Οι σκληρές κι εξαίσιες «Ευμενίδες» του κ. Λίτελ

Ένα φιλόδοξο μυθιστόρημα και μελετημένο ιστορικό πόνημα με θέμα τα γρανάζια της ναζιστικής Γερμανίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου που, παρά το διδακτικό του ύφος, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως αγγίζει τα όρια του αριστουργήματος.
του Χρήστου Ζαρίφη

Πόσα είναι τα βιβλία στα οποία μπορεί και θέλει κάποιος να επιστρέψει ξανά και ξανά; Πόσα είναι τα βιβλία για τα οποία μπορεί κάποιος να προβληματιστεί και να συζητήσει με τις ώρες αν είναι ή αν δεν είναι αριστουργήματα; Οι απαντήσεις εν προκειμένω δεν έχουν σημασία. Απλά, σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει το βιβλίο του Τζόναθαν Λίτελ «Ευμενίδες».

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Οι «Ευμενίδες» αφηγούνται την ιστορία ενός «τέρατος», του δόκτορα Μαξιμίλιαν Άουε, ο οποίος σε ώριμη φάση της ζωής του γράφει τα απομνημονεύματά του για να εξηγήσει τι έκανε, πώς και γιατί. Η διαφορά του με έναν κοινό θνητό έγκειται στο ότι ο δρ. Άουε υπήρξε στέλεχος των SS στη ναζιστική Γερμανία και συμμετείχε ενεργά στο πρόγραμμα εξόντωσης των Εβραίων και άλλων μειονοτήτων.

Αυτή είναι η ιστορία του βιβλίου σε πρώτο επίπεδο: η εξιστόρηση των ημερών και των έργων των SS μέσα από τα μάτια και τις πράξεις ενός εκ των «πρώτων βιολιών». Η εξιστόρηση είναι υπέρ του δέοντος λεπτομερής, αναλυτική και ακριβής και αποδίδει μια πιστή εικόνα του τρόπου με τον οποίο σκεφτόταν και δρούσε η ναζιστική Γερμανία, τα στάδια απ’ τα οποία πέρασε η ιδεολογική της διαδρομή, ο τρόπος λειτουργίας της και η ολική χρεοκοπία της. Ο Λίτελ έχει κάνει δουλειά ερευνητή πρώτης τάξης και σε πολλά σημεία του βιβλίου του αναγνωρίζονται στοιχεία από βασικά (π.χ. Κέρσοου), αλλά και δευτερεύοντα (π.χ. Σίρερ) ιστορικά έργα. Απ’ αυτή την άποψη, λοιπόν, έχουμε ένα εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα.

Αλλά οι «Ευμενίδες» κάθε άλλο παρά μόνο αυτό είναι. Στόχος του Λίτελ δεν ήταν να αναδείξει μια ιστορική περίοδο, αλλά να ερευνήσει τον μηχανισμό που μετέτρεψε έναν καθ’ όλα καλλιεργημένο (με σπουδές νομικών, μουσικόφιλο, βιβλιόφιλο, Γαλλοτραφή) αστό σε εξάρτημα μιας μηχανής θανάτου. Και ακριβώς η δουλειά του σε αυτό το επίπεδο είναι που αναδεικνύει το βιβλίο σε επίπεδα πολύ πάνω από τον μέσο όρο.

Οι «Ευμενίδες» είναι ένα πολυσύνθετο διανοητικό εγχείρημα και ο συγγραφέας δοκιμάζει συνεχώς σε επίπεδο συμβολισμών τον αναγνώστη. Για παράδειγμα, στα περιεχόμενα του βιβλίου βλέπει κανείς ότι αυτό χωρίζεται σε επτά μέρη, το καθένα των οποίων φέρει το όνομα μιας μουσικής σύνθεσης (το σύνολο αποτελεί μια σουίτα, μπαρόκ σύνθεση σημειωτέον). Από το να γνωρίζει κάποιος ότι η Gigue είναι χορός με πολύ γρήγορο ρυθμό για έναν χορευτή μέχρι να διαπιστώσει ότι και το κεφάλαιο είναι γραμμένο σε αντίστοιχο νοηματικό και αφηγηματικό ύφος, προϋποθέτει μια συνεχή διαδικασία «ανίχνευσης» των νοημάτων που έχουν ενσωματωθεί στο κείμενο. Κι αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο απλά παραδείγματα της διανοητικής προσέγγισης που απαιτείται.

Το βασικό κλειδί για την ανάγνωση του κειμένου είναι και η βάση της μπαρόκ σουίτας: η αντίστιξη, στην οποία, εν αντιθέσει με την αρμονία, έχουμε πολλές μελωδίες, και όχι μία, οι οποίες «μπλέκονται» μεταξύ τους στον άξονα του χρόνου. Και αυτό ισχύει σε κάθε επίπεδο του βιβλίου, από τα πιο «απλά» σημεία μέχρι τα πιο «σύνθετα».

Σε πιο «απλό» επίπεδο, π.χ., η ευγενής και επιστημονική συζήτηση του Άουε με τον συνάδελφό του στα SS γλωσσολόγο για τις γλωσσικές ομάδες των φυλών του Καυκάσου γίνεται για να αποφασιστεί ποιες φυλές έχουν εβραϊκή καταγωγή και, άρα, θα αντιμετωπίσουν την «ειδική μεταχείριση». Σε πιο «σύνθετο» επίπεδο, η μιαρή ερωτική (και μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας) σχέση του Άουε με τη δίδυμη αδελφή του έχει να κάνει κατά βάση με την αναζήτηση του άφθαρτου μισού του, του μέρους του εαυτού του που δεν αφέθηκε να ακολουθεί απλώς τη ζωή του εν αντιθέσει με τον ίδιο, που αδυνατεί να «κάνει πράξη» τις γνώσεις του, τις αρετές του και τα χαρίσματά του, που αδυνατεί να «χρησιμοποιήσει» κριτικά, μετατρέποντας τελικά τον εαυτό σ’ ένα ανδρείκελο μέσα σ’ ένα σύστημα-φονική μηχανή.

Εν κατακλείδι το βιβλίο είναι ιδιαίτερα απαιτητικό και είναι τόσο σκληρό με τον αναγνώστη του όσο σκληρός υπήρξε και ο Άουε εν τέλει απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Στην περίπτωση του Άουε, η καταληκτική φράση του βιβλίου είναι ίσως το μήνυμα: «Οι Ευμενίδες είχαν βρει τα ίχνη μου». Για τον αναγνώστη ίσως το βασικό μήνυμα βρίσκεται στην τελευταία παράγραφο του προλόγου: «Το πολύ πολύ να πείτε: Ελπίζω να μη σκοτώσω ποτέ άνθρωπο. Κι εγώ, επίσης, το ήλπιζα, κι εγώ, επίσης, ήθελα να ζήσω μια καλή και χρήσιμη ζωή, να είμαι ένας άνθρωπος ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους, ίσος με τους άλλους, κι εγώ, επίσης, ήθελα να βάλω ένα λιθαράκι στο κοινό έργο. Αλλά οι προσδοκίες μου διαψεύστηκαν, και χρησιμοποίησαν την ειλικρίνειά μου για να φέρουν εις πέρας ένα έργο που αποδείχθηκε ειδεχθές και νοσηρό, και πέρασα τα ζοφερά όρια, και όλο αυτό το κακό εισέβαλε στην προσωπική μου ζωή, και τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι δυνατό να επανορθωθεί, ποτέ. Ούτε και οι λέξεις χρησιμεύουν σε τίποτα, εξαφανίζονται σαν το νερό μέσα στην άμμο, και αυτή η άμμος γεμίζει το στόμα μου. Ζω, κάνω ό,τι μπορώ, το ίδιο ισχύει για όλους τους ανθρώπους, είμαι ένας άνθρωπος όπως οι άλλοι, είμαι ένας άνθρωπος όπως εσείς. Μην αμφιβάλλετε, σας το λέω με βεβαιότητα ότι είμαι όπως εσείς!»

Επιστροφή στα ερωτήματα της αρχής. Πόσες φορές θα επιστρέψει κάποιος στις «Ευμενίδες»; Πολλές. Τα σημεία που προσφέρονται για διπλή και τριπλή ανάγνωση είναι πολλά, όπως πολλά άλλωστε είναι και τα σημεία που μένουν να αιωρούνται σαν γρίφοι (όπως τα «απλά» περιεχόμενα) που περιμένουν απάντηση και ερμηνεία.

Είναι οι «Ευμενίδες» αριστούργημα; Επιβεβλημένη παρένθεση. Ο Λίτελ είναι Αμερικάνος που «απαρνήθηκε» τις ΗΠΑ. Επεδίωξε σκληρά να πάρει τη γαλλική υπηκοότητα και το βιβλίο, το πρώτο του, το έγραψε στα γαλλικά. Βραβεύθηκε με το κορυφαίο γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο, το Γκονκούρ. Του απέδωσαν την αφηγηματική ικανότητα του Προυστ. Και άλλα πολλά που, αν μη τι άλλο, φτιάχνουν αρκετό «στόρι» για να συζητάμε με όρους κάθε άλλο παρά λογοτεχνικούς. Στον αντίποδα, κατηγορήθηκε ότι ενσωματώνει στον λόγο του Άουε πολλές επιστημονικές ερμηνείες μεταγενέστερες του πολέμου. Ότι, παρουσιάζοντας «εξανθρωπισμένο» έναν σκληροτράχηλο ναζί, συνηγορεί στην απενοχοποίηση του χιτλερικού καθεστώτος. Ότι απλώς έχει συνδέσει σε ενιαία αφηγηματική μορφή θεωρίες και δεδομένα για να τα κάνει μυθιστόρημα.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τον ρόλο της γαλλικής «εθνικής υπερηφάνειας» στην ανάδειξη του συγκεκριμένου βιβλίου, αλλά οι επικρίσεις είναι μάλλον άστοχες. Η σύνθεση και σύνδεση πολλών διαφορετικών στοιχείων σε ενιαία μορφή απαιτεί υψηλή ικανότητα και δεξιοτεχνία. Οι επιστημονικές ερμηνείες που τυχόν έχουν παρεισφρήσει, αν εντοπιστούν (κυρίως σε ερμηνείες ψυχολογίας του ίδιου του Άουε), δεν αλλοιώνουν την εξέλιξη του χαρακτήρα ούτε γίνονται κομβικό σημείο αναφοράς. Και, τέλος και κυριότερο, δεν εξανθρωπίζονται οι ναζί: δείχνονται ως δυνητικός προορισμός καθενός από μας, έστω και σε διαφορετική τάξη μεγέθους. Η συλλήβδην κατάταξή τους στα «τέρατα» είναι απλώς η πιπίλα της μέσης συνείδησης, η οποία ξορκίζει το κακό για ανθρώπους που έχουν σταματήσει να προσπαθούν. Είπαμε: το μήνυμα για τον αναγνώστη ίσως βρίσκεται στην τελευταία παράγραφο του προλόγου.

Τελικά, είναι οι «Ευμενίδες» αριστούργημα; Συνήθως είναι δουλειά του χρόνου να αναδείξει σε απόλυτο βαθμό ένα έργο. Επίσης, το βιβλίο έχει κάποιες αδυναμίες, κυρίως κάποιες πληροφορίες δεν έχουν ενταχθεί και αναπτυχθεί αρμονικά, με αποτέλεσμα ένα κάπως «διδακτικό» ύφος σε ορισμένα σημεία, με αποτέλεσμα να τίθεται ζήτημα αν θα ωφελούσαν το βιβλίο 200 σελίδες λιγότερες ή 200 περισσότερες. Εν κατακλείδι, το βιβλίο είναι επιεικώς εξαίσιο. Και συγχωρήστε τον γράφοντα για τυχόν έλλειψη… κριτικής σύνεσης, αλλά αγγίζει το αριστούργημα.

(Jonathan Littel, «Ευμενίδες», εκδόσεις «Λιβάνης», σελίδες 960, τιμή 25 ευρώ)
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v