American Hustle: Ιστορίες απάτης στην Αμερική του '70

Ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ σκηνοθετεί ένα all star cast σε μια καλοπαιγμένη ιστορία απάτης και αυταπάτης στην Αμερική του ‘70, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα.
American Hustle: Ιστορίες απάτης στην Αμερική του 70
του Λουκά Τσουκνίδα
 
Ακόμη μια ταινία με ολ-σταρ καστ για φέτος, το “American Hustle” του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ έρχεται να υπερθεματίσει πάνω στην τελευταία εμμονή του Χόλιγουντ με την “αμερικάνικη αυταπάτη”, χωρίς ευτυχώς να σκάει στη μάπα των δημιουργών του όπως άλλες, ακατονόμαστες παρόμοιες απόπειρες. Αντλώντας υλικό από μια γνωστή επιχείρηση του FBI, ο Ράσελ φτιάχνει έναν μύθο μεγαλομανίας, ανικανότητας κι επιβίωσης καταφέρνοντας να μας μπάσει στην ιστορία του αντί να μας βάζει να ψάχνουμε τα “υψηλά νοήματα” πίσω απ’ αυτήν.

Η υπόθεση

Ο Ίρβινγκ Ρόζενφελντ είναι ένας τοπικός μπίζνεσμαν και μικροαπατεώνας. Μαζί με την παρτενέρ και ερωμένη του Σίντνεϊ Πρόσερ, κάνουν τοκογλυφίες και πλουτίζουν προσβλέποντας σε μια απόδραση απ’ τον “κόσμο” τους κι απ’ την προβληματική γυναίκα του Ίρβινγκ, την απρόβλεπτη Ρόζαλιντ. Μια μέρα πιάνονται στη φάκα ενός ζηλωτή πράκτορα του FBI, του Ρίτσι Ντι Μάσο, ο οποίος τους ζητά τέσσερις υποθέσεις δωροδοκίας πολιτικών προσώπων με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Πρώτο “θύμα” είναι ο δήμαρχος του Κάμντεν Καρμάιν Πολίτο, αλλά σύντομα οι “στρατολογημένοι” απατεώνες οδηγούνται πιο βαθιά κι ο Ντι Μάσο γίνεται επικίνδυνα άπληστος...



Η κριτική

Οι ρίζες του “American Hustle” βρίσκονται σε μια γνωστή περίπτωση ξεσκεπάσματος πολιτικής διαφθοράς, αλλά η σχέση του σεναρίου με τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης “Abscam” είναι εξαιρετικά χαλαρή, κάτι που δηλώνεται ευθέως στους τίτλους αρχής με τη φράση “Απ’ όσα θα δείτε, κάποια συνέβησαν στ’ αλήθεια” αντί της πιο συνηθισμένης και σχεδόν πάντα παραπλανητικής “βασίζεται σε αληθινά γεγονότα.”

Ο Ράσελ πήρε το αρχικό σενάριο και το προσάρμοσε στο δικό του όραμα που, απ’ ότι φαίνεται, ήταν η σκιαγράφηση συγκεκριμένων χαρακτήρων ή τύπων, κοινωνών μιας κουλτούρας ανέλιξης κι επιβίωσης, η οποία απαιτεί διαρκείς θυσίες στον “Θεό της διαφθοράς”. Βάζοντάς τους σε μια τεράστια γκρίζα περιοχή, όπου δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, αλλά μόνο μια ανώτερη κάστα “βιοπαλαιστών”, κάνει τους χαρακτήρες του να μοιάζουν συμπαθείς και οικείοι ακόμη, παρά την εμπλοκή τους σε δουλειές που μόνο οικείες και συμπαθείς δεν είναι.

Ο Ίρβινγκ, η Ρόζαλιντ, η Σίντεϊ κι ο Ρίτσι θέλουν, όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά να ξεφύγουν κι απ’ τη ζωή που έχουν, ο καθένας παίζοντας με τα χαρτιά που του έχει μοιράσει η ζωή. Ο Καρμάιν θέλει ν’ αναζωογονήσει τον τόπο του και να φέρει οικονομική ανάπτυξη για τους ψηφοφόρους του. Όλοι πρέπει να χρησιμοποιήσουν τρόπους που πιθανότατα δε θα ενέκρινε κανείς, να στήσουν μικρές ή μεγάλες απάτες ώστε να πάρουν αυτό που θέλουν. Στην πορεία μπλέκονται μεταξύ τους, αλλά προσελκύουν και μεγαλύτερα ψάρια παρ’ ότι δε φαίνεται να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις νέες, αυξημένες απαιτήσεις.

Το βασικό ατού της ταινίας του Ντέιβιντ Ο. Ράσελ, δεδομένης και της στόχευσης στους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους, είναι το καστ. Οι Μπράντλεϊ Κούπερ, Κρίστιαν Μπέιλ και Τζέρεμι Ρένερ είναι άψογοι στις χαμηλών τόνων καρικατούρες τους, αλλά είναι οι γυναίκες που κλέβουν την παράσταση, καθώς η Έιμι Άνταμς με την Τζένιφερ Λόρενς είναι εξαιρετικές σε βαθμό που μάλλον υπερβαίνει και τις απαιτήσεις της ταινίας.

Ευτυχώς, ο δημιουργός δεν ξεχνιέται και μας σερβίρει μια επαρκώς ενδιαφέρουσα πλοκή με τις απαραίτητες ανατροπές, για να μας κρατήσει σε εγρήγορση σε όλο το δίωρο (και κάτι), αλλά και την, πάντα ευπρόσδεκτη, τελική επικράτηση του πιο έξυπνου κι όλα αυτά με τρόπο άψογο από αισθητικής και αφηγηματικής άποψης. Δυστυχώς, το σεναριακό ύφος αμφιταλαντεύεται μεταξύ δραματικού και κωμικού, κάτι που δε σ’ αφήνει ούτε να χαλαρώσεις περιμένοντας την επόμενη γκάφα ούτε να πάρεις όσα βλέπεις και πολύ στα σοβαρά.

Το “American Hustle” είναι μια καλοπαιγμένη ιστορία απάτης και αυταπάτης στην Αμερική του ‘70. Απλώς, δεν είναι τίποτε παραπάνω.

Βγαίνουν ακόμη:
Η νέα ταινία των αδελφών Κοέν “Inside Llewyn Davis” και το γαλλικό βιογραφικό δράμα “Renoir”.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v