Το Αλίκοκο, η αλλοτινή γειτονιά της Αθήνας που είχε το δικό της φάντασμα
Την επόμενη φορά που θα βολτάρεις τον πεζόδρομο της Κυδαθηναίων, ρίξε μια προσεκτική ματιά: Μπορεί να δεις το στοιχειό του Αλίκοκου. Μην φοβηθείς, φιλικό ήταν, λέει ο θρύλος.
Την επόμενη φορά που θα βολτάρεις τον πεζόδρομο της Κυδαθηναίων, ρίξε μια προσεκτική ματιά: Μπορεί να δεις το στοιχειό του Αλίκοκου. Μην φοβηθείς, φιλικό ήταν, λέει ο θρύλος.
Δεν ξέρουμε αν το μαθαίνεις πρώτη φορά από εμάς, θα υποθέσουμε πως όχι: Οι Αθηναίοι του Μεσαίωνα δεν θα καταλάβαιναν τι λες αν τους ρωτούσες για την οδό Κυδαθηναίων, εκεί που θα περπατούσες μαζί τους έχοντας μόλις κατεβεί από την χρονομηχανή σου.
Τα παράξενα αρχαία ονόματα της πολύπαθης αυτής πόλης τα χρωστάμε στους Βαυαρούς και στον ρομαντισμό τους, που αγγίζοντας τα όρια του οριενταλισμού προσπαθούσε τόσο απεγνωσμένα και άτσαλα (*) να αποδώσει στην Αθήνα του 19ου αιώνα τη σύνδεση με την πόλη του Σωκράτη, που της έσβηνε ολόκληρα κομμάτια της Ιστορίας της.
(*) Το Κυδαθηναίων συγκεκριμένα είναι λάθος, Κυδαθηναίου θα έπρεπε να είναι, αλλά περισσότερα γι’ αυτό σε λίγο.
Τη γειτονιά που διασχίζει η μαρμαρόστρωτη σήμερα οδός Κυδαθηναίων, οι Αθηναίοι του Μεσαίωνα την έλεγαν Αλίκοκο.
Πλατέα Ρούγα του Αλίκοκου λεγόταν ο κεντρικός δρόμος της γειτονιάς, που πήρε το όνομά της από το στοιχειό του Αλίκοκου, που έβγαινε λέει τις νύχτες να προειδοποιήσει τους Πλακιώτες (που δεν λέγονταν ακόμα Πλακιώτες) για τις επερχόμενες συμφορές. Για την ταυτότητα του φιλεύσπλαχνου φαντάσματος προτού γίνει φάντασμα υπάρχουν δύο εκδοχές: Ο Κώστας Μπίρης λέει πως ήταν Αλβανός, ο Αλή Κόκος, ο Δημήτρης Σισιλιάνος υποστηρίζει πως ήταν Φράγκος, της οικογενείας των Αλίκοκων. Και οι δύο πάντως συμφωνούν πως έμενε εδώ.
Και τι ακριβώς έκανε ο Αλίκοκος/ Αλή Κόκος ως φάντασμα; Εδώ η παράδοση γίνεται λίγο πιο γοτθική: Ο Σισιλιάνος περιγράφει το στοιχειό να βγάζει άγριες φωνές που προμήνυαν επιδημίες και άλλες συμφορές. Δεν κυνηγούσε δηλαδή τους περαστικούς ούτε τους έσερνε σε μπουντρούμια, απλώς λειτουργούσε περίπου σαν μεταφυσικό 112 της μεσαιωνικής Αθήνας. Η παράδοση επέζησε αρκετά ώστε το όνομα του Αλίκοκου να φτάσει μέχρι τους νεότερους αθηναιογράφους, παρόλο που η επίσημη ονοματοθεσία του 19ου αιώνα εξαφάνισε σταδιακά το παλιό τοπωνύμιο από τον χάρτη.
Το «Πλατέα Ρούγα» δεν ήταν, παρεμπιπτόντως, ποιητική υπερβολή. Οι δρόμοι της παλιάς Αθήνας διακρίνονταν σε ρούγες, σοκάκια, στενοσόκακα και τυφλοσόκακα, και οι πραγματικά φαρδιοί δρόμοι ήταν λίγοι. Η Πλατέα Ρούγα του Αλίκοκου ήταν ένας από τους σημαντικότερους: Στα τελευταία χρόνια της οθωμανικής περιόδου οι Αθηναίοι έκαναν εδώ τον κυριακάτικο και γιορτινό τους περίπατο.

Υπάρχει και ένα κομμάτι εκείνης της γειτονιάς που μπορείς ακόμα να δεις, αντί να το ψάχνεις κάτω από τις μεταγενέστερες στρώσεις της πόλης: Η Σωτείρα του Κοττάκη, στη συμβολή της Κυδαθηναίων με τη Σωτήρος, είναι μεσοβυζαντινός ναός και χρονολογείται πιθανότατα στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα. Βρισκόταν μέσα στη συνοικία του Αλίκοκου αιώνες προτού η περιοχή αποκτήσει τη σημερινή της εικόνα, και αποτελεί ένα από τα παλιότερα σωζόμενα βυζαντινά μνημεία της Αθήνας.
Το όνομα το διάλεξαν οι Βαυαροί, που είχαν αναλάβει την ονοματοθεσία των αθηναϊκών οδών το 1834. Στη ρομαντική τους θεώρηση περί αρχαιοελληνικής συνέχειας, το όνομα Κυδαθήναιον (δόξα των Αθηναίων) ενός αρχαίου αθηναϊκού δήμου στη βορειοανατολική πλευρά της Ακρόπολης ταίριαξε γάντι. Απέδωσαν, βέβαια, λάθος τη γενική, οδός Κυδαθηναίον αντί για οδός Κυδαθηναίου, πράγμα που αποκαταστάθηκε αναγκαστικά με αυτό εκεί το ω, που γραμματικά καθόλου δεν στέκει, καθότι οι κάτοικοι του Κυδαθηναίου θα ονομάζονταν Κυδαθηναιείς και όχι Κυδαθηναίοι.