Λαϊκά κι αθηναϊκά: Τα μπιλιαρδάδικα

Επιμένουμε λαϊκά κι αθηναϊκά βάζοντας στο μικροσκόπιο μας τα μπιλιαρδάδικα που άλλοτε μεσουρανούσαν και πλέον αντιστέκονται αποτελώντας «ενθύμια» μιας πιο εξωστρεφούς Αθήνας.

Λαϊκά κι αθηναϊκά: Τα μπιλιαρδάδικα

Πάνε σίγουρα αρκετά χρόνια από όταν τα μπιλιαρδάδικα ζούσαν τις χρυσές μέρες και νύχτες τους. Οι γεννημένοι τη δεκαετία του 60, του 70 και του 80 ωστόσο μπορούν μετά λόγου γνώσεως να επιβεβαιώσουν πως γενιές ολόκληρες έφαγαν τα νιάτα τους γύρω από ένα μπιλιάρδο, περιμένοντας υπομονετικά να ρίξουν την επόμενη στεκιά. Άλλωστε αν οι τοίχοι των παλιών αθηναϊκών υπογείων μπορούσαν να μιλήσουν, δεν θα διηγούνταν μόνο ιστορίες για «χασομέρηδες» και «μάγκες», αλλά θα ξετύλιγαν το κουβάρι μιας ολόκληρης κοινωνικής γεωγραφίας. Το μπιλιάρδο στην Αθήνα υπήρξε ανέκαθεν ένας χώρος παιχνιδιού, κοινωνικοποίησης ένα καταφύγιο αν θες και, τελικά, ένα λαϊκό στέκι πολιτισμού που γεφύρωσε τις τάξεις.

Η άφιξη: Από τα σαλόνια στα υπόγεια

Η ιστορία του ξεκινά στα τέλη του 19ου αιώνα. Το μπιλιάρδο συστήθηκε στην αθηναϊκή κοινωνία ως μια «ευγενής» απασχόληση για την ελίτ. Τα πρώτα τραπέζια τοποθετήθηκαν σε πολυτελή καφενεία γύρω από το Σύνταγμα και την Ομόνοια, όπως το θρυλικό Καφενείο του Ζαχαράτου, όπου οι πολιτικοί και οι λόγιοι της εποχής συζητούσαν το «Ανατολικό Ζήτημα» πάνω από την πράσινη τσόχα.

Ωστόσο, η πραγματική «έκρηξη» ήρθε μετά τον μεσοπόλεμο και κορυφώθηκε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Τότε ήταν δηλαδή που το παιχνίδι «κατέβηκε» στα υπόγεια. Τα μπιλιαρδάδικα μετατράπηκαν σε χώρους όπου η εργατική τάξη, οι φοιτητές και οι άνθρωποι της νύχτας συνυπήρχαν σχεδόν αρμονικά, χωρίς να λείπουν φυσικά φιλονικίες και τσαμπουκάδες για τη χαρά και τη διέγερση του παιχνιδιού. Η μυρωδιά του τσιγάρου, ο ήχος από το χτύπημα των ελεφαντόδοντων (τότε) σφαιρών και το χαρακτηριστικό «κρακ» της στέκας δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα μυσταγωγίας. Για αυτό και κινηματογραφήθηκαν κατά κόρον και στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο εκείνων των δεκαετιών. Από τον Κατήφορο (1961) του Γιάννη Δαλιανίδη και τη Λόλα (1964) του Ντίνου Δημόπουλου, μέχρι τον Ατσίδα (1962) με τον Ντίνο Ηλιόπουλο και την Ευδοκία (1971) του Αλέξη Δαμιανού τα αθηναϊκά μπιλιαρδάδικα ήταν πάντοτε παρόντα.

Τα μπιλιαρδάδικα ως λαϊκά στέκια

Ψάχνοντας τον τρόπο να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί τα μπιλιαρδάδικα θεωρούνται «στέκια πολιτισμού» μπορούμε να πούμε ότι στην Αθήνα των περασμένων δεκαετιών, λειτουργούσαν ως χώροι κοινωνικής ένταξης. Εκεί, οι νεαροί κατά βάση θαμώνες μάθαιναν από τους μεγαλύτερους τους κώδικες της γειτονιάς, τον σεβασμό στον καλύτερο παίκτη και την τέχνη της υπομονής. Δεν ήταν σπάνιο να δεις έναν δικηγόρο να παίζει κόντρα σε έναν τεχνίτη, με μοναδικό κριτήριο την ικανότητα στο «γαλλικό» (το τρίσποντο).

Τα μαγαζιά αυτά λειτούργησαν ως άτυπες λέσχες. Υπήρχε ιεραρχία, υπήρχαν οι «θαμώνες» που είχαν τη δική τους προσωπική στέκα κλειδωμένη σε ξύλινες θήκες στον τοίχο, και υπήρχε ο ιδιοκτήτης, που συχνά εκτελούσε χρέη διαιτητή, ψυχολόγου και συνάμα εξομολογητή όσων περίμεναν να ξεδώσουν και να κερδίσουν μια άτιμη παρτίδα, κρατώντας τα μπόσικα απέναντι στη ζωή που δεν τους φερόταν πάντοτε με τον καλύτερο τρόπο.

Τα ιστορικά τοπόσημα της πρωτεύουσας

Αν θέλουμε να μιλήσουμε με ονόματα, ορισμένα μαγαζιά άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στον χάρτη της Αθήνας:

Το Acropole στην Πατησίων: Ίσως το πιο εμβληματικό. Ένα υπόγειο που φιλοξένησε τις μεγαλύτερες «μάχες» του γαλλικού μπιλιάρδου. Εκεί σύχναζαν πρωταθλητές αλλά και προσωπικότητες της τέχνης, καθώς η Πατησίων ήταν τότε το κέντρο της αστικής ζωής.

Το Rodeo στην Πλατεία Βικτωρίας: Συνδυάστηκε με την άνοδο του αμερικάνικου μπιλιάρδου (pool) τη δεκαετία του ’80, αποτελώντας σημείο συνάντησης για τη νεολαία που ήθελε κάτι πιο γρήγορο και «μοντέρνο» από το παραδοσιακό τρίσποντο.

Το Champion στην Κυψέλη: Ένα μαγαζί-θρύλος που αποτέλεσε φυτώριο για παίκτες παγκόσμιας κλάσης. Η Κυψέλη, ως η πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή, είχε πάντα μια ιδιαίτερη σχέση με τα μπιλιαρδάδικα, τα οποία λειτουργούσαν ως «διέξοδος» από τα μικρά αστικά διαμερίσματα.

Η Αίγλη στο Ζάππειο: Αν και πιο εκλεπτυσμένη, η Αίγλη φιλοξενούσε για χρόνια τραπέζια που θύμιζαν την αριστοκρατική καταγωγή του παιχνιδιού, προσφέροντας μια ευκαιρία ακόμη και στην ελίτ Αθήνα να ρίξει τις στεκιές της.

Η εξέλιξη και το σήμερα

Με την πάροδο των χρόνων, η εικόνα του νοτισμένου με τσιγάρα και ποτισμένου με μπινελίκια για τα παιχνίδια που άδοξα χάθηκαν άρχισε να φθίνει. Η δεκαετία του ’90 και η εμφάνιση των μεγάλων Game Halls ή των «ουφάδικων» με ηλεκτρονικά παιχνίδια και η αυστηροποίηση των νόμων για το κάπνισμα αργότερα, άλλαξαν εν πολλοίς το τοπίο. Πολλά ιστορικά στέκια έκλεισαν, δίνοντας τη θέση τους σε καφετέριες, μεζεδοπωλεία, μπαρ ή και αποθήκες.

Ωστόσο, το μπιλιάρδο στην Αθήνα δεν πέθανε. Μεταλλάχθηκε ευτυχώς. Σήμερα, η πόλη διαθέτει σύγχρονες αίθουσες που θυμίζουν ευρωπαϊκά clubs, όπου το παιχνίδι αντιμετωπίζεται πλέον ως άθλημα με επίσημες ομοσπονδίες και τουρνουά. Η νοσταλγία εντούτοις παραμένει καθώς οι παλιοί Αθηναίοι θυμούνται ακόμη τη «μαγεία» της τσόχας κάτω από το φως της λάμπας, τότε που μια καλή στεκιά μπορούσε να σου κερδίσει τον σεβασμό όλης της γειτονιάς.

Πριν ένα περίπου χρόνο το θρυλικό μπιλιαρδάδικο Ρουά Ματ άφησε τη σφραγίδα του και στη θεατρική Αθήνα παρουσιάζοντας μια εξαιρετική παράσταση άκρως μαγκιόρικη για τους θιασώτες της μπιλιαρδοτέχνης. Χωρίς κομπίνες και μπαγαποντιές βρήκε στόχο στη θεατρόφιλη καρδούλα μας δίνοντας έναν διαφορετικό πιο καλλιτεχνικό και λιγότερο λούμπεν τόνο στην καθημερινότητα γύρω από τα τραπέζια του αγαπημένου μας μπιλιάρδου.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v