Πράγματα που κάναμε στα 90s και μας λείπουν

Θυμάσαι το +Soda; Τα rave party στα Οινόφυτα; Τα ελληνικά σήριαλ τότε που ήταν όντως αστεία; Εμείς τα θυμόμαστε.

Πράγματα που κάναμε στα 90s και μας λείπουν

Ήταν οι καλύτερες εποχές, κι ήταν οι χειρότερες εποχές. Τρίζουν τα κόκαλα του Ντίκενς, ναι, αλλά στον έρωτα και στη νοσταλγία όλα επιτρέπονται. Η δεκαετία του 90 στην Ελλάδα ήταν η τελευταία εποχή της αθωότητας, της ανεμελιάς, του ξέφρενου πάρτι, του δεν-ξέρουμε-τι-μας-ξημερώνει. Δεν ξέραμε, όντως. Γι’ αυτό τα ζούσαμε όλα στα κόκκινα. Και γι’ αυτό μας έπιασε μια νοσταλγία αυγουστιάτικα, κι είπαμε να τα θυμηθούμε μαζί σου.

Χορεύαμε μέχρι το πρωί στο +Soda

Δεν πήγαινες απλώς για ποτό. Πήγαινες για να χαθείς. Να μπεις βράδυ και να βγεις με το πρώτο φως, ιδρωμένος/η, ημίκουφος και ελαφρώς αβέβαιος/η για το τι ακριβώς συνέβη τις προηγούμενες έξι ώρες. Το +Soda στην Ερμού υπήρξε ένα από τα θρυλικότερα κλαμπ της αθηναϊκής δεκαετίας του ’90, εκεί όπου techno, house, strobo, πλατφόρμες και φωσφοριζέ σύνολα έφτιαχναν έναν καινούριο κόσμο για μια γενιά που ανακάλυπτε για πρώτη φορά το clubbing. Και, ναι, το επόμενο πρωί κουδούνιζαν τα αυτιά μας. Δεν μας ένοιαζε καθόλου.

Πηγαίναμε σε rave στα Οινόφυτα

Κάποια στιγμή το κέντρο δεν μας χωρούσε, οπότε το πάρτι πήρε την Εθνική και βγήκε εκτός Αθηνών. Αποθήκες, βιομηχανικοί χώροι, χωράφια, τοποθεσίες που μάθαινες από στόμα σε στόμα και διαδρομές προς τα Οινόφυτα μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα, με την παρέα να αναρωτιέται αν πηγαίνει όντως σε πάρτι ή αν την έχουν απαγάγει εξωγήινοι. Η rave σκηνή των 90s είχε εκείνη την αίσθηση του πραγματικού underground: Δεν υπήρχε event στο Facebook, δεν υπήρχε location στο κινητό, πολλές φορές δεν ήξερες καν ακριβώς πού πήγαινες. Ήξερες μόνο ότι κάπου στο τέλος της διαδρομής θα είχε μπάσο. Πολύ μπάσο.

Βλέπαμε όλοι τις ίδιες σειρές

Και όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι. Την επόμενη μέρα στο σχολείο ή στη δουλειά μπορούσες να πετάξεις μια ατάκα από τους Απαράδεκτους, τις Τρεις Χάριτες, το Ντόλτσε Βίτα, τους Δύο Ξένους ή τα Εγκλήματα και να ξέρεις ότι κάποιος απέναντι θα την πιάσει. Δεν υπήρχαν πλατφόρμες, binge watching και «μη μου κάνεις σπόιλερ, είμαι ακόμα στο τρίτο επεισόδιο». Το επεισόδιο παιζόταν μία συγκεκριμένη ώρα, εσύ ήσουν εκεί και την επομένη η χώρα ολόκληρη έκανε debriefing. Και κάπως έτσι η τηλεόραση έφτιαχνε κοινές αναμνήσεις που τριάντα χρόνια μετά εξακολουθούν να ξυπνούν με μία μόνο ατάκα.

Νοικιάζαμε ταινίες από το βίντεο κλαμπ

Παρασκευή βράδυ και η επιλογή ταινίας ήταν ολόκληρη έξοδος. Έμπαινες στο βίντεο κλαμπ, χάζευες εξώφυλλα, διάβαζες οπισθόφυλλα, ζητούσες από τον άνθρωπο πίσω από τον πάγκο «κάτι καλό, αλλά όχι πολύ βαρύ» και κατέληγες να τσακώνεσαι με την παρέα αν θα πάρετε θρίλερ, κωμωδία ή εκείνη την καινούρια που «δεν την έχουν επιστρέψει ακόμα». Αν ήσουν άτυχος, όλες οι κόπιες ήταν νοικιασμένες. Αν ήσουν ακόμα πιο άτυχος, κάποιος πριν από σένα δεν είχε κάνει rewind την βιντεοκασέτα. Και πάλι, όλη αυτή η φασαρία είχε περισσότερο σασπένς από το σημερινό μισάωρο scroll στο Netflix που καταλήγει στο να μην βλέπεις τίποτα.

Δίναμε ραντεβού και μετά… πηγαίναμε

«Οκτώ έξω από το μετρό» δεν μπορούσες να πεις, γιατί το μετρό της Αθήνας δεν υπήρχε ακόμα. Έλεγες λοιπόν «οκτώ στο Σύνταγμα», «έξω από το τάδε σινεμά», «στο περίπτερο στην πλατεία» και αυτή ήταν ολόκληρη η συμφωνία. Δεν υπήρχε «πού είσαι;», live location, «ξεκινάω τώρα» ενώ είσαι ακόμα με την πετσέτα, ούτε δεκαεπτά μηνύματα συντονισμού. Έφτανες. Περίμενες. Αν ο άλλος αργούσε πολύ, έπρεπε να αποφασίσεις μόνος σου αν σε έστησε, αν έχασε το λεωφορείο ή αν είναι νεκρός. Περιέργως, τις περισσότερες φορές βρίσκαμε ο ένας τον άλλον.

Παίρναμε τηλέφωνο και μπορεί να το σήκωνε ο μπαμπάς

Ένα μικρό τεστ χαρακτήρα που οι σημερινοί εικοσάρηδες ευτυχώς δεν θα χρειαστεί ποτέ να περάσουν. Ήθελες να μιλήσεις με το αντικείμενο του πόθου σου; Καλούσες στο σταθερό του σπιτιού του και προσευχόσουν να μην απαντήσει αυστηρή μητέρα, δύστροπος πατέρας ή μικρό αδερφάκι αποφασισμένο να καταστρέψει τη ζωή σου. Μετά ερχόταν εκείνο το «τη Μαρία, παρακαλώ» με φωνή που προσπαθούσε απεγνωσμένα να ακουστεί φυσιολογική. Και όταν τελικά έβγαινε η Μαρία στη γραμμή, τέντωνες το καλώδιο του τηλεφώνου μέχρι το διπλανό δωμάτιο για λίγη ιδιωτικότητα. Τέτοιες συγκινήσεις το WhatsApp δεν θα σου δώσει ποτέ.

Φτιάχναμε κασέτες για τους ανθρώπους που γουστάραμε

Playlist με ένα κλικ; Πολύ εύκολο. Το πράγμα ήθελε κόπο, στρατηγική και χειρουργική ακρίβεια. Περίμενες το αγαπημένο τραγούδι στο ραδιόφωνο με το δάχτυλο στο Rec, καταριόσουν τον παραγωγό αν μιλούσε πάνω στην εισαγωγή, υπολόγιζες πόσος χώρος είχε μείνει στην πλευρά Α και έπρεπε, φυσικά, να αποφασίσεις ποιο τραγούδι θα μπει μετά από ποιο. Η σειρά σήμαινε πράγματα. Η κασέτα που έφτιαχνες για κάποιον ήταν μήνυμα, εξομολόγηση και ψυχογράφημα μαζί. Και αν στην ετικέτα είχες γράψει και τα κομμάτια με ωραία γράμματα, μιλάμε για κανονική ερωτική επιστολή.

Ακούγαμε ολόκληρους δίσκους

Όχι επειδή είχαμε ανώτερη μουσική παιδεία. Επειδή βαριόμασταν να σηκωνόμαστε κάθε τρία λεπτά. Αγόραζες ένα CD και το άκουγες από την αρχή μέχρι το τέλος, ξανά και ξανά, μέχρι τα κομμάτια που αρχικά δεν σου άρεσαν να γίνουν αγαπημένα σου. Ξεφύλλιζες το booklet, διάβαζες στίχους, credits και ευχαριστίες, μάθαινες ποιος έπαιζε κιθάρα και ποιος έκανε παραγωγή. Και επειδή το CD είχε κοστίσει λεφτά, δεν το εγκατέλειπες αν το πρώτο τραγούδι δεν σε κέρδιζε στα δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Του έδινες μια ευκαιρία. Καμιά φορά και δεκαπέντε.

Ξεκοκαλίζαμε περιοδικά

Πριν το feed, είχαμε περίπτερο. Και εκεί σε περίμενε κάθε μήνα ένας μικρός χάρτινος κόσμος: μουσικά περιοδικά, σινεμά, μόδα, κουτσομπολιό, κόμικς, ένθετα, αφίσες που ξεκολλούσες προσεκτικά για να μη σκιστούν και συνεντεύξεις που διάβαζες μέχρι το τέλος επειδή, πολύ απλά, δεν υπήρχε από κάτω άλλο ένα πράγμα να κάνεις scroll. Τα περιοδικά έμεναν στο σπίτι μήνες ή και χρόνια, περνούσαν από φίλο σε φίλο και συχνά αποκτούσαν τσακισμένες γωνίες στα πράγματα που ήθελες να ξαναβρείς. Το ίντερνετ μάς έδωσε τα πάντα. Ίσως γι’ αυτό σταματήσαμε να κρατάμε οτιδήποτε.

Χανόμασταν και δεν το μάθαινε κανείς

Έφευγες από το σπίτι το πρωί και για ώρες ολόκληρες δεν υπήρχε τρόπος να σε εντοπίσει κανείς. Το καλοκαίρι ειδικά, μπορούσες να είσαι στην παραλία, σε μια πλατεία, πάνω σε ένα μηχανάκι, στο σπίτι κάποιου φίλου ή κάπου εντελώς αλλού από εκεί που είχες πει ότι θα πας. Και ο κόσμος συνέχιζε να γυρίζει. Δεν ανέβαζες στόρι από το μπάνιο σου, δεν τσέκαρες τι κάνουν οι υπόλοιποι, δεν φωτογράφιζες το ηλιοβασίλεμα για να αποδείξεις ότι το είδες. Μερικές ώρες αργότερα γύριζες σπίτι και, στην εξωφρενική περίπτωση που κάποιος ήθελε να μάθει πώς πέρασες, έπρεπε να του το διηγηθείς.

Δεν ξέραμε τι κάνουν όλοι οι άλλοι

Και ίσως αυτό να είναι το πράγμα που μας λείπει περισσότερο χωρίς να το έχουμε καταλάβει. Δεν ήξερες πού πήγε διακοπές ο συμμαθητής που είχες να δεις οκτώ χρόνια, τι έφαγε η πρώην σου για brunch ή πόσο τέλεια περνάει ένας άγνωστος στη Φολέγανδρο. Ο κόσμος των άλλων τελείωνε εκεί που σταματούσε η πραγματική επαφή σου μαζί τους. Υπήρχε χώρος να βαρεθείς, να αναρωτηθείς, να χάσεις κάποιον, να τον πεθυμήσεις. Και πιθανότατα αυτό είναι το πιο 90s πράγμα απ’ όλα: Δεν ήμασταν μονίμως συνδεδεμένοι. Οπότε, όταν βρισκόμασταν, είχαμε πράγματι νέα να πούμε.

Ακούγαμε Jeronimo Groovy

Στους 88.9, ο Jeronimo Groovy ήταν για πολλούς από εμάς κάτι πολύ περισσότερο από ραδιοφωνικός σταθμός. Ήταν το soundtrack πριν βγούμε, το soundtrack όσο ετοιμαζόμασταν και, κάποιες φορές, το soundtrack ενώ προσπαθούσαμε να ξενυχτήσουμε λίγο ακόμη στο δωμάτιό μας. Dance, eurohouse, jingles που κολλούσαν στο κεφάλι και παραγωγοί με φωνές που ένιωθες ότι ήξερες προσωπικά, σε μια εποχή που το ραδιόφωνο μπορούσε ακόμη να δημιουργήσει ολόκληρες παρέες ακροατών. Και βέβαια έγραφες τα αγαπημένα σου κομμάτια σε κασέτα, με το Rec πατημένο και την ελπίδα να μη μιλήσει ο Τάκης Φωτίου πάνω στο ρεφρέν.

Βγαίναμε χωρίς να φωτογραφίσουμε τίποτα

Υπήρχαν ολόκληρα βράδια που συνέβησαν και δεν υπάρχει ούτε μία φωτογραφία τους. Καμία. Ούτε η παρέα στο τραπέζι, ούτε το ποτό, ούτε το ηλιοβασίλεμα, ούτε το κλαμπ στις τέσσερις το πρωί. Αν κάποιος είχε φωτογραφική μηχανή μαζί του, έβγαζε δυο τρεις λήψεις όλες κι όλες, γιατί το φιλμ είχε 24 ή 36 καρέ -άσε που κόστιζε και η εμφάνιση. Κι ύστερα περίμενες μέρες για να δεις αν βγήκαν. Το αποτέλεσμα ήταν πως τα περισσότερα βράδια τα θυμόμαστε μόνο όπως τα έγραψε το μυαλό μας, χωρίς φίλτρα, χωρίς stories, χωρίς αποδείξεις. Και ίσως γι’ αυτό μερικά από αυτά μας φαίνονται σήμερα σχεδόν μυθικά.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v