Εκθεση- ταξίδι στην ουτοπία της παιδικής ηλικίας

Τα έργα της Μαρίας Γιαννακάκη παρουσιάζονται στη γκαλερί Νέες Μορφές, σε μια έκθεση- ταξίδι στην ουτοπία της παιδικής μας ηλικίας, στην ενύπνια κατάσταση που συντελείται σε αργή κίνηση, σε ένα κομμάτι της παιδικής ψυχής που αχνοφαίνεται στα διάκενα της εικόνας, και που χαρακτηρίζει ακόμα, κατά συνθήκη, τον καθένα μας.

της Ίριδας Κρητικού

Συναντήθηκα με τη γραφή της Μαρίας Γιαννακάκη πριν από 10 χρόνια, στους κάμπους ενός μεταξένιου τοπίου που απλωνόταν αργά σαν μελάνι, αποκαλύπτοντας πυκνά πλήθη παιδιών σε ονειρώδεις συνευρέσεις. Εκεί προτεινόταν η σημειολογία ενός κόσμου που οριζόταν από μοιρασμένα μυστικά, τρόπαια εξωτικών ταξιδιών, συντρόφους μιας θαυμαστής περιπέτειας: στρογγυλά φέσια, πολύχρωμα μαντήλια και τριγωνικές ψάθες καλλιεργητών ρυζιού, πουλιά και σημαίες, στρατιωτάκια και πορσελάνινα κύπελλα για το τσάι.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η Γιαννακάκη πρότεινε μια συναρπαστική χορογραφία, μια σύνθετη ζωγραφική άσκηση διαδοχικών στροβίλων: διστακτικές μοναχικές πιρουέτες, αναποφάσιστα pas de deux και θριαμβικά corps de ballet που κατέληγαν στις μύτες αναρίθμητων γυναικείων παπουτσιών, στις απολήξεις ενός περίκλειστου γυναικείου σύμπαντος. Ο ιδιωτικός χώρος της μίας, ή των πολλών, αναδυόταν -ξεκάθαρα- μέσα από ένα πυκνό και -φαινομενικά- άτακτο συνονθύλευμα όγκων και χρωμάτων.

Στην έκθεση της Θεσσαλονίκης πριν τρία χρόνια, συναντηθήκαμε εκ νέου με πορτρέτα παιδιών, που έμοιαζαν να διατηρούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και να υπερασπίζονται τον ιδιωτικό βίο τους, αντικρίζοντας άφοβα και κατάματα τους θεατές και κατ΄ επέκταση τον έξω κόσμο.

Στην τωρινή έκθεσή της στις Νέες Μορφές, όπου τα έργα ως προς τη δομή και τη διευθέτηση του χώρου συγγενεύουν περισσότερο με τα ”Έργα με παπούτσια”, η θεματική της εικόνας στρέφεται ξανά στα παιδιά, που εδώ άλλοτε κοιμούνται κι άλλοτε μόλις ξυπνούν.

Πρόσωπα με μισάνοιχτα χείλη φεγγαριού, μένουν ξάγρυπνα τη νύχτα, σφαλίζοντας λαθραία για λίγο τα μάτια σε διαλείμματα της ημέρας. Οι ιστορίες που αφηγείται η Γιαννακάκη, κόβονται και μοιράζονται σε βασικά χρώματα: κόκκινο κυρίως και μπλε, λιγοστό κίτρινο.

Ξεκινώντας από τα κόκκινα, που δουλεύτηκαν σαν διαδοχικές εκρήξεις, και συνεχίζοντας με πηχτά μπλε κομπάλτ που ανακουφίζουν το βλέμμα. Κόκκινο για την αρχική φυγή, μπλε για τη σταδιακή καταβύθιση στην ενύπνια κατάσταση.

Το σχέδιο βοηθά πολύ. Την καταγραφή των στιγμιαίων, των φευγαλέων κινήσεων, με μια διευθέτηση που θυμίζει καλλιγραφία. Την τελική αίσθηση ομοιογένειας, καθώς στοιχεία ασύνδετα συνδέονται με γραμμές και λεκέδες, επιβεβαιώνοντας τον ορισμό του Fernand Leger για το δημιουργικό χάος: ”Να είσαι απόλυτα ελεύθερος, κι ωστόσο, να μην χάνεις την επαφή με την πραγματικότητα, ετούτο είναι το δράμα της επικής αυτής φιγούρας που κατά συνθήκη αποκαλείται εφευρέτης, ποιητής, ή καλλιτέχνης”.

Η εντύπωση ομοιογένειας, ενισχύεται ωστόσο και από την προτεινόμενη ζωγραφική επιφάνεια: αντί τελάρου, χαρτιά και υφάσματα μονόχρωμα ή με μικρά μοτίβα που η Γιαννακάκη διάλεξε μόνη της στην Κίνα. Υφή που αντέχει, ή ίσως και επιβάλλει την οικονομία και την αφαίρεση, την ελλειπτικότητα της ζωγραφικής πράξης κατά τόπους. Έτσι ώστε εντέλει η παρουσία να αναδύεται μέσα από την απουσία.

Όπως συνέβαινε με τα δοκιμαστήρια παπουτσιών, μια κοινή ζωγραφική επιφάνεια κατοικείται από ανθρώπους που συχνά δεν γνωρίζονται.

”Γιατί μπαίνει ο ένας στον κόσμο του άλλου;”, ρωτώ τη ζωγράφο. ”Για να εξυπηρετήσω καταρχήν τις αισθητικές μου αναζητήσεις” μου απαντά. ”Αλλά επίσης, γιατί αυτή η μη σύνδεση, ή ακόμη και η αταξία, την οποία βιώνω και η ίδια στην καθημερινότητά μου, καταλήγει τελικά να επιδιώκεται και να μου αρέσει ως αυτοσκοπός. Γιατί απλά με προκαλεί που το ένα πρόσωπο δεν έχει συγγένεια με το άλλο”.

Τι επιθυμούν να διασώσουν οι κύλινδροι αυτοί των Διαδοχικών ύπνων;

Ένα κομματάκι ψυχής που αχνοφαίνεται στα διάκενα της εικόνας. Με εξαίρεση τα χέρια τους, με τις σφιγμένες γροθιές και τις ανεστραμμένες παλάμες που ακυρώνουν την απόλυτη παράδοση στο βλέμμα, τα παιδιά της Γιαννακάκη, Μετά το παιχνίδι, καταφεύγουν στον ύπνο αναπτύσσοντας λιγοστές αντιστάσεις στον θεατή, αφήνοντας στη ματιά και στα χέρια της ζωγράφου τον συνειδητό τους εαυτό.

Στην επόμενη ερώτηση, η απάντηση είναι και πάλι σαφής: Η ζωγράφος δεν σκέπτεται τα όνειρα, τα όνειρα δεν εγκαθίστανται στην εικόνα, κι ούτε υπήρξε ποτέ κάποια πρόθεση να συμβεί αυτό. Η ενύπνια κατάσταση που συντελείται σε αργή κίνηση, και που σε αρκετά έργα συνοδεύεται από αναγνωρίσιμα αντικείμενα-αναφορές στον συγκεκριμένο μικρόκοσμο (παιχνίδια, πιπίλες), όπως συνέβαινε και με τα παπούτσια, μοιάζει περισσότερο να ταυτίζεται με την άρνηση ενηλικίωσης που κατά συνθήκη απασχολεί τον καθένα μας.

Η ίδια η Γιαννακάκη αγαπά βαθιά τα παιδιά και επιθυμεί ζωγραφίζοντάς τα να προστατεύσει και να διαφυλάξει αυτήν την ”ουτοπία”. Ίσως ωστόσο τα έργα αυτά, να αποτελούν επίσης αφορμή για ένα δικό της ταξίδι στον ευτυχισμένο ουτοπικό χρόνο.

Η έκθεση της Μαρίας Γιαννακάκη πραγματοποιείται από τις 21 Μαρτίου έως τις 18 Απριλίου στη Gallery Νέες Μορφές.

Gallery Νέες Μορφές, Βαλαωρίτου 9, Αθήνα, τηλ.: 210 3616165

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v