Γιατί είχαμε «καλό σαλόνι» και τι λέει αυτό για την ελληνική οικογένεια;

Σεμεδάκια, σκρίνια, κρύσταλλα και καναπέδες στους οποίους απαγορευόταν να καθίσεις. Τι απέγινε κείνο το σαλόνι που άνοιγε μόνο στις γιορτές και –κυρίως– γιατί το είχαμε;

Γιατί είχαμε «καλό σαλόνι» και τι λέει αυτό για την ελληνική οικογένεια;

 

Αν μεγάλωσες σε ελληνικό σπίτι τις δεκαετίες του '70, του '80 ή του '90, οι πιθανότητες λένε πως υπήρχε εκεί ένα δωμάτιο στο οποίο δεν επιτρεπόταν να μπεις αν δεν είχες σοβαρό λόγο. Ήταν το καλό σαλόνι. Είχε συνήθως τους ωραιότερους καναπέδες του σπιτιού, το ακριβότερο χαλί, μια τραπεζαρία για δώδεκα άτομα, σεμεδάκια, σερβάντες, κρυστάλλινα τασάκια και ένα σκρίνιο γεμάτο ποτήρια που δεν χρησιμοποιούσε ποτέ κανείς. Εκεί μέσα δεν έτρωγες, δεν έπαιζες, δεν ξάπλωνες, δεν καθόσουν και, προς θεού, δεν ακουμπούσες τα πόδια σου στο τραπεζάκι.

Γιατί υπήρχε λοιπόν αυτός ο χώρος, τι εξυπηρετούσε, και τι μπορεί να μας πει σήμερα για τις ελληνικές οικογένειες που τον διατηρούσαν;

Το δωμάτιο που δεν ήταν για εμάς

Το πρώτο παράδοξο του καλού σαλονιού ήταν ότι, παρόλο που βρισκόταν μέσα στο σπίτι, δεν προοριζόταν για τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί. Η καθημερινότητα εξελισσόταν στην κουζίνα, γύρω από το τραπέζι του φαγητού ή στο μικρό καθιστικό με την τηλεόραση. Το καλό σαλόνι άνοιγε για γιορτές, επισκέψεις, αρραβώνες και Κυριακές με κόσμο.

Και δεν μιλάμε για οποιονδήποτε κόσμο. Οι πολύ δικοί μας άνθρωποι μπορούσαν να καθίσουν στην κουζίνα. Το καλό σαλόνι προοριζόταν για εκείνους μπροστά στους οποίους έπρεπε να παρουσιαστεί η καλύτερη εκδοχή του σπιτιού και, κατ' επέκταση, της οικογένειας. Ήταν μια διάκριση ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, μόνο που και τα δύο βρίσκονταν πίσω από την ίδια εξώπορτα.

Από το χωριό στην πολυκατοικία: Το σαλόνι ως κοινωνική άνοδος

Για να καταλάβουμε πώς προέκυψε το καλό σαλόνι, πρέπει να γυρίσουμε στη μεταπολεμική Ελλάδα. Τις δεκαετίες του '50 και του '60, η χώρα άλλαξε με εντυπωσιακή ταχύτητα. Χιλιάδες οικογένειες μετακινήθηκαν από την επαρχία στις πόλεις, η οικονομία αναπτύχθηκε, οι πολυκατοικίες πολλαπλασιάστηκαν και η ιδιοκατοίκηση έγινε ένα από τα σπουδαιότερα όνειρα της ελληνικής οικογένειας.

Όπως περιγράφουν οι ιστορικοί Αντώνης Λιάκος και Νικόλας Δουμάνης σε μελέτη τους για τη μεταπολεμική Ελλάδα, η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από βαθιά κοινωνική αλλαγή, αστικοποίηση και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.

Για πολλές οικογένειες, το καινούριο διαμέρισμα ήταν η απόδειξη ότι είχαν καταφέρει κάτι. Και το καλό σαλόνι ήταν το μέρος όπου αυτή η επιτυχία γινόταν ορατή. Ο μεγάλος καναπές, το σκρίνιο και το καλό σερβίτσιο ήταν σύμβολα προόδου, ευημερίας και κοινωνικής καταξίωσης.

Το Instagram πριν από το Instagram

Αν το καλοσκεφτείς, το καλό σαλόνι είχε μια λειτουργία πολύ κοντινή σε εκείνη των σημερινών social media: Παρουσίαζε στους άλλους μια επιμελημένη εκδοχή της πραγματικότητάς μας. Εκεί όλα ήταν πάντα καθαρά, τακτοποιημένα και στη θέση τους. Τα μαξιλάρια δεν είχαν βαθουλώματα, τα ποτήρια γυάλιζαν, οι κουρτίνες ήταν αψεγάδιαστες. Εκεί μέσα δεν έβλεπες την καθημερινότητα μιας οικογένειας: Έβλεπες την εικόνα που αυτή η οικογένεια ήθελε να έχουν οι άλλοι γι' αυτήν. Σου θυμίζει κάτι;

Κι αυτή δεν είναι απλώς μια αναλογία που βγάλαμε από το μυαλό μας. Στην έρευνά του για τον οικιακό χώρο των μικρομεσαίων στρωμάτων στην Ελλάδα του 1950-1970, ο αρχιτέκτονας Κωνσταντίνος Δεληγιαννίδης εξετάζει ακριβώς τη σχέση ανάμεσα στη διαμόρφωση του σπιτιού, τις κοινωνικές διακρίσεις και τις συμπεριφορές των ανθρώπων που ζουν μέσα σε αυτό.

Και γιατί είχε τόση σημασία τι θα πει ο κόσμος;

Η ελληνική οικογένεια των προηγούμενων δεκαετιών λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό ως συλλογική μονάδα. Η συμπεριφορά του ενός αντανακλούσε στους υπόλοιπους, η επιτυχία ενός μέλους ήταν επιτυχία όλων και η κοινωνική εικόνα του σπιτιού αποτελούσε υπόθεση ολόκληρης της οικογένειας.

Το περίφημο «τι θα πει ο κόσμος» δεν περιοριζόταν στις προσωπικές επιλογές, στις σχέσεις ή στις επαγγελματικές αποφάσεις. Έφτανε μέχρι το αν το σπίτι ήταν αρκετά καθαρό και το σερβίτσιο αρκετά καλό για τους επισκέπτες.

Χώρια που η φιλοξενία τω καιρώ εκείνο ήταν πέρα απ’ όλα τα άλλα και κοινωνική υποχρέωση, με συγκεκριμένους κανόνες για το πώς περιποιείσαι τον καλεσμένο και τι εντύπωση αφήνεις. Το καλό σαλόνι ήταν το σκηνικό μέσα στο οποίο η οικογένεια αποδείκνυε ότι ήταν αξιοπρεπής, νοικοκυρεμένη και άξια κοινωνικού σεβασμού.

Η μαμά, τα σεμεδάκια και η αόρατη δουλειά

Υπήρχε όμως και μια άλλη πλευρά στην ιστορία, την οποία η νοσταλγία μας συχνά αγνοεί: Ποιος φρόντιζε να είναι το καλό σαλόνι πάντα καθαρό; Ποιος ξεσκόνιζε τα κρύσταλλα, έπλενε τις κουρτίνες, γυάλιζε τα έπιπλα και φρόντιζε να μη βρεθεί ποτέ ένα παιδικό παιχνίδι πάνω στον καναπέ; Στη συντριπτική πλειονότητα των παραδοσιακών νοικοκυριών, αυτή η δουλειά έπεφτε στις γυναίκες.

Η οικιακή φροντίδα ήταν στενά συνδεδεμένη με την κοινωνική εικόνα της νοικοκυράς. Ένα περιποιημένο σπίτι αποτελούσε πιστοποιητικό της ικανότητάς της να ανταποκρίνεται στον ρόλο της.

Η ιστορική αυτή σύνδεση ανάμεσα στη γυναικεία ταυτότητα, τη διαχείριση του σπιτιού και την κοινωνική θέση της οικογένειας αναλύεται και στη μελέτη της Eleni Stamiris για το γυναικείο κίνημα στην Ελλάδα.

Κάπως έτσι, ένα δωμάτιο που έμενε κλειστό τις περισσότερες μέρες μπορούσε να απαιτεί δυσανάλογα πολλή δουλειά για να διατηρείται στην εντέλεια. Και όλα αυτά για την περίπτωση που θα έρχονταν καλεσμένοι.

Πού πήγε το καλό σαλόνι;

Σταδιακά, οι συνήθειες άλλαξαν. Οι κατοικίες έγιναν πιο ευέλικτες, η κουζίνα ενώθηκε με το καθιστικό, οι επίσημες επισκέψεις περιορίστηκαν και η καθημερινή άνεση άρχισε να μετρά περισσότερο από την εντύπωση που θα προκαλούσε το σπίτι στους άλλους.

Σημαίνει αυτό ότι σταματήσαμε επιτέλους να ενδιαφερόμαστε για το τι θα πει ο κόσμος; Όχι, απλώς η κοινωνική μας βιτρίνα μεταφέρθηκε σε μεγάλο βαθμό από το σκρίνιο στο Instagram.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον που μας άφησε το καλό σαλόνι: Μια υπενθύμιση ότι κάθε εποχή έχει τον δικό της τρόπο να ξεχωρίζει τη ζωή που ζούμε από τη ζωή που θέλουμε να δείχνουμε στους άλλους. Αν μη τι άλλο, το καλό σαλόνι είχε και ένα πλεονέκτημα: Όταν έκλεινε η πόρτα του, τελείωνε και η παράσταση.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v