How I Live Now: Ο έρωτας στα χρόνια του πολέμου

Ο σκηνοθέτης του "The Last King of Scotland" επιστρέφει με μια μέτρια ταινία, που είναι όμως οπτικά απολαυστική.
How I Live Now: Ο έρωτας στα χρόνια του πολέμου
του Λουκά Τσουκνίδα
 
Το νέο μυθοπλαστικό πόνημα του άλλοτε ντοκιμαντερίστα Κέβιν Μακντόναλντ μας μεταφέρει όχι μακριά απ' την εποχή μας, σε μια βρετανική νήσο που βρίσκεται υπό κάποιου είδους στρατιωτική κατοχή μέσα στα ερείπια της οποίας, ο έρωτας μιας αμερικανίδας κι ενός άγγλου επιβιώνει αναλλοίωτος κόντρα στο ζοφερό κλίμα και τις σκληρές συνθήκες. Το “How I Live Now” αποτελεί μεταφορά ενός βραβευμένου μυθιστορήματος κι ίσως είναι καλύτερα για όποιον γοητευτεί απ' την ιστορία, να τη διαβάσει στο χαρτί παρά να τη δει στην οθόνη.

Η υπόθεση

Η Ελίζαμπεθ ή Ντέιζι, καταφτάνει στην αγγλική εξοχή για μια καλοκαιρινή επίσκεψη στη θεία και τα ξαδέλφια της, μακριά απ' τον πολυάσχολο μπαμπά της και με όλα τα ψυχολογικά της προβλήματα στις αποσκευές. Απρόθυμη αρχικά να συμμετάσχει στις ξέγνοιαστες δραστηριότητες των οικοδεσποτών της, αλλάζει άποψη όταν βλέπει τον συνομίληκό της Έντι κι ένας αμοιβαίος, κεραυνοβόλος έρωτας γεννιέται (είναι ξαδέλφια εξ αγχιστείας). Εν τω μεταξύ, κάτι άσχημο ψήνεται στη χώρα, η οποία φαίνεται να μαστίζεται από ένα είδος εμφυλίου, κι όταν τα πράγματα σκουραίνουν μετά από μια μαζική βομβιστική επίθεση, τα κορίτσια χωρίζονται απ' τ' αγόρια και μεταφέρονται σε άλλο μέρος της χώρας για να δουλέψουν στις κρατικές φάρμες. Η Ντέιζι όμως δεν έχει σκοπό να παρατήσει τον έρωτα της ζωής της κι έτσι, με την πρώτη ευκαιρία, παίρνει τη μικρή ξαδελφούλα της και τραβούν το δρόμο του γυρισμού...



Η κριτική

Μετά το καλοφτιαγμένο “Last King of Scotland” —συνεπικουρούμενος βέβαια κι απ' τις δύο εξαιρετικές κεντρικές ερμηνείες— ο Κέβιν Μακντόναλντ εξασφάλισε την εμπιστοσύνη της “βιομηχανίας” στην ικανότητά του να γυρίζει και ταινίες μυθοπλασίας εκτός από καλά κι ενδιαφέροντα ντοκιμαντέρ. Το “How I Live Now” είναι η τέταρτη απόπειρά του και παρ' ότι εξαιρετικά ατμοσφαιρικό και πανέμορφα φωτογραφημένο δε βοηθά τον δημιουργό του να εδραιώσει την περίοπτη θέση στο χώρο του σύγχρονου ψυχαγωγικού σινεμά που έδειξε κάποτε ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει.

Τοποθετημένο κάπου στο κοντινό μέλλον —α λα “Children Of Men”— το στόρι εστιάζει σε μια έφηβη αμερικανίδα που δε γνώρισε ποτέ τη βρετανίδα μητέρα της —πέθανε στη γέννα— και η σχέση της με τον πατέρα της δεν είναι καθόλου καλή. Για κάποιο λόγο λοιπόν, αναγκάζεται να επισκεφθεί τη θεία της σε μια φάρμα στη Βρετανική εξοχή παρ' ότι δεν έχει καμία διάθεση να συγχρωτιστεί με τα ξαδέλφια της και να ζήσει ένα ξέγνοιαστο καλοκαίρι στο δάσος. Ο κεραυνοβόλος έρωτας της αλλάζει τη διάθεση, αλλά η ζωή της παίζει ακόμη ένα άσχημο παιχνίδι, επισπεύδοντας την ενηλικίωσή της και δίνοντάς της, συγχρόνως, μια διέξοδο απ' την εσωστρέφεια που φαίνεται να τη βασανίζει.

Η σχετικά προβλεπόμενη ερμηνεία της Σίρσα Ρόναν, υποτονική και χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις, αφήνει μεν χώρο στους υπόλοιπους να φανούν, δεν καταφέρνει όμως να γεμίσει τα κενά που αφήνει το αμήχανο σενάριο, το οποίο αμφιταλαντεύεται μεταξύ λυρισμού και δράσης και βάζει στη ζυγαριά τον εφηβικό έρωτα και την ολική κατάρρευση της πραγματικότητας που τον περικλείει ελπίζοντας αυτά τα δύο να ισορροπήσουν κάπως.

Αν η πρόθεση ήταν αυτό να λειτουργήσει σε συμβολικό επίπεδο σκιαγραφώντας, μέσω του πολέμου που ξεσπά, τα άγχη ενός έφηβου και την αίσθηση ότι ο κόσμος γύρω του βρίσκεται διαρκώς στα πρόθυρα της κατάρρευσης κι εκείνος θα πρέπει να σηκώσει το βάρος της αναστήλωσης στα πιο παραγωγικά του χρόνια, τότε θα μπορούσαμε ίσως να καταπιούμε την ελλειπτική αφήγηση της κρίσης που τινάζει το καλοκαίρι της Ντέιζι στον αέρα και της στερεί το πιο καλό πράγμα που της έχει συμβεί ποτέ. Οι εσωτερικοί της δαίμονες άλλωστε είναι πάντα παρόντες στην αφήγηση του Μακντόναλντ και μόνο η εμφάνιση ενός ανώτερου σκοπού κι ενός πραγματικού διακυβεύματος τους διώχνει εν τέλει μακριά, καθιστώντας τον έρωτα νικήτη, έστω και με πύρρειο νίκη.

Όμως είναι δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς με γνήσιο ενδιαφέρον το δραματικό καλοκαίρι της Ντέιζι, όσο και να δεχτεί ότι ένα καλοκαιρινό φλερτ που παίρνει σάρκα και οστά με ρυθμούς “άρλεκιν” αρκεί για να τροφοδοτήσει μια αφοσίωση και μια υπέρβαση εαυτού σαν κι αυτή της ηρωίδας εν μέσω ολικού χάους και αξεπέραστων δυσκολιών. Η βιασύνη με την οποία φτάνουμε στην επιβεβαίωση της αρχικής παραδοχής ότι “έρως ανίκατε μάχαν” δεν καλύπτεται τελικά απ' τη μαεστρία και τα οπτικά κόλπα του σκηνοθέτη αφήνοντάς μας με μια αίσθηση χαμένου χρόνου.

Το “How I Live Now” είναι μια μέτρια ταινία, μια οπτική απόλαυση και τίποτε περισσότερο.

Βγαίνουν ακόμη:
Το πολυαναμενόμενο “Venus In Fur” του Ρομάν Πολάνσκι, το ισραηλινό δράμα “Fill The Void”, το ιστορικό δράμα “Emperor”, το χορευτικό δράμα “Battle of the Year”, η ελληνική ταινία φαντασίας “Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα: Αδάμαστος , το δράμα “Ο Εχθρός Μου” του Γιώργου Τσεμπερόπουλου και η ταινία κινουμένων σχεδίων “Free Birds”.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v