Το ολοκαύτωμα μέσα από τα μάτια των παιδιών

Η ιστορικός Ποθητή Χαντζαρούλα φέρνει στο φως μαρτυρίες εβραιόπουλων της ελληνικής κοινότητας από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το ολοκαύτωμα μέσα από τα μάτια των παιδιών

Ποτέ μια ιστορία για μία κοινότητα δεν είναι απλώς η ιστορία μιας κοινότητας. Τέτοιες μελέτες επιχειρούν να αποτυπώσουν το ευρύτερο πλέγμα πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας που αλληλεπιδρά με τον χώρο και τον χρόνο δράσης της συγκεκριμένης κοινότητας.

Οι ελληνικές εβραϊκές κοινότητες είναι ένα πεδίο χωρίς πολλές σε βάθος ιστορικές έρευνες τόσο όσον αφορά τις ρίζες του εν Ελλάδι εβραϊσμού, όσο και το βίωμα του ολοκαυτώματος. Το βιβλίο της ιστορικού Ποθητής Χαντζαρούλα «Τα παιδιά θυμούνται το Ολοκαύτωμα- Μαρτυρία, Ιστοριογραφία, Μνήμη» που κυκλοφόρησε μέσα στο 2023 από τις εκδόσεις Πλέθρον θέτει στο επίκεντρο της ιστορικής έρευνας τους ελληνο-εβραϊκούς πληθυσμούς και το διαγενεακό τραύμα του ολοκαυτώματος.

Το βιβλίο κινείται σε δύο άξονες: αφενός εκείνον της μνήμης των ιστορικών υποκειμένων, και αφετέρου εκείνον της περισσότερο γεγονοτολογικής διάστασης που περιγράφει το πλαίσιο της δοκιμασίας των παιδιών (μετακινήσεις από πόλη σε πόλη, κρύψιμο σε σπίτια, κομβικές στιγμές για τους γονείς, δίκτυα και επαφές που βοήθησαν, θεσμικές συμπεριφορές, στήριξη και δράσεις των εβραϊκών κοινοτήτων). Έτσι, πέρα από το πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο συνέβησαν τα τραυματικά τους βιώματα, η συγγραφέας εστιάζει και στο πλαίσιο στο οποίο τα βιώματα αυτά εννοιολογήθηκαν από τους πληροφορητές- κάτι εξαιρετικά πολύτιμο σε εργασίες που βασίζονται στην προφορική ιστορία, όπως αυτή της Ποθητής Χαντζαρούλα. 

Ίσως αρκετοί, ακόμα και αν τους λείπουν πραγματολογικά στοιχεία, να θεωρούν πως δεν υπάρχουν πολλά που αξίζει ακόμη να μάθουν για την εμπειρία της Shoah και τις χαρακιές που άφησε στην ανθρωπότητα. Οι αναμνήσεις των παιδιών της Π. Χαντζαρούλα είναι ένα ιστορικό έργο που διαψεύδει αυτή την εντύπωση, και το κάνει μέσα από τις μαρτυρίες του τραύματος και του μετατραύματος. Η όλη προσπάθεια εμπλουτίζει τις πηγές και τις ερμηνευτικές προτάσεις για την ελληνική κοινωνική Ιστορία της δεκαετίας του 1940 και τις εγχώριες μελέτες για την μνήμη – δύο ακόμη πολύτιμες συμβολές.

Η Χαντζαρούλα δίνει τον λόγο στα παιδιά του ολοκαυτώματος ανιχνεύοντας το παιδικό βίωμα ενός ανηλεούς και απάνθρωπου διωγμού, τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά κληρονόμησαν το οικογενειακό και φυλετικό τραύμα και τον τρόπο που το επεξεργάστηκαν ή δεν το επεξεργάστηκαν στις αναμνήσεις και τις μετα-αναμνήσεις τους.

Στις παιδικές αφηγήσεις καταγράφονται γεγονότα όπως η πραγματικότητα των στρατοπέδων, ο αποχωρισμός από τους γονείς, ο εκτοπισμός, η πείνα. Ο εγκλεισμός αλλά και συναισθήματα όπως ο φόβος, η απελπισία, η δυστυχία, αλλά και η ντροπή, η μεταπολεμική αναζήτηση και εύρεση μιας «άλλης» ταυτότητας. Δεν μπορούμε ποτέ να συλλάβουμε πλήρως τις σκέψεις, τη ζωή, και τα αισθήματα των παιδιών στην αιχμαλωσία, λέει η συγγραφέας φωτίζοντας μικρές στιγμές από μια καθημερινότητα φρίκης: «Κατά τις ατελείωτες ώρες που περνούσαν άσκοπα περιμένοντας τους γονείς τους να επιστρέψουν από την καταναγκαστική εργασία και κατά τη διάρκεια του ατελείωτου μαρτυρίου της πείνας τα πλημμύριζε ένας φόβος που έμεινε μαζί τους για πάντα».

Μια πληροφορήτρια, η Φλώρα Μπενβενίστε (Μοδιάνο) αναφέρει: «Άσχημες μέρες. Δεν ήταν ζωή αυτό. Στο στρατόπεδο κλαίγαμε καθημερινά. Δεν έχω να σας πω κάποια ιστορία. Ήταν τόσο σκοτεινά, τόσο άσχημα. Πιστεύαμε ότι δεν θα βλέπαμε ποτέ μια καλή μέρα». Οι ιστορίες χρειάζονται μια πλοκή και το στρατόπεδο ενσαρκώνει την άρνηση πλοκής, σχολιάζει με οξυδέρκεια η συγγραφέας. Η συνθήκη των στρατοπέδων ήταν μια συνθήκη που καταργούσε την ελπίδα- ειδικά για τα παιδιά που ο ορίζοντας προσδοκιών τους δεν είναι μεγάλος.

Με όρους φωτογραφίας θα μπορούσαμε να πούμε πως η Χαντζαρούλα «αλλάζει φακό» σε ό,τι αφορά τη μελέτη του ολοκαυτώματος στην Ελλάδα. Είναι μια εξαιρετικά ωφέλιμη προσέγγιση για την εγχώρια  ιστορία της Shoah, καθώς η μνήμη των παιδιών συνθέτει μια ιδιαίτερη πραγματικότητα του ολοκαυτώματος η οποία παραμένει κρυμμένη κάτω από τις φρικιαστικές αφηγήσεις των ενηλίκων επιζώντων. Μελετώντας το παιδικό βίωμα της εβραϊκής γενοκτονίας, η συγγραφέας αναδεικνύει υποφώσκουσες πτυχές της σύγχρονης εβραϊκής και ελληνικής ιστορίας, ενώ συνεισφέρει στην συζήτηση για το πώς μπορούν να αποτελέσουν ιστορικό εργαλείο πεδία όπως η διαγενεακή μετάδοση του τραύματος, η διαχείρισή του και η συγκρότηση μιας νέας φυλετικής ή/και πολιτισμικής ταυτότητας.

Η ανάμιξη της ελληνικής κοινωνίας στο δράμα των εβραίων αρχίζει με τον εντοπισμό τους από τις ναζιστικές αρχές και κορυφώνεται μετά την απελευθέρωση και την επιστροφή των επιζώντων. Η Χαντζαρούλα περιγράφει μια πολυεπίπεδη κατάσταση στην οποία οι έλληνες εβραίοι αναζητούσαν τις περιουσίες τους και ταυτόχρονα την θέση τους στις τοπικές κοινωνίες μέσω μιας επανένταξης που συχνά ήταν πολύ δύσκολη.

Η μεταβολή στους τρόπους συγκρότησης της εβραϊκής ταυτότητας αναδεικνύει και το  ζήτημα- «ταμπού» του ελληνικού αντισημιτισμού, καθώς και τον ρόλο που έπαιξαν εβραϊκές κοινότητες όπως της Θεσσαλονίκης στο μαρτύριο των εβραίων. Προχωρώντας περισσότερο η συγγραφέας αναφέρεται στις διαφορετικές πτυχές του εγχώριου αντισημιτισμού, επισημαίνοντας τη διάκριση μεταξύ φυλετικού και θρησκευτικού αντισημιτισμού και την «σύμφυσή» τους η οποία είναι ορατή στις παιδικές αφηγήσεις.    

Έτσι, περιγράφει το πώς η εβραϊκή κοινότητα συγκρότησε μεταπολεμικά την υπερ-εβραϊκή της ταυτότητα, την περιχαράκωσε και την ανατροφοδότησε με εσωστρέφεια- «entre mozotros, αναμεταξύ μας». Η εβραϊκότητα γίνεται μια συνειδητή επιλογή, μια αυτοεπιβεβαίωση που ορθώνεται σαν περήφανη απάντηση στον αντισημιτισμό και τις προσπάθειες εξόντωσης των εβραίων, λέει η Χαντζαρούλα.   

Ο αναγνώστης σταδιακά αντιλαμβάνεται την κοινωνική και πολιτισμική μηχανική βάσει της οποίας δημιουργήθηκε μια κοινότητα συντηρητική και σχεδόν περίκλειστη. Λέει ένα παιδί του ολοκαυτώματος για την μεταπολεμική συμπεριφορά των γονιών της: «Θύμωνα με τη μητέρα μου όταν δεν μιλούσε ελληνικά σε δημόσιους χώρους (…) δεν έμαθε τη γλώσσα ούτε όταν γεννήθηκαν τα αγόρια μου· πείραζαν πάντα τους γονείς μου για τα λάθη που έκαναν. Ήταν πολύ περήφανοι και εγωιστές για την κληρονομιά τους. Δεν συναναστρέφονταν άλλους έξω από την κοινότητα. Φοβόντουσαν πάντα ότι θα άκουγαν πράγματα που θα τους έκαναν να στεναχωρηθούν».  

Οι αφηγήσεις εβραίων από διαφορετικές ελληνικές πόλεις με εβραϊκές κοινότητες, όπως η Θεσσαλονίκη, η Αθήνα και ο Βόλος επιτρέπουν να διαπιστώσουμε τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους συγκροτήθηκε όχι μόνο η τραυματική μνήμη, αλλά και η ταυτότητα ως θυμάτων της Shoah και ως επανεντάξιμων πολιτών. Αξίζει να αναφερθεί το παράδειγμα των εβραίων του Βόλου. Όπως επισημαίνει η Ποθητή Χαντζαρούλα, οι εβραίοι του Βόλου που έμειναν κρυμμένοι στις περιοχές τις οποίες διοικούσε ο ΕΛΑΣ αντλούσαν την ταυτότητά τους κυρίως από την συμμετοχή τους στην Αντίσταση. Καθώς αναγνώριζαν τον εαυτό τους ως μαχητή της Αντίστασης, είχαν την τάση να συνδέουν την μοίρα τους με εκείνη του μη εβραϊκού πληθυσμού που πήρε μέρος στην Αντίσταση, προσθέτει.

Το διαφορετικό πολεμικό βίωμα της Αντίστασης και της πολιτικής αφύπνισης παρήγαγε μια άλλη δέσμη σχέσεων των ελλήνο-εβραίων με τις εγχώριες κοινωνικές ομάδες. Η συμμετοχή στο αντάρτικο, η βοήθεια μελών της αριστεράς και η ταξική αλληλεγγύη είχαν κατά περιπτώσεις τον δικό τους ρόλο. Αναφέρει ένας γηραιός εβραίος σε συνέντευξή του το 2011: «Όταν τους γνώρισα τους πρώτους κομμουνιστές πολύ με βοήθησαν να αποβάλλω, να λευθερωθώ, πάρα πολύ. Με βοήθησε η αντίσταση πάρα πολύ, όχι εμένα, όλον τον κόσμο. Πολύ με βοήθησε στη συμπεριφορά μου- το χαρακτήρα όχι βέβαια(…) Κατ’ αρχή με έκανε άθρησκο. Ξέρω ότι όλες οι θρησκείες είναι έργο των ανθρώπων (…) και η εβραϊκή θρησκεία έχει πολύ ωραία πράγματα, έχει υγιεινή, έχει ηθική, έχει εργατική νομοθεσία, έχει οικογενειακό δίκαιο η Τορά, Τα έχουμε όμως αυτά και επιστημονικά μάλιστα. (…) Αλλά με βοήθησε πολύ, αυτά τα ελεύθερα μυαλά της Αντίστασης. Γιατί είχα την τύχη να γνωρίσω ελεύθερα μυαλά. Και έλεγα πολλές φορές ‘τι; Στραβός ήμουνα; Δεν έβλεπα;’».     

Σκοπός της Χαντζαρούλα δεν είναι να συγκινήσει ή να προτρέψει τον αναγνώστη στον ανθρωπιστικό οίκτο απέναντι στους παθόντες του ολοκαυτώματος. Η αναψηλάφηση του ολοκαυτώματος δημιουργεί συνδέσεις και δεσμούς στα άτομα που αναγνωρίζουν την ομοιότητα των εμπειριών τους. Το ιστορικό τραύμα δένει μεταξύ τους τις γενιές.

Η συγγραφέας επιστρέφει από την καταβύθισή της στις παιδικές και τις ενήλικες μαρτυρίες έχοντας να προσφέρει ευρήματα και σκέψεις για την λειτουργία της μνήμης και την ιστοριογραφική συζήτηση, την οποία μελετά σε σχέση με το ίδιο το ολοκαύτωμα. Το «Τα παιδιά θυμούνται το ολοκαύτωμα» είναι ένα βιβλίο πρωτίστως  για εκπαιδευμένους στην ιστορική γραφή αναγνώστες. Πυκνογραμμένο και με πληθώρα πληροφοριών στο πρώτο του μέρος ολοκληρώνει την πολύ χρήσιμη ματιά του στα επόμενα συναρπαστικά κεφάλαια. Το τραύμα και η μνήμη παράγουν ιστορικά αποτελέσματα και η μελέτη της Ποθητής Χαντζαρούλα είναι από τους καλύτερους τρόπους για να κατανοήσει ο απαιτητικός αναγνώστης το πως συμβαίνει αυτό. Αξίζει τον κόπο.

Ποθητή Χαντζαρούλα
Τα παιδιά θυμούνται το ολοκαύτωμα- μαρτυρία, Ιστοριογραφία, Μνήμη
Εκδόσεις Πλέθρον
2023
σ. 360  

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v