Πότε έγινε κανονικότητα το σύνδρομο του «δεν προλαβαίνω»;
Αν και του λόγου σου όλο τρέχεις και δεν φτάνεις και ψάχνεις να βρεις πως βρέθηκε η πλειοψηφία της ανθρωπότητας σε αυτή την κατάσταση, μπες μέσα γιατί έχουμε όλες τις απαντήσεις.
Αν και του λόγου σου όλο τρέχεις και δεν φτάνεις και ψάχνεις να βρεις πως βρέθηκε η πλειοψηφία της ανθρωπότητας σε αυτή την κατάσταση, μπες μέσα γιατί έχουμε όλες τις απαντήσεις.
Ένα τραγούδι του Τζιμάκου ( ο οποίος έκλεισε 8 χρόνια απών από τον πλανήτη γη πριν λίγες μέρες) έλεγε ταιριαστά με το κλίμα της εποχής: όλο τρέχεις και δεν φτάνεις και ξεχνάς πως θα πεθάνεις, θα σκοντάψεις σε ένα μνήμα, λίγο πριν από το νήμα. Πλέον ζούμε δυστυχώς σε μια εποχή όπου η έλλειψη χρόνου δεν είναι εξαίρεση αλλά κανόνας. Μοιάζει περισσότερο με ένα ένα άτυπο παράσημο παραγωγικότητας που φοριέται με υπερηφάνεια και εξάντληση συνάμα με αποτέλεσμα σιγά, σιγά αυτή η μόνιμη βιασύνη να γίνεται παραγωγικότητα.
Η ρίζα του φαινομένου ωστόσο δεν είναι τόσο σύγχρονη όσο νομίζεις. Ήδη από τη Βιομηχανική Επανάσταση, ο χρόνος όλων άρχισε να μετριέται, να τεμαχίζεται και κατ’ επέκταση να κοστολογείται. Το ωράριο, το ρολόι και αργότερα το χρονοδιάγραμμα μπήκαν στη ζωή σου ως εργαλεία οργάνωσης, όμως σταδιακά και τεχνηέντως μετατράπηκαν σε μηχανισμούς πίεσης για κάθε εργαζόμενο και πολίτη. Ο χρόνος έπαψε πια να είναι εμπειρία και έγινε πόρος για τους εργοδότες και είδος υπό εξαφάνιση για τους εργαζόμενους.
Στον 20ό αιώνα, η κατάσταση επιδεινώθηκε. Η τεχνολογία, αντί να σου χαρίσει ελεύθερο χρόνο όπως κάποτε υποσχόταν ήρθε γεμάτη νέες πληροφορίες κι άλλα τόσα χόμπι για να γεμίσει κάθε κενό. Το email, το κινητό, τα notifications έσβησαν τα φυσικά όρια ανάμεσα στη δουλειά και την προσωπική ζωή. Διανύουμε λοιπόν μια εποχή στην οποία πολλές φορές αντί να σχολάς και να ξεκουράζεσαι απλώς αλλάζεις οθόνη. Κι έτσι, ακόμα κι όταν κάθεσαι, αισθάνεσαι πως κάτι εκκρεμεί.
Σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, τα τελευταία χρόνια γεννήθηκε και η κουλτούρα του hustle. Αν δεν είσαι απασχολημένος, κάτι κάνεις λάθος. Αν δεν τρέχεις, μένεις πίσω να κυνηγάς τη ζωή σου που περνά μπροστά από τα μάτια σου κι άλλες παρόμοιες αγχωτικές παρομοιώσεις. Η ξεκούραση βαφτίστηκε τεμπελιά και το slow living (το ζειν με φυσιολογικούς, πιο χαμηλούς ρυθμούς) έγινε σχεδόν ύποπτο. Το «δεν προλαβαίνω» έγινε κοινωνικά αποδεκτή απάντηση, αφού καταδεικνύει μεγαλόστομα πως είσαι χρήσιμος, αναγκαίος, παραγωγικός. Ακόμα κι αν μέσα σου καταρρέεις.
Σημαντικό ρόλο στην κατάσταση που βιώνουμε εδώ και λίγα χρόνια παίζει και η υπερπληροφόρηση. Καθημερινά βομβαρδίζεσαι με ειδήσεις, επιλογές, υποχρεώσεις, προσκλήσεις, στόχους αυτοβελτίωσης και ανεκπλήρωτα tasks. Πρέπει να δουλεύεις καλύτερα, να τρως σωστά, να γυμνάζεσαι, να κοινωνικοποιείσαι, να εξελίσσεσαι. Όλα μαζί να γίνουν τώρα. Αν τυχόν δεν προλάβεις, φταις εσύ. Έτσι, το άγχος εσωτερικεύεται και η άτιμη φράση «δεν προλαβαίνω» μετατρέπεται σε μόνιμη κατάσταση ύπαρξης.
Η ειρωνεία είναι ότι, αντικειμενικά, έχεις περισσότερο ελεύθερο χρόνο συγκριτικά με προηγούμενες γενιές. Υποκειμενικά όμως νιώθεις διαρκώς πως είναι ένα βήμα πίσω. Αυτό συμβαίνει γιατί ο χρόνος σου δεν είναι πια δικός σου. Είναι κατακερματισμένος, διακοπτόμενος, πάντα διαθέσιμος για άλλους. Και όταν ο χρόνος χάνει τη συνοχή του, χάνει συνεπακόλουθα και τη χαλαρότητά του.
Το σύνδρομο του «δεν προλαβαίνω» παραμένει ωστόσο συλλογικό σύμπτωμα. Δεν λύνεται με καλύτερο σχεδιασμό ή πιο αυστηρό πρόγραμμα, αλλά με επαναδιαπραγμάτευση αξιών. Με το να αναρωτηθείς: τι αξίζει όντως τον χρόνο σου; Τι μπορεί να περιμένει; Και τι, τελικά, δεν χρειάζεται να γίνει καθόλου;
Σχήμα οξύμωρο όμως πλέον η επανάσταση είναι να τολμήσεις να κάνεις λιγότερα κι όχι να φορτώσεις την καμπούρα σου με έξτρα δουλειές και υποχρεώσεις. Να πεις μεγαλόφωνα πρώτα από όλα στον εαυτό σου «προλαβαίνω» μόνο απέναντι σε ό,τι πραγματικά έχει νόημα.