Only Lovers Left Alive: Ο Τζάρμους και οι βρικόλακες

Ο Τζιμ Τζάρμους καταπιάνεται με τους βρικόλακες και την κρίση των αξιών, και το αποτέλεσμα είναι οπτικά όμορφο αλλά αφηγηματικά λειψό.
Only Lovers Left Alive: Ο Τζάρμους και οι βρικόλακες
του Λουκά Τσουκνίδα
 
Ο Τζιμ Τζάρμους επιστρέφει στις αίθουσες, όπου με το γνώριμο πλέον ύφος του, αποδομεί κατά μία έννοια τον βαμπιρικό μύθο για να μας ανοίξει ένα παράθυρο προς τον κόσμο των ανθρώπων, τον κόσμο μας, όπως ίσως τον βλέπει πια κι ο ίδιος. Δυστυχώς, ο ελιτισμός του “Only Lovers Left Alive” οδηγεί σε μια ακόμη επιφανειακή προσέγγιση της παρακμής του δυτικού πολιτισμού κι ο έρωτας είναι το μόνο που μένει όρθιο μέσα στο στιλιζαρισμένο ερείπιο το οποίο μένουμε να χαζεύουμε άνευ προφανούς λόγου.

Η υπόθεση

Ο Αδάμ και η Εύα (το πιάσαμε το υπονοούμενο;) είναι δύο βρυκόλακες, δηλαδή δύο άνθρωποι με κοφτερούς και κούφιους κυνόδοντες που πίνουν αίμα για να ζήσουν και άμα λάχει ζουν για πάντα. Οι δύο τους υπήρξαν εραστές κατά διαστήματα και σε διάφορους μακρινούς καιρούς κι έτσι ξανασμίγουν για άλλη μια φορά στο καταρρακωμένο Ντιτρόιτ του σήμερα. Σε αντίθεση με τους αμοραλιστές, αιμοδιψείς όμοιούς τους, οι ίδιοι αγοράζουν αίμα για να επιβιώσουν αντί να το απομυζούν μόνοι τους. Στη σκληρή εποχή μας όμως, όσοι θέλουν να επιβιώσουν δεν μπορούν να εξαιρεθούν απ’ τα μεγάλα ηθικά διλήμματα και τις αμφιλεγόμενες επιλογές...



Η κριτική

Δεν είναι ότι καταπιάνεται με τους βρυκόλακες στην εποχή που εκείνοι είναι της μόδας ούτε ότι καταπιάνεται με την “κρίση των αξιών” στην εποχή που κι αυτή είναι της μόδας, απλώς ο Τζάρμους φαίνεται σα να μη θέλει να εμβαθύνει περισσότερο πάνω στην καλή αρχική του ιδέα για να μην νοθεύσει το αισθητικό γεγονός με λεκέδες πραγματικότητας.

Ναι, έχουμε καταλάβει ότι, όπως και οι βρυκόλακές του, γνωρίζει τι είναι “καλό” και “ευγενές” στην τέχνη και τον πολιτισμό και το πώς αυτές οι βαρύγδουπες έννοιες βυθίζονται αύτανδρες στα ρηχά της πεζής καθημερινότητας αντί να αποτελέσουν το σωσίβιο της ανθρώπινης ψυχής, όπως φιλοδοξούν. Αλλά δεν είναι αυτή μια ρηχή, πεζή και πάνω απ’ όλα ηττοπαθής προσέγγιση;

Ο Αδάμ είναι μουσικός και απ’ ότι καταλαβαίνουμε ήταν πάντα καλλιτέχνης και πολύμαθος και συναναστρεφόταν με την ελίτ της τέχνης και της διανόησης. Η Εύα δεν ξέρουμε τι είναι, αλλά όπως κάθε στερεοτυπικό θηλυκό, είναι προσγειωμένη, πρακτική και αποτελεί το αντίβαρο στον ονειροπόλο, τεθλιμμένο Αδάμ, την επαφή του με τις μικρές, πεζές απολαύσεις που σε βοηθούν να ξυπνάς το πρωί όταν δεν έχεις κάτι μεγαλειώδες να αποπερατώσεις. Ήδη έχουμε να κάνουμε με τύπους και όχι πραγματικούς χαρακτήρες, κάτι που ίσως και να δούλευε καλύτερα αν οι άνθρωποι της υπόθεσης -που οι βρυκόλακες αποκαλούν ζόμπι σε μια καθόλου κομψή απόπειρα του Τζάρμους να μας πει τι πιστεύει για όλους εμάς- ήταν κάτι παραπάνω από μίζερες καρικατούρες και γνήσια πλέμπα, παρ’ ότι προέρχονται από πρόγονους καλλιεργημένους και πολιτισμένους σαν τον Αδάμ.

Η αδερφή της Εύας, η Άβα, είναι κι αυτή βρυκόλακας, αλλά πεζή, επιπόλαιη και αμοραλίστρια σαν τους ανθρώπους, γι’ αυτό τους ρουφάει το αίμα σε κάθε ευκαιρία και χωρίς δεύτερη σκέψη στον δικό της αγώνα για επιβίωση. Η “επιβίωση” είναι το όνομα του παιχνιδιού λοιπόν και η μόνη διαφορά του πολιτισμένου απ’ τον απολίτιστο καταλήγει να είναι ότι ο δεύτερος ρουφάει το αίμα απ’ την πηγή μέχρι αυτή να στερέψει, ενώ ο πρώτος τρέφεται με το περίσσευμα της φύσης και από κρυστάλλινα ποτήρια μόνο.

Δηλαδή τι; Ο κόσμος χωρίζεται σε βρυκόλακες και ζόμπι, δυνατούς και αδύνατους, όσους δρουν με τη θέλησή τους κι όσους κινούνται άβουλα στο δρόμο που τους έχουν χαράξει;

Επειδή δεν μπορώ να δεχτώ ότι ο Τζάρμους ήθελε να πει μια ερωτική ιστορία η οποία εξαντλείται σε 3-4 τέσσερις πολύ όμορφες σκηνές και στην ερμηνεία δύο εξαιρετικών ηθοποιών που κι οι ίδιοι, κάπου-κάπου, δε φαίνεται να ξέρουν τι ακριβώς παριστάνουν στο ευρύτερο πλαίσιο της ταινίας, πιστεύω ότι, χοντρικά, προσπαθεί να στρέψει την προσοχή μας στην εγγενή, έμφυτη αγριότητα του κόσμου (βρυκόλακες καταδικασμένοι να ρουφάν αίμα για να ζήσουν) και να μας κάνει ν’ αναρωτηθούμε αν υπάρχει απάντηση κι αν αυτή, εν τέλει, είναι ο πολιτισμός (βρυκόλακες που έχουν εξελιχθεί μέσω της έκθεσής τους στην ανώτερη διαδικασία της δημιουργίας).

Το ότι κουτσά-στραβά το καταφέρνει είναι το μόνο θετικό, μαζί με τα τεχνικά κι αισθητικά χαρακτηριστικά της ταινίας του, όταν, βέβαια, αυτά δεν αγγίζουν την επιδειξιομανία και δεν υπερφορτώνονται με τα μουσικά γούστα του ιδίου. Όμως, το ότι το ίδιο το ερώτημα είναι πια ένα χιλιοειπωμένο φιλοσοφικό κλισέ στο οποίο οι συνήθεις απαντήσεις παλινδρομούν μεταξύ ακραίας απαισιοδοξίας και αφελούς αισιοδοξίας εξηγεί ίσως γιατί μια περαιτέρω εμβάθυνση πέραν του επιπέδου της αισθητικής θα ήταν για τον ίδιο τον Τζάρμους αδύνατη, μιας και ανήκει εμφανώς στους απαισιόδοξους σαν τον Αδάμ. Έχει ρουφήξει άραγε και αίμα ή πίνει ακόμη απ’ το κρυστάλλινο ποτήρι του;

Το “Only Lovers Left Alive” είναι μια οπτικά όμορφη εκδοχή της αιώνιας ανησυχίας του δημιουργού για το αν μπορεί ν’ αλλάξει τίποτα με τη δουλειά και την ύπαρξή του. Απαντώντας μόνο του στο ερώτημα που το διατρέχει μας αφήνει απ’ έξω να παρακολουθούμε αμέτοχοι την εσωτερική σύγκρουση της ελίτ για το αν εμείς θέλουμε ή όχι να μας σώσει με όπλα τη σκέψη και τη δημιουργία. Κι ο αιώνιος έρωτας δε φτάνει για να κρατήσει το ενδιαφέρον μας ζωντανό. Πόσο μάλλον το κακό χιούμορ.

Βγαίνουν ακόμη:
Το γεμάτο υπερβολές, υπερφίαλο οικογενειακό δράμα “August: Osage County”, η κωμωδία “Πέμπτη & 12” του Θανάση Τσαλταμπάση και η ταινία κινουμένων σχεδίων “Walking with Dinosaurs 3D".
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v