Αχ, αυτό το Masterchef

Η Αγάπη σχολιάζει τα περί Masterchef, υπερηφάνειας και... κακών γλωσσών που πάντα κάτι έχουν να πουν.
Αχ, αυτό το Masterchef

της Αγάπης Μαργετίδη

Πόλεμος έχει ξεσπάσει φίλοι μου στα social media με το Masterchef. Δεν μας έφτανε το δικό μας που είναι σε πλήρη εξέλιξη, να ‘σου κι έσκασε το νέο πως στην Αγγλία στέφθηκε Masterchef μία κυρία κάποιας ηλικίας, Ελληνίδα από την Κρήτη και κάτοικος Αγγλίας, πρώην τραπεζικός (για δείτε κάτι συμπτώσεις!) και ερασιτέχνις μαγείρισσα που μάγεψε τους Βρετανούς με μπαρμπούνια, τραχανά, αρνίσια παϊδάκια και μπακλαβά. Όταν όμως η εύλογη χαρά μας για το ότι σε έναν τηλεοπτικό διαγωνισμό με μεγάλη τηλεθέαση σε μια τόσο πολυπληθή, πολυπολιτισμική χώρα βραβεύεται η κουζίνα της μικρής μας πατρίδας που προσπαθεί να αναδειχθεί ανάμεσα σε τόσες και τόσες εθνικές κουζίνες μετατρέπεται σε πατριωτικό παραλήρημα, σαν αυτά που διαβάζουμε σε κάθε τέτοια περίσταση (βλέπε Λάνθιμος, Τσιτσιπάς, Αντετοκούμπο και όλα τ’ άλλα τα δικά μας τα παιδιά), λες και δικαιούμαστε νομοτελειακά ένα κομμάτι – για να μην πω τη μερίδα του λέοντος – της επιτυχίας τους, τότε κάτι δεν πάει καλά κι εδώ κάπου, τα χαλάμε. Έτσι φτάσαμε αναπόφευκτα στις συγκρίσεις με τον εγχώριο αντίστοιχο διαγωνισμό. Απ’ όλα είχε ο μπαξές : κάποια ελάχιστα καλοπροαίρετα και ευγενικά σχόλια, διάφορες εξυπνάδες αλλά και κακόγουστα αστειάκια, έως και χλευασμούς.

Γιατί τόσο μίσος και σπαραγμός; Πέρα από τις αναρτήσεις επαγγελματιών του χώρου με σχόλια και απολύτως δικαιολογημένους προβληματισμούς ως προς την ανάγκη εντατικότερης προσπάθειας για την ανάδειξη της ελληνικής κουζίνας και των ντόπιων εξαιρετικών προϊόντων, άρχισε ο κάθε πικραμένος να αποκαλεί σκουπίδια τα όσα μαγειρεύουν οι εδώ επίδοξοι Masterchefs, να κοροϊδεύει με κακεντρέχεια τους Έλληνες κριτές κι άλλα πολλά, χωρίς να μπει καν στον κόπο να ενημερωθεί, για να καταλάβει πως οι δύο διαγωνισμοί έχουν ελάχιστα κοινά.

Πρώτον, στην αγγλική παραγωγή διαγωνίζονται ερασιτέχνες μόνο και ο έλεγχος των στοιχείων τους είναι αυστηρότατος (για τους επαγγελματίες υπάρχει ξεχωριστός διαγωνισμός, το Masterchef : The Professionals), ενώ στην ελληνική, ερασιτέχνες, ημι-επαγγελματίες αλλά και ολοκληρωμένοι επαγγελματίες, καθώς και ιδιοκτήτες εστιατορίων, διαγωνίζονται χωρίς κανέναν διαχωρισμό. Επομένως στην Αγγλία, ήταν απόλυτα λογικό να βραβευτεί η συγκεκριμένη διαγωνιζόμενη, εφόσον κατάφερε να μαγειρέψει εξαιρετικά, όπως θα μαγείρευε για τους φίλους της στο σπίτι της. Ένα το κρατούμενο.

Δεύτερον, ο τραχανάς (που ήταν ξινόχοντρος Κρητικός, που ανάθεμα κι αν ξέρουν εκτός της Μεγαλονήσου να τον μαγειρεύουν – παρεμπιπτόντως, με παρρησία δηλώνω πως εγώ ιδέα δεν έχω, πλην όμως σκοπεύω να διορθώσω αυτή μου την έλλειψη με την πρώτη ευκαιρία), ο μπακλαβάς και όσα ακόμη μαγείρεψε η νικήτρια και μάγεψε τους Βρετανούς κριτές, είναι τόσο εξωτικά εκεί, όσο σε μας το yuzu, το miso και τα φύκια wakame. Στην Αγγλία η ασιατική κουζίνα – μαζί και πάμπολλες άλλες – έχει κερδίσει τη θέση της προ πολλών δεκαετιών, αλλά η ελληνική μόλις τα τελευταία χρόνια παλεύει μεταξύ μεγαθηρίων, κι αυτό χάρη σε κάποιους εμπνευσμένους «τρελούς» που προσπαθούν να πείσουν ότι η ελληνική κουζίνα δεν είναι τα λαδοπιωμένα κατεψυγμένα καλαμαράκια, ούτε οι προκάτ μουσακάδες που τους πουλάγαμε τόσα χρόνια (και δυστυχώς εξακολουθούμε, σε μεγάλο βαθμό). Ευτυχώς, τα καταφέρνουν, κι όχι μόνο στην Αγγλία, αλλά σε πολλά άλλα μέρη, όπως στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι αλλά και εκτός Ευρώπης. Επομένως, για άλλον έναν λόγο, ήταν απόλυτα λογικό να ενθουσιαστούν οι Βρετανοί κριτές με τις νοστιμιές που μαγείρεψε η βραβευμένη κυρία. Δύο τα κρατούμενα.

Ας έρθουμε τώρα στα δικά μας. Οι υποψήφιοι του ελληνικού διαγωνισμού είναι στην πλειοψηφία τους παιδιά, και μάλιστα από την επαρχία, που διψάνε να μάθουν καινούργια πράγματα και φιλοδοξούν κάποια στιγμή να μπορέσουν να διακριθούν. Πού είναι το μεμπτό να πειραματίζονται με άγνωστα υλικά και νέες τεχνικές; Ίσα ίσα, έτσι θα κάνουν τον κύκλο τους και η αφαίρεση, αργά ή γρηγορότερα, θα έρθει με φυσικό τρόπο, όπως άλλωστε γίνεται σε πολλές τέχνες, υψηλές και όχι μόνον. Έτσι θα γίνει και το τελικό ξεκαθάρισμα και όσοι αξίζουν θα προχωρήσουν, ενώ οι άλλοι θα χαθούν μέσα στο πλήθος. Τρία τα κρατούμενα.

Μια και ανέφερα τις τεχνικές, μη νομίζετε ότι η νικήτρια του Αγγλικού Masterchef σέρβιρε τα φαγητά όπως τα τρώμε καθημερινά στο σπίτι μας. Οι δημιουργίες της ήταν εντυπωσιακές. Τα μπαρμπούνια συνοδεύονταν από ριζότο σουπιάς, ντομάτες κονφί, αυγοτάραχο και αφρό από βαλσαμικό ξύδι, τα αρνίσια παϊδάκια είχαν ένα σωρό άλλα υλικά, εκ των οποίων τον περίφημο τραχανά που έγινε πουρές (!) και ο μπακλαβάς συνοδεύτηκε από παγωτό από φύλλα συκιάς, σύκα κονφί και crumble φουντουκιού.

Λόγος πολύς γίνεται επίσης για τις σχολές μαγειρικής και ότι οι φοιτητές τα μαθαίνουν ανάποδα, δηλαδή ότι αποδομούν χωρίς πρώτα να μάθουν να δομούν. Καθότι έχω άγνοια στο τι και το πώς διδάσκονται εκεί τα πράγματα, ναι μεν θα συμφωνήσω επί της αρχής – και το έχω ήδη γράψει σε διάφορα κείμενά μου –, όμως δεν πρέπει να παραβλέπουμε και τις εξελίξεις σε έναν τομέα που αλλάζει με καταιγιστικούς ρυθμούς. Κι αν στις σχολές δεν διδάσκουν τα θέματα όπως πρέπει, τι φταίνε μετά οι άπειροι μαθητές;

Δεν είναι όλοι οι μάγειρες ίδιοι, ούτε όλα τα μέρη στα οποία τρώμε απευθύνονται σε όλους. Άλλο θα φάμε στο ταβερνάκι, στο κουτούκι, στο μαγεριό, κι άλλο στο καθημερινό ή το βραβευμένο εστιατόριο, το bar restaurant, το wine bar. Για άλλο πράγμα θα επιλέξουμε κάθε φορά πού θα πάμε, πιο συχνά για να βγούμε με φίλους, αλλά ενίοτε και από ανάγκη (π.χ. εργένηδες, φοιτητές, κλπ). Όποιος δεν μπορεί να απολαύσει σπιτικό φαγητό στο σπίτι του για οποιονδήποτε λόγο, προφανώς και θα το αναζητήσει έξω. Αντίθετα, κάποιοι θέλουν να δοκιμάσουν νέες γευστικές εμπειρίες με ό, τι αυτό συνεπάγεται, αφού την τέχνη της χορτόπιτας, του φρικασέ και του κοκκινιστού, όχι μόνον την κατέχουν, αλλά θα την μαγειρέψουν πολύ καλύτερα από την ταβέρνα της γειτονιάς. Και ναι, θέλουμε να δοκιμάζουμε τι τρώνε οι άλλοι λαοί, αλλά αυτό για κάποιους είναι κατάπτυστο και μεταφράζεται αυτομάτως σε ξενομανία. Χαλαρώστε καλοί μου άνθρωποι, στον εικοστό πρώτον αιώνα μετά Χριστόν ζούμε!

Έπειτα υπάρχει και το θέμα πού κατοικεί ο καθένας. Θυμάμαι πριν κάποια χρόνια σε ένα μικρό χωριό, δίπλα από την κεντρική ταβέρνα είχε ανοίξει ένα μικρό εστιατόριο με ιταλική κουζίνα που μετά από λίγους μήνες έκλεισε. Γιατί άνοιξε και γιατί έκλεισε όμως; Άνοιξε γιατί και οι άνθρωποι του χωριού είχαν κάθε δικαίωμα να φάνε κάτι άλλο από το καθημερινό κι έκλεισε γιατί απλούστατα η κουζίνα ήταν ιταλική μόνο κατ’ όνομα‧ το φαγητό ήταν κακή αντιγραφή, τα υλικά κατεψυγμένα και ο μάγειρας άσχετος. Οι κάτοικοι του χωριού πολύ καλά έκαναν επομένως που το αποκήρυξαν. Αν όμως ήταν όπως έπρεπε, πού θα ήταν το κακό; Θυμάμαι ότι χωρίς να το σκεφτώ λίγο πιο πολύ και χωρίς να αναλύσω τα δεδομένα, είχα πέσει κι εγώ στην παγίδα να σχολιάσω «τι γυρεύει ένα ιταλικό εστιατόριο στο χωριό». Βέβαια η καλή σου, ως επισκέπτρια του τόπου και κάτοικος της Αθήνας, ήθελα να είναι όλα ντόπια, χωρίς να υπολογίσω τις ανάγκες του μόνιμου κατοίκου που έχει μπαφιάσει να τρώει τα ίδια φαγητά σε όλη του τη ζωή. Και ναι, η ρόκα-παρμεζάνα-μπαλσάμικο, τα διάφορα τραχανότα και τα τάχαμου τιραμισού είναι γελοία, αλλά επιτρέψτε μου να πω αγαπητοί εστιάτορες ανά την Ελληνική επικράτεια, το ίδιο κακό, αν όχι χειρότερο, είναι να σερβίρετε χωριάτικη με ροδέλες ελιάς, ταγγισμένο λάδι και βιομηχανικό τυρί σε ρόλο φέτας, κεφτέδες τηγανισμένους σε ηλιέλαιο, για να μην επεκταθώ στο χύμα κρασί που ο Θεός να το κάνει κρασί.

Αυτά ως προς τους Έλληνες καταναλωτές. Οι ξένοι επισκέπτες πάλι, χωρίζονται κι αυτοί σε πολλές κατηγορίες. Οι τουρίστες, οι ταξιδιώτες, οι διπλωμάτες, τα στελέχη και άλλοι εκπατρισμένοι, οι μετανάστες, δεν ζητούν όλοι το ίδιο πράγμα, ούτε ταυτόχρονα. Κάποιος που έχει εγκατασταθεί στη χώρα μας για μεγάλο διάστημα, σίγουρα θα αναζητήσει τις αυθεντικές γεύσεις μας, όπως θα κάναμε κι εμείς στη θέση του, έχει όμως και κάθε δικαίωμα να νοσταλγήσει το φαγητό της χώρας του και να ψάξει να βρει πού το φτιάχνουν καλύτερα.
Οι περιστασιακοί επισκέπτες πάλι, δεν είναι όλοι ίδιοι. Κι αν είναι απολύτως αναγκαίο και δική μας ευθύνη να προσφέρουμε ό, τι καλύτερο διαθέτουμε, άλλο τόσο ως οικοδεσπότες, οφείλουμε να παρέχουμε στον μουσαφίρη μας όλες τις επιλογές. Η άξια, ορθώς βραβευμένη και συνεχώς επεκτεινόμενη πρωτοβουλία του ελληνικού πρωινού, δεν αποκλείει τις άλλες ομάδες κι έτσι πρέπει. Δίπλα στα pancakes υπάρχουν οι σβίγγοι, δίπλα στο γιαούρτι χωρίς λιπαρά το ολόπαχο γιαούρτι σακούλας του γείτονα παραγωγού, δίπλα στο gouda η νόστιμη ντόπια γραβιέρα και δίπλα στον καφέ φίλτρου ο ελληνικός.

Μάλλον όμως ξέφυγα λίγο από το σημερινό θέμα που ήταν το Masterchef, αλλά βλέπετε με αυτή την αφορμή, βρήκα ευκαιρία να σας εκθέσω και κάποιες γενικότερες απόψεις μου. Δεν θα σας κουράσω άλλο, μόνο δύο τελευταία πραγματάκια θα πω ακόμη. Πρώτον, αφήστε τα παιδιά και τους κριτές του Masterchef ήσυχους. Δεν πείραξαν κανέναν, κι αν δεν σας αρέσουν αυτά που μαγειρεύουν, μην τα δοκιμάσετε ποτέ. No strings attached, που λέμε! Δεύτερον, σε ό, τι αφορά την αφεντιά μου, οι όποιες συμπτωματικές ομοιότητες με την βραβευθείσα συμπατριώτισσά μας – την οποία με αυτή την ευκαιρία χειροκροτώ δυνατά για τον αξιέπαινο θρίαμβό της – σταματούν στην κοντινή ηλικία και την πρότερη επαγγελματική μας σταδιοδρομία. Μην περιμένετε να με δείτε στο Masterchef του χρόνου!

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v