Boyhood: Ένα ενδιαφέρον κινηματογραφικό πείραμα

Είδαμε την πολυσυζητημένη ταινία που ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ γύριζε επί 12 χρόνια (από τα 6 ως τα 18 του πρωταγωνιστή της) και μεταφέρουμε προβληματισμούς και εντυπώσεις.
Boyhood: Ένα ενδιαφέρον κινηματογραφικό πείραμα
του Λουκά Τσουκνίδα
 
Πάνε λίγοι μήνες τώρα, που η νέα ταινία του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ περιηγείται σε Φεστιβάλ και κινηματογραφικές αίθουσες ανά τον κόσμο κι οι κουβέντες περί αριστουργήματος δε λένε να κοπάσουν. Το “Boyhood” όμως, όντας περισσότερο ένα κινηματογραφικό πείραμα παρά μια άρτια κινηματογραφική κατασκευή, διαθέτει αρκετές αδυναμίες που σε άλλη περίπτωση ίσως και να χαντάκωναν το τελικό αποτέλεσμα και να έκαναν τους κριτικούς να στραβώνουν τη μούρη, δύσπιστοι για τις φήμες που προηγήθηκαν της ταινίας. Είναι άραγε τόσο δυνατή μια επικοινωνιακή αλυσιδωτή αντίδραση και η τάση μας να “καβαλάμε το κύμα” ή ο Λινκλέιτερ βρήκε μια μαγική ισορροπία μεταξύ των ατελειών και των αρετών του δημιουργήματός του;

Η υπόθεση

Μέσα από μια συρραφή σύντομων περιόδων στη ζωή ενός πιτσιρικά απ' το Τέξας που εκτείνονται απ' τα 6 έως τα 18 του χρόνια, παρακολουθούμε το πέρασμα του απ' την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση.



Η κριτική

Σ' αυτήν την εποχή της υπερπληροφόρησης θα ήταν σχεδόν αδύνατο να μη γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων περι τίνος πρόκειται, ότι δηλαδή, ο Λινκλέιτερ γύρισε την ταινία του σε ένα διάστημα 12 χρόνων —κάνοντας ετήσια γυρίσματα— με έναν πρωταγωνιστή που έχει ακριβώς την ηλικία του ήρωα, μεγάλωσε δηλαδή παράλληλα με τον χαρακτήρα του. Το ίδιο ισχύει, προφανώς, και για τους υπόλοιπους ηθοποιούς και συντελεστές οι οποίοι επέστρεφαν κάθε χρόνο στο πλατό μέχρι να ολοκληρωθεί το πρότζεκτ. Αυτή είναι και η ιδιαιτερότητα της ταινίας που, υποθέτω, ότι κάνει και τη διαφορά μιας και αν γυριζόταν με παραδοσιακό τρόπο —κάτι που προφανώς δεν θα “χαλούσε” κανέναν θεατή— η υποδοχή και η κριτική θα ξεκινούσαν από άλλη βάση.

Η έννοια του χρόνου, της αντίληψης και της εμπειρίας του είναι κάτι που έχει απασχολήσει τον τεξανό δημιουργό ουκ ολίγες φορές στην πολυετή καριέρα του. Όμως, όπως και να το κάνουμε, παραμένει μια έννοια φιλοσοφική όσο και φυσική, την οποία ελάχιστοι από εμάς —και ο Λινκλέιτερ δεν αρνείται ότι είναι ένας από εμάς— μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως, πόσο μάλλον να αναλύσουμε την εμπειρία της και να την κάνουμε “λιανή” σε ένα ευρύ κοινό που έρχεται να δει σινεμά, να ψυχαγωγηθεί, να ταυτιστεί και να συγκινηθεί. Έτσι λοιπόν, ο δημιουργός κάνει το αμέσως επόμενο δυνατό, “ψάχνεται” ο ίδιος σε κοινή θέα και μας κάνει κοινωνούς των υποθέσεων εργασίας και των πειραμάτων του.

Ένα τέτοιο ήταν π.χ. η τριλογία “Before...”, όπου συναντούμε τους δύο ήρωες —που έχουν την ηλικία των δύο ηθοποιών— τρεις φορές με απόσταση 6 χρόνων και τους παρακολουθούμε να βιώνουν τρεις διαφορετικές φάσεις της ζωής και της σχέσης τους. Απλώς, εκεί δε γνωρίζαμε ότι παρακολουθούμε ένα πείραμα κι έτσι αφεθήκαμε στην κινηματογραφική εμπειρία. Το “Boyhood” είναι κάτι άλλο. Είναι το αποτέλεσμα ενός πειράματος που, εκ των πραγμάτων, δε θα μπορούσαμε να έχουμε παρακολουθήσει και το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον ίσως υπερισχύει του ψυχαγωγικού. Για τους κριτικούς αυτό περισσότερο παρά για το κοινό, το οποίο όμως παρασύρεται εύκολα απ' το ενδεχόμενο να αντιληφθεί το μεγαλειώδες εκεί που έχει προηγουμένως ακούσει ότι βρίσκεται. Αντίστοιχα, εύκολα δελεάζεται και να απορρίψει μια τέτοια υπόθεση ως φούσκα, χωρίς να της δώσει καμία ευκαιρία.

Τέλος πάντων, το “Boyhood” είναι εν τέλει μια κινηματογραφική ταινία κι εξ ολοκλήρου μυθοπλασία, ασχέτως της γνωστής σε όλους ιδιαιτερότητάς της, και ως τέτοια καλούμαστε να την βιώσουμε και να την κρίνουμε. Απ' αυτή την άποψη λοιπόν, πρόκειται για μια καταγραφή της παιδικής ηλικίας του Μέισον Τζούνιορ ή της ανάμνησης αυτής της παιδικής ηλικίας, κατά την προσφιλή συνήθεια του δημιουργού, απ' την τρυφερή ηλικία των 6 ετών —όταν και οι αναμνήσεις καταγράφονται πιο ζωντανά— έως την σημαδιακή ηλικία των 18. Οι αναμνήσεις λοιπόν, έτσι όπως συνυπάρχουν στο κεφάλι μας την ίδια στιγμή, αποτελούν το τέλειο παράδειγμα για την υπόθεση του Λινκλέιτερ ότι “όλα συμβαίνουν τώρα”, η πραγματικότητα όμως και οι απαιτήσεις μιας κινηματογραφικής αφήγησης τον προσγειώνουν απότομα σε μια συμβατική, γραμμική εξιστόρηση γεμάτη από κοινότοπες εξελίξεις και μετέωρα, μέσα στην αποσπασματική αφήγηση, περιστατικά που αντικαθιστούν τα μεγάλα “σινε-κλισέ” που επέλεξε να αποφύγει, όπως το πρώτο φιλί ή τα 16α γενέθλια.

Στη ζωή του —ή στην ανάμνησή του απ' αυτήν— ο Μέισον Τζούνιορ μοιάζει αποστασιοποιημένος, σχεδόν όσο κι ο θεατής, στέκει αμέτοχος την ώρα που οι άλλοι χαρακτήρες ζουν όσα τους έχει αναθέσει ο δημιουργός και περιμένει στωικά, θαρρείς, το τέλος της περιόδου της ζωής του η οποία ορίζεται απ' τον τίτλο του φιλμ. Περιμένει να πάψει να είναι αγόρι, “να γίνει άντρας”, χωρίς να είναι σίγουρος τι σημαίνει αυτό, αφού μεγαλώνει χωρίς ουσιαστικό αντρικό πρότυπο —όχι ότι αυτό είναι απαραίτητα κακό— μιας και οι άντρες που βρίσκονται κοντά του είτε δεν έχουν βγει ακόμη απ' την παιδική ηλικία, όπως ο βιολογικός του πατέρας, είτε αυτοκαταστρέφονται λαχταρώντας ενδόμυχα να επιστρέψουν σ' αυτήν, όπως οι επόμενοι σύζυγοι της μητέρας του.

Ίσως αυτό που βλέπουμε μέσα απ' τα μάτια του Λινκλέιτερ να είναι ότι ο χρόνος και το πέρασμά του αποκτούν νόημα, ή το χάνουν, ανάλογα με το πώς εμείς επιλέγουμε να τα βιώσουμε. Ο βιολογικός πατέρας επιλέγει τελικά να ωριμάσει κρατώντας λίγο απ' το παιδί που ήταν μέσα του την ώρα που ο Μέισον Τζούνιορ ωριμάζει εκβιαστικά, βλέποντας τη μάνα του να ταλαιπωρείται απ' τους “ώριμους” άντρες με τους οποίους αντικατέστησε τον “ανώριμο”, διερωτώμενος τελικά για ποιο λόγο πρέπει να τα κάνουμε όλα στην ώρα τους και όχι όποτε νιώθουμε. Το ότι η “έλευση” της μεγάλης αδερφής του ήταν ένα “ατύχημα” το οποίο συρρίκνωσε το χρόνο για τους, πολύ νεαρούς τότε, γονείς του είναι ένα ενδεικτικό στοιχείο από 'κείνα που διαμορφώνουν τη συνειδητοποίησή του γύρω απ' αυτόν.

Γνωρίζοντας ότι ο δημιουργός πρόσθεσε αυτοβιογραφικά στοιχεία στις “αναμνήσεις” του μικρού ήρωά του καθώς και το ότι είναι ένας άντρας που δεν ακολούθησε στη ζωή του το “συμβατικό χρονοδιάγραμμα” το απαύγασμα του πειράματός του αποκτά μια κάποια συνοχή. Δεν απαντά, βέβαια, στα ερωτήματα που γεννά, αλλά δικαιολογεί την ύπαρξή τους κι αυτό είναι κάτι που ο θεατής μπορεί να πάρει μαζί του φεύγοντας. Αν, φυσικά, διατηρήσει το ενδιαφέρον του για όσα γίνονται στην οθόνη σε όλες τις 3-παρά-κάτι ώρες που διαρκεί το φιλμ και αν δεν ξενερώσει από τις σκόρπιες λεπτομέρειες που υποτίθεται ότι δίνουν ένα χρονολογικό ή ιδεολογικό στίγμα, αλλά μοιάζουν κυριολεκτικά ξεκάρφωτες έως και δημαγωγικές.

Από τεχνικής άποψης, η αισθητική συνέπεια είναι αξιοθαύμαστη για μια δουλειά που έγινε τόσο αποσπασματικά, στους διαλόγους όμως είναι κάπου-κάπου εμφανές ότι οι ηθοποιοί δε θυμούνται τι έλεγαν στις προηγούμενες σκηνές και κυρίως “πώς το έλεγαν”. Ειδικά η Πατρίτσια Αρκέτ, μοιάζει να παλεύει διαρκώς με τις διάφορες αποχρώσεις του χαρακτήρα της, ενώ ο Ίθαν Χοκ απλώς επιμένει στις μανιέρες του και δικαιώνεται αφού ο χαλαρός και ανώριμος Μέισον Σίνιορ είναι κομμένος και ραμμένος για 'κείνον. Η κόρη του σκηνοθέτη Λόρελεϊ είναι υπέροχη στο ρόλο της αδερφής του Μέισον Τζούνιορ, Σαμάνθα, αν και μεγαλώνοντας μοιάζει σα να βγαίνει σιγά-σιγά απ' αυτόν επιχειρώντας ασυναίσθητα να επισπεύσει την απεμπλοκή της απ' το μακροχρόνιο πρότζεκτ που θα μείνει για πάντα μια σημαντική ανάμνηση της παιδικής της ηλικίας —και να πώς το παιχνίδι του Λινκλέιτερ με το χρόνο παιδεύει και τους πραγματικούς εμπλεκόμενους εκτός απ' τους φανταστικούς.

Βασικός εμπλεκόμενος είναι και ο Έλαρ Κολτρέιν, ο πιτσιρίκος που επιλέχθηκε για πρωταγωνιστής, για να μεγαλώσει παράλληλα με τον ήρωά του και, πιθανότατα, να τον θυμάται για πάντα. Τον βλέπουμε κι εμείς λοιπόν να “αντρεύει” και να ωριμάζει, όχι μόνο σαν χαρακτήρας της ταινίας αλλά και ως ηθοποιός. Μεγαλώνοντας γίνεται πιο ενεργός, η ερμηνεία του αποκτά συναισθηματικό εύρος και ο Μέισον Τζούνιορ μοιάζει να μπολιάζεται και με δικές του ανησυχίες, κάτι που συμβάλλει τα μέγιστα στην αληθοφάνεια ενός κακογραμμένου, κακά τα ψέμματα, σεναρίου και στην μερική επιτυχία του πειράματος του δημιουργού —στο ερμηνευτικό επίπεδο τουλάχιστον.

Το “Boyhood” είναι μια ταινία που από μέτρια γίνεται καλή μετά το πρώτο μισό και τη γνωριμία μας με τον ήρωά της. Διαθέτει καλές στιγμές όσο και μερικές πολύ κακές, ενώ το κεντρικό της θέμα αποδεικνύεται αρκετά δυνατό για να τραβήξει το ενδιαφέρον εκεί που η αφήγηση πάει να το “σκοτώσει”.

Βγαίνουν ακόμη:
Η όμορφη ισπανική κομεντί “Living is Easy with your Eyes Closed” του Νταβίντ Τρουέμπα, το σίκουελ “Sin City: A Dame to Kill For” του Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, η περιπέτεια “Into the Storm”, η ταινία τρόμου “Deliver Us From Evil”, “H Τελική Αποπληρωμή” του Αλέξανδρου Λεονταρίτη και “Η Τελευταία Φάρσα” του Βασίλη Ραΐση.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v