύ πιο ασφαλές.