Λαϊκά και αθηναϊκά: To τάβλι
Συνεχίζουμε λαϊκά κι αθηναϊκά και στήνουμε ταβλαδόρικη κατάσταση κάνοντας μια ιστορική αναδρομή σε ένα από τα πιο δημοφιλή σπορ των Αθηναίων.
Συνεχίζουμε λαϊκά κι αθηναϊκά και στήνουμε ταβλαδόρικη κατάσταση κάνοντας μια ιστορική αναδρομή σε ένα από τα πιο δημοφιλή σπορ των Αθηναίων.
Αν υπάρχει ένας ήχος που έχει ταυτιστεί με τα μεσημέρια της ελληνικής επαρχίας, τις αυλές των σπιτιών στην Πλάκα και τα καφενεία της επαρχίας, αυτός δεν είναι άλλος από το ξερό χτύπημα των πουλιών πάνω στο ξύλινο ταμπλό και το κροτάλισμα από τα ζάρια. Για άλλους το τάβλι είναι ένα παιχνίδι, για άλλους μια καθημερινή συνήθεια ή ένας τρόπος να σκοτώσουν την ώρα τους με τα κολλητάρια τους και για άλλους το αποκορύφωμα της δόξας μιας κάπως κουρασμένης και βαρετής ημέρας. Λίγοι ταβλαδόροι ωστόσο γνωρίζουν πως πίσω από το αγαπημένο τους σπορ κρύβεται μια ιστορία χιλιάδων ετών, που ξεκινά δειλά, δειλά από τα ανάκτορα των Φαραώ και φτάνει μέχρι τα λαϊκά στέκια της Αθήνας.
Μην νομίζεις ότι το τάβλι είναι ελληνική εφεύρεση, παρά το γεγονός ότι το έχουμε υιοθετήσει ως «εθνικό μας σπορ». Οι ρίζες του εντοπίζονται στη Μεσοποταμία, περίπου 5.000 χρόνια πριν. Το «βασιλικό παιχνίδι της Ουρ» θεωρείται ο πρόγονος του ταβλιού, ενώ στην Αίγυπτο έπαιζαν το «Σενέτ», ένα παιχνίδι που απεικονίζεται σε τοιχογραφίες τάφων φαραώ.
Στην Αρχαία Ελλάδα, υπήρχε το παιχνίδι των «Πεττών», που θύμιζε αρκετά το σημερινό τάβλι, αν και είχε περισσότερα στοιχεία στρατηγικής (κάτι σαν το σημερινό σκάκι). Οι Ρωμαίοι, όμως, ήταν αυτοί που το εξέλιξαν στο "Ludus Duodecim Scriptorum" (παιχνίδι των Δώδεκα Γραμμών) και αργότερα στο "Tabula" (που σημαίνει τραπέζι ή σανίδα). Από εκεί προέρχεται και η λέξη «τάβλι» που χρησιμοποιούμε σήμερα.
Λέγεται μάλιστα ότι ο Αυτοκράτορας Κλαύδιος ήταν τόσο παθιασμένος με το Tabula που είχε μετατρέψει την άμαξά του έτσι ώστε να μπορεί να παίζει ενώ ταξίδευε!
Στην Αθήνα, το τάβλι ρίζωσε σε καφενεία, σπίτια, αυλές μέχρι και λέσχες και μεταλλάχθηκε πολύ γρήγορα σε ζωντανό κύτταρο της αστικής κουλτούρας. Αν και η καταγωγή του χάνεται στην Ανατολή, η μορφή που γνωρίζεις σήμερα διαμορφώθηκε στα μεσοπολεμικά και μεταπολεμικά καφενεία. Από το εμβληματικό «Καφενείο των Ζαχαροπλαστών» στο Σύνταγμα μέχρι τα υπόγεια στέκια της Ομόνοιας, το τάβλι υπήρξε το απόλυτο δημοκρατικό εργαλείο καθώς σε μια παρτίδα κάθονταν δίπλα-δίπλα ο διανοούμενοι, εργάτες, πολιτικοί, παππούδια και νέοι ανεξαρτήτως κοινωνικής ή πολιτικής προέλευσης και οπαδικών αισθημάτων.
Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, στις αθηναϊκές γειτονιές της Πλάκας, των Πετραλώνων και της Κυψέλης το τάβλι βγήκε στα πεζοδρόμια σπιτιών, στις πυλωτές των πολυκατοικιών και τις κοινές αυλές των εργατικών κατοικιών. Ακόμα και όταν η πόλη γέμισε πολυκατοικίες, το τάβλι δεν υποχώρησε ποτέ σε δημοφιλία. Μεταφέρθηκε στις ταράτσες και στα σύγχρονα φοιτητικά στέκια, αποδεικνύοντας ότι στην Αθήνα, η τύχη του ζαριού και η στρατηγική της «πόρτας» είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο λαϊκό χθες και το αστικό σήμερα που βρισκόταν και βρίσκεται υπό συνεχή διαμόρφωση.
Το τάβλι στην Ελλάδα αποτελείται παραδοσιακά από τρία παιχνίδια: τις Πόρτες, το Πλακωτό και το Φεύγα.
Οι Πόρτες είναι η πιο κοντινή μορφή στο διεθνές Backgammon και απαιτούν καλό συντονισμό άμυνας και επίθεσης.
Το Πλακωτό είναι το παιχνίδι της υπομονής, αφού ο διαρκής στόχος σου παραμένει να «φυλακίσεις» τον αντίπαλο.
Το Φεύγα τέλος, είναι το παιχνίδι της ταχύτητας και των σωστών αποφάσεων κάτω από πίεση για να καταφέρεις να πάρεις την παρτίδα.
Θα θέλαμε πολύ ο Ηλίας Πετρόπουλος να είχε γράψει ένα Εγχειρίδιο του καλού ταβλαδόρου, κατά το δικό του αμίμητο Εγχειρίδιον του καλού κλέφτη καθώς σίγουρα θα είχε άπειρο υλικό προς συγγραφή.
Αν παρατηρήσεις άλλωστε έναν έμπειρο παίκτη, θα δεις ότι το τάβλι δεν παίζεται μόνο με τα χέρια, αλλά με όλο το σώμα και τη φωνή. Υπάρχει ο «γκρινιάρης» που φταίνε πάντα τα ζάρια, ο «αμίλητος» που σε εξοντώνει με τη συγκέντρωσή του, και ο «θριαμβευτής» που κλείνει το τάβλι με δύναμη όταν κερδίζει, κάνοντας τον χαρακτηριστικό θόρυβο που αντηχεί σε όλο το τετράγωνο.
Στην Αθήνα των περασμένων δεκαετιών, το τάβλι ήταν το σήμα κατατεθέν στις περισσότερες γειτονιές. Από τα Πετράλωνα και το Θησείο μέχρι την Κυψέλη, οι γείτονες έβγαζαν το τραπεζάκι στο πεζοδρόμιο. Ήταν μια πράξη εξωστρέφειας που πέρασε από τα λαϊκά άσματα (Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα ρε ζωή) μέχρι καθημερινές φράσεις όπως «τον έφερε στις πόρτες», «τον πλάκωσε», «ρίχνω παχιές», ή «πήρε το μάθημά του». Όλες τους ανεξαιρέτως ξεκίνησαν από το ξύλινο ταμπλό και διέδωσαν τον θρύλο του πιο μαγκιόρικου λαϊκού σπορ που ξέφυγε από τα στενά όρια μιας παρτίδας κι έγινε οδηγός νοοτροπίας και ζωής αφού όπως λέει και μια λαϊκή ρήση: «Ο καλός παίκτης φαίνεται στα κακά ζάρια».