Ο ποιητής Γιάννης Βαρβέρης και οι ερωτεύσιμοι στίχοι του
Στο σημερινό (πρώτο) επεισόδιο της σειράς «Έλληνες ποιητές που δεν έχεις διαβάσει και θα ‘πρεπε», ο αιχμηρά ευφυής και παγερά ερωτικός Γιάννης Βαρβέρης.
Στο σημερινό (πρώτο) επεισόδιο της σειράς «Έλληνες ποιητές που δεν έχεις διαβάσει και θα ‘πρεπε», ο αιχμηρά ευφυής και παγερά ερωτικός Γιάννης Βαρβέρης.
Χιούμορ. Και (αυτό)σαρκασμός, και μικρή φόρμα σαν διήγημα και εικόνες θεατρικές, και γλυκόπικρη νοσταλγία και έρωτας. Με την αποστασιοποίηση της ωριμότητας, αλλά πάντως έρωτας.
Αυτά είναι τα βασικά που πρέπει να ξέρεις για την ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη, άξιου τέκνου της γενιάς του ’70, που έφυγε από τη ζωή στα 56 του μόλις χρόνια.
Κι αυτά που ακολουθούν είναι μόνο επτά από τα πολλά υπέροχα ποιήματά του, για να ξεκινήσεις να τον διαβάζεις ερωτεύεσαι.
Το σώμα σου κι εγώ
Έχουμε πολύ ταξιδέψει
το σώμα σου κι εγώ
έχουμε φανταστεί
όσα ένα σώμα κι ένα εγώ
μπορούν να φανταστούν.
Το σώμα μου κι εγώ
έχουμε ονειρευτεί
το σώμα σου σε στάσεις
που ποτέ σου δε φαντάστηκες.
Δεν έχεις θέση τώρα
τι ζητάς
ανάμεσα σ' εμένα
και στο σώμα σου.
Στην αθόρυβη μνήμη
Ξημερώματα
με βασανίζει, μεταγγιζόμενη,
η μελαγχολία.
Θλίψη αν το θες.
Να λοιπόν που οι ποιητές
-αν δεν έχουν Νόμπελ
ή ένα Λένιν βρε αδελφέ
ή άλλα εύσημα φίλων-
ξεχνιούνται.
Το ηλιακό ρολόι
Όταν ο κύριος Φογκ
ήθελε να δει τι ώρα είναι
έσκυβε από την πολυθρόνα
και κοίταζε το πρόσωπό του στο νερό:
όμορφος παρά μελαγχολικός και δέκα δευτερόλεπτα
τρυφερός και αγέρωχος και σαράντα δευτερόλεπτα
λυπημένος και λυπημένος ακριβώς
του απαντούσε το νερό.
Μόνο τη νύχτα
η ώρα ήτανε πάντα
νύχτα.
Όταν μια νύχτα ολόκληρη
σου δίνεται
δεν τη ρωτάς ποτέ
τι ώρα είναι.
Όταν μια νύχτα ολόκληρη
σου δίνεται δεν τη ρωτάς ποτέ.
Το γράμμα
Στην τσέπη του παλτού σου
παλιό σουσάμι
φλούδια φιστικιών
και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
Ξύπνησαν λέξεις
φράσεις ανακλαδίστηκαν
έτριξα μήνες εκεί μέσα
μέρες του κρύου
νύχτες απ’ την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
μήπως ακούσεις
άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς
κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου
κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι
κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας
αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
η αντί να με ξεγράψεις
στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο
θα σφίξω θα μαζέψω
σε σουσάμι η φλούδι
κι απ’ τις ραφές θα γραπωθώ για πάντα.
Κάποτε θα μ' αγγίξουνε τα δάχτυλά σου.
Περί του αντιθέτου
Σ’ αγάπησε, μου λες, πολύ
ποτέ σου δεν σε απάτησε, βεβαιώνεις.
Έχω στοιχεία
αλλά το πιο ισχυρό
είναι πως πρέπει να σ’ αφήσω ερωτευμένη.
Οι γέροι
Κι επειδή κάποτε
ξαπλώσαμε αγκαλιά
κι ήταν αυτός ένας ύπνος ανήσυχος
όπου οι ανάσες μας παιρναν η μία
την άχνα της άλλης·
κι επειδή επίνα την πνοή σου
κι έφτιαχνα δικιά μου καινούργια πνοή
να σου τη στείλω·
κι επειδή καίγαν οι ανάσες μας έτσι
για χρόνια
πάνω στα πρόσωπά μας ασταμάτητα
Γίναμε ο ένας για τον άλλον
σαν τη βροχή
που όσο κι αν τη δι’ωχνουν οι καθαριστήρες όλο πέφτει
στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου
κι όλο πέφτει
και σε τυφλώνει
και δε σ’ αφήνει να δεις.
Εμπειρίκος, ο τιμωρός της ασφάλτου
Το καλοκαίρι η νύχτα πέφτει
απάνω σου
γυναίκα ιδρωμένη κι απρόσεχτη.
Νύχτα όπως νύστα. Νύστα και νικοτίνη.
Νύχτα λοιπόν θα πει
ένα τάλιρο που σου ’πεσε στην Γ΄ Σεπτεμβρίου
κι ευθύς και μ’ εκατόν σαράντα
το κάναν τ’ αυτοκίνητα
ένα με την άσφαλτο.
Στη Χέυδεν στη Φερρών
οι νάιλον επιβάτες περιμένουν να επιβιβαστούν
στα σκουπιδιάρικα.
Για μια στιγμή στον αέρα
υπερισχύουν τα πορτοκαλόφλουδα
κι ελπίζεις.
Λες, τώρα θα κάνουμ’ έρωτα
σε κήπο εσπεριδοειδών.
Μετά, η άπνοια πάλι.
Ώσπου διέρχεται θεία παιδίσκη
κι είναι γκοφρέ κι είναι σοκολατόχρους
κι όλο το βράδυ εσύ παιδεύεσαι
να σκίσεις το περιτύλιγμα.
Έτσι ξεχνάς το δόλιο τάλιρό σου – και καλύτερα.
Οι κότες που έσκαψαν καταμεσής του δρόμου
με το νυχάκι τους
καμιά δε γλίτωσε.
– Πετάχτηκες Ανδρέα εσύ
ραλίστα τιμωρέ,
εσύ με τη φρενιτιώδη Τζάγκουαρ
και τις διαμέλισες.