Nέα γεωργία: Φυτοπροστασία και συμβατική καλλιέργεια
Οι ήπιες μέθοδοι φυτοπροστασίας επεκτείνονται από τις «βιολογικές» στις συμβατικές καλλιέργειες. Ποιες οι νέες εξελίξεις γύρω από την αγροτική παραγωγή.
Παλαιότερο των 360 ημερών
του δρ Μανούσου Εμμ. Καμπούρη
Καθώς η πρωτογενής παραγωγή φαίνεται η πλέον βατή προοπτική οικονομικής ανάπτυξης της χώρας σε βιώσιμη βάση, η αγροτική παραγωγή ξαναποκτά νόημα ως κάτι περισσότερο από ένα πρόσχημα για επί πληρωμή ψηφοθηρία, όπως γινόταν με τις επιδοτήσεις του θαψίματος που χρηματοδοτούσαν την εμπορία εις βάρος της κατανάλωσης. Για το λόγο αυτό πλέον απαιτούνται ορθές γεωπονικές πρακτικές, που θα εξασφαλίζουν αειφορία, σε συνδυασμό με μεγιστοποίηση της απόδοσης και βελτίωση της ποιότητας.
Η χρήση χημικών για προστασία των καλλιεργειών (ζιζανιοκτόνα, μυκητοκτόνα κλπ) μειώνει την οικονομική ζημιά αλλά μερικώς υποβαθμίζει την ποιότητα και την αγοραία αξία των προϊόντων, που χάνουν έδαφος όσον αφορά τις τιμές απέναντι σε σοδειές που έχουν μικρότερη απόδοση και υψηλότερο κίνδυνο αλλά δεν χρησιμοποιούν χημικά προϊόντα («οργανικές» και «βιολογικές» καλλιέργειες). Οι δεύτερες είναι περιορισμένες με αποτέλεσμα πολύ υψηλότερες τιμές και αδυναμία ευρύτατων κοινωνικών στρωμάτων στην πρόσβαση σε αυτές.
Λόγω όλων αυτών, ο Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός «Δήμητρα» χρησιμοποιεί την συγχρηματοδότηση με κονδύλια του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου για την ώθηση της γεωργικής έρευνας σε μια σειρά τομέων.
Αρκετές δεκάδες προτάσεων έχουν εγκριθεί στα πλαίσια του ΑγροΕΤΑΚ και η αντίστοιχη έρευνα υλοποιείται ήδη σε διαφορετικές μονάδες του ΕΛΓΟ ανά την επικράτεια. Μια τέτοια πρόταση, που υλοποιείται στο Ινστιτούτο Προστασίας Φυτών Πάτρας, επιδιώκει να μεταφέρει στην αγροτική πρακτική μεθόδους μοριακής βιολογίας, (δηλαδή εξέτασης του DNA), που ήδη χρησιμοποιούνται στο εξωτερικό-αλλά και στο εσωτερικό, όμως σε θέματα Ιατρικής, εγκληματολογίας, ελέγχου πατρότητας και οικογενειακού δικαίου.
Η βασική ιδέα είναι η έγκαιρη αντίληψη της ακριβούς φύσης μιας επιδημίας ώστε να αντιμετωπίζεται άμεσα και με την ορθή μεθοδολογία και μέσα, για να μειωθεί η οικονομική απώλεια. Στην συγκεκριμένη περίπτωση επιλέχθηκαν ως παθογόνοι προς ανίχνευση διάφοροι μύκητες που προτιμούν την πατάτα (οποιοδήποτε τμήμα του φυτού), καθώς κάποιοι από αυτούς προκαλούν τον γνωστό περονόσπορο, που ήταν υπεύθυνος για τον λιμό της Ιρλανδίας του 19ου αιώνα ο οποίος οδήγησε στη μαζική ιρλανδική μετανάστευση στις ΗΠΑ, ενώ προτάθηκε η χρήση του ως βιολογικό όπλο κατά της Γερμανίας από τους συμμάχους στο Β’ΠΠ.
Η ταχεία αντίληψη της ασθένειας γίνεται με τον έλεγχο προσβεβλημένων φυτών (σαν πρώτη εφαρμογή επιλέχθηκε η πατάτα) για παρουσία πάνω ή και μέσα σε αυτό DNA μύκητα. Αν αυτή η πρώτη εξέταση είναι θετική, μια σειρά επόμενων βημάτων θα οδηγεί στον αποκλεισμό πιθανοτήτων και στην ακριβέστερη κατονομασία («διάγνωση») του υπεύθυνου παράγοντα, δηλαδή ποιος μύκητας είναι (υπάρχουν περί τους 19 στην Ελλάδα, εκ των οποίων οι 13 συχνότεροι και σημαντικότεροι). Αυτό, αν γίνει σχετικά γρήγορα (σε δύο μέρες αντί των 10 ή περισσότερων με τις παλαιότερες μεθόδους) επιτρέπει την άμεση χρήση μόνο του κατάλληλου φυτοφαρμάκου.
Έτσι δεν επιβαρύνεται ο καλλιεργητής, η καλλιέργεια-και το περιβάλλον- με ένα φάρμακο που μπορεί και να μη δουλέψει, όπως γίνεται στις «εμπειρικές χρήσεις», παρά το σημαντικό κόστος του, το οποίο θα αντικατασταθεί από ένα άλλο και ίσως και από τρίτο. Ούτε αναγκάζεται ο καλλιεργητής να κάνει προληπτικούς («εποχιακούς») ψεκασμούς, που είναι δυσχερής, ακριβή και περιβαλλοντικά επιβλαβής διαδικασία η οποία σε βάθος χρόνου υποβαθμίζει το έδαφος. Εξίσου σημαντικό, ο ψεκασμός με φυτοφάρμακα δημιουργεί ανασφάλεια στον καταναλωτή για την ποιότητα και ασφάλεια του αγροτικού προϊόντος και επάγει την εμφάνιση ακόμη ανθεκτικότερων παθογόνων παραγόντων που απαιτούν μεγαλύτερες δόσεις από ισχυρότερα φυτοφάρμακα. Θεωρητικά, ο ψεκασμός θα γίνεται μόλις εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα μιας φυτονόσου για να σώσει την παραγωγή, ενώ σε κάθε περίπτωση η διάγνωση της φυτονόσου θα γίνεται ταχύτερα και ακριβέστερα. Δεν είναι τυχαίο ότι παρόμοιες προσεγγίσεις από 20ετίας χρησιμοποιούνται κατά κόρον στις δυτικές χώρες.
Το μυστικό είναι ο ειδικός πολλαπλασιασμός, μέσα από ένα δείγμα του φυτού, συγκεκριμένου τμήματος από το DNA του μύκητα, αν υπάρχει, με τη διαδικασία της PCR. Οι ιδιότητες του πολλαπλασιασθέντος αυτού DNA, όπως το μήκος και η σειρά των 4 βάσεων που το αποτελούν («αλληλουχία») προδίδουν την ταυτότητα του αντίστοιχου οργανισμού –φορέα («ταυτοποίηση») σύμφωνα με μια σειρά ποιοτικών και ποσοτικών κανόνων. Επομένως, αυτό που είναι σημαντικό για την επιτυχία του προγράμματος, είναι η δυνατότητα να ληφθεί τοDNA του παθογόνου μύκητα μέσα σε μια πληθώρα DNA του ασθενούς φυτού αλλά και μη παθογόνων μικροοργανισμών (βακτηρίων, μυκήτων κλπ) και να πολλαπλασιαστεί έτσι ώστε να μπορούν να προσδιοριστούν οι ιδιότητές του που θα επιτρέψουν τη διαφοροποίηση του υπεύθυνου μύκητα από άλλους, «συνήθεις υπόπτους» όπως άλλοι μύκητες, σκουλήκια, έντομα, ιοί και βακτήρια. Και όλα αυτά πρέπει να γίνουν με τρόπο λιτό και οικονομικό, ώστε να υλοποιούνται σε όσο το δυνατόν περισσότερες αποκεντρωμένες μονάδες του ΕΛΓΟ για διευκόλυνση των αγροτών.
Ένα άλλο πρόγραμμα κάνει το αντίθετο: χρησιμοποιεί φυτόφυλλους, εντομοπαθογόνους μύκητες (δηλαδή μύκητες που μολύνουν τα φυτά και συμβιώνουν μαζί τους χωρίς να τα βλάπτουν, αλλά μολύνουν τα έντομα που επισκέπτονται τα φυτά προκαλώντας τους νόσους ή και θάνατο) προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ζημιές που προκαλούν οι αφίδες σε διάφορες καλλιέργειες. Εκτός από την ζημιά που κάνουν οι ίδιες οι αφίδες στο φυτό, προξενούν επιπλέον βλάβη μεταφέροντας φυτοπαθογόνους ιούς (όπως τα κουνούπια μεταφέρουν τον παράγοντα της ελονοσίας).
Πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση που εξετάζει διάφορες παραμέτρους στο σύστημα φυτό-μύκητας-αφίδα. Και μόνο η μείωση της ιοφόρου ικανότητας της αφίδας (δηλαδή της συχνότητας με την οποία μεταδίδει τους διάφορους φυτοϊούς από ένα μολυσμένο φυτό σε ένα άλλο, υγιές) θα είναι μεγάλη πρόοδος, ενώ ευχής έργο θα ήταν η πλήρης αναστολή της επιζήμιας δράσης, ώστε να αποφεύγονται οι ακριβές για τον αγρότη και δυνητικά επικίνδυνες για τον καταναλωτή χρήσεις εντομοκτόνων.