Γιατί με κάποιους ανθρώπους κυλάει αλλιώτικα ο χρόνος;

Επειδή ο χρόνος στην πραγματικότητα δεν υπάρχει, είναι ανθρώπινη επινόηση για να συνεννοούμαστε μεταξύ μας. Ή επειδή είσαι ερωτευμένος/η. Όλα θα τα εξετάσουμε.

Γιατί με κάποιους ανθρώπους κυλάει αλλιώτικα ο χρόνος;

Σου έχει τύχει να είσαι με κάποιον/α, να κοιτάξεις το ρολόι, να είναι 22.00 και μετά από 5 λεπτά να το ξανακοιτάξεις και να είναι 2.00; Ελπίζουμε να σου έχει τύχει, γιατί είναι μαγικό όταν συμβαίνει. Γιατί συμβαίνει όμως; Τι είναι αυτό που κάνει τον χρόνο να κυλά διαφορετικά με κάποιους ανθρώπους, και τι δουλειά έχει ο Αϊνστάιν στα προσωπικά σου; Έλα να τα αναλύσουμε όλα.

Καταρχάς, ο χρόνος δεν περνά στ’ αλήθεια πιο γρήγορα

Αυτό είναι μάλλον σημαντικό να το ξεκαθαρίσουμε πριν αρχίσουμε να κατηγορούμε το σύμπαν ότι πειράζει τα ρολόγια όταν είμαστε ερωτευμένοι. Δύο ώρες παραμένουν δύο ώρες, είτε τις περνάς σε ένα συναρπαστικό ραντεβού είτε περιμένοντας στην ουρά μιας δημόσιας υπηρεσίας.

Εκείνο που αλλάζει είναι η αντίληψή μας για τον χρόνο. Ο εγκέφαλος δεν διαθέτει κάποιο εσωτερικό χρονόμετρο που μετρά αντικειμενικά λεπτά και δευτερόλεπτα. Εκτιμά πόσος χρόνος πέρασε με βάση πράγματα όπως το πού είναι στραμμένη η προσοχή μας, πόσο έντονα συναισθήματα βιώνουμε, αν βαριόμαστε και πόσο, πόσα καινούρια ερεθίσματα δεχόμαστε και πόσο απορροφημένοι είμαστε σε αυτό που κάνουμε.

Γι’ αυτό και δέκα λεπτά αναμονής μπορούν να μοιάζουν μισή ζωή, ενώ τέσσερις ώρες κουβέντας με έναν άνθρωπο που σε ενδιαφέρει εξαφανίζονται χωρίς να καταλάβεις πού πήγαν.

Όταν περνάς καλά, δεν κοιτάς την ώρα

Είναι τόσο απλό και τόσο περίπλοκο ταυτόχρονα. Όταν βαριόμαστε ή περιμένουμε κάτι να τελειώσει, ένα κομμάτι της προσοχής μας στρέφεται διαρκώς στον ίδιο τον χρόνο. Πόση ώρα πέρασε; Πόση μένει; Πότε θα φύγουμε; Πότε θα έρθει το λεωφορείο; Κάθε τέτοια σκέψη ισοδυναμεί με άλλο ένα νοητικό τσεκάρισμα του ρολογιού.

Όταν, αντίθετα, η προσοχή σου είναι ολόκληρη στραμμένη στον άνθρωπο απέναντί σου, στην κουβέντα, στο γέλιο, στις ιστορίες που ξετυλίγονται η μία μετά την άλλη, ο εγκέφαλός σου απλώς δεν ασχολείται με το πέρασμα της ώρας. Κοινώς, δεν είναι ότι ο χρόνος τρέχει. Είναι ότι εσύ έχεις σταματήσει να τον παρακολουθείς.

Κάτι σαν flow, αλλά για δύο

Υπάρχει στην ψυχολογία η έννοια του flow, της κατάστασης δηλαδή στην οποία απορροφάσαι τόσο πολύ σε μια δραστηριότητα ώστε χάνεις την αίσθηση του χρόνου, του χώρου και ενίοτε του γεγονότος ότι έχεις να φας από το μεσημέρι.

Συνήθως μιλάμε για flow όταν κάποιος γράφει, ζωγραφίζει, παίζει μουσική, σκαρφαλώνει, λύνει ένα δύσκολο πρόβλημα ή κάνει κάτι που απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση. Κάτι παρόμοιο, όμως, μπορεί να συμβεί και στην ανθρώπινη επαφή.

Και ναι, ο έρωτας έχει βάλει το χεράκι του…

Η έντονη έλξη και ο ενθουσιασμός ενεργοποιούν συστήματα του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή, την προσμονή και την προσοχή. Ο άνθρωπος απέναντί σου γίνεται, προσωρινά τουλάχιστον, το πιο ενδιαφέρον πράγμα στο σύμπαν. Οι εκφράσεις του, οι ιστορίες του, ο τρόπος που γελά, ακόμα και κάτι παντελώς ασήμαντο που σου λέει για έναν συνάδελφό του αποκτούν ξαφνικά φοβερή σημασία.

…και η οικειότητα όμως μπορεί να κάνει το ίδιο πράγμα

Περίπου στον αντίποδα του έρωτα, ο χρόνος χάνεται επίσης και με εκείνους τους ανθρώπους με τους οποίους δεν υπάρχει απαραίτητα ένταση, υπάρχει όμως βαθιά άνεση.

Ξέρεις ποιους λέμε. Εκείνους με τους οποίους μπορείς να περάσεις έξι ώρες χωρίς να χρειαστεί ποτέ να γεμίσεις μια αμήχανη σιωπή. Να χαζεύετε, να μαγειρεύετε, να περπατάτε, να κάθεστε στον καναπέ χωρίς να συμβαίνει τίποτα το συγκλονιστικό.

Η αίσθηση ασφάλειας μειώνει την ανάγκη του εγκεφάλου να βρίσκεται σε συνεχή επιφυλακή. Δεν παρακολουθείς τον εαυτό σου, δεν αναλύεις κάθε λέξη που είπες, δεν σκέφτεσαι αν βαρέθηκε ο άλλος, αν πρέπει να φύγεις, αν κάνεις καλή εντύπωση. Και όταν σταματά αυτός ο εσωτερικός σχολιασμός, ο χρόνος ξαφνικά περνά απαρατήρητος.

Το παράδοξο είναι ότι μετά μπορεί να σου φαίνεται πως κράτησε περισσότερο

Κι εδώ είναι που το πράγμα γίνεται (ακόμα πιο) ενδιαφέρον: Άλλο πώς βιώνουμε τον χρόνο την ώρα που περνά και άλλο πώς τον θυμόμαστε μετά.

Μια βραδιά μπορεί να περάσει αστραπιαία όσο τη ζεις, αλλά όταν την ανακαλείς να μοιάζει τεράστια, γεμάτη γεγονότα, κουβέντες, εικόνες και μικρές λεπτομέρειες.

Αυτό συμβαίνει επειδή η μνήμη μας χρησιμοποιεί τα γεγονότα ως μονάδα μέτρησης του χρόνου. Όσο περισσότερα διαφορετικά πράγματα συνέβησαν, όσο περισσότερα καινούρια ερεθίσματα καταγράψαμε και όσο πιο έντονα ήταν τα συναισθήματα, τόσο πιο «γεμάτο» μοιάζει εκ των υστέρων το διάστημα που πέρασε.

Έτσι μπορεί ένα τετράωρο ραντεβού να σου φάνηκε δέκα λεπτά εκείνη τη στιγμή και, την επόμενη μέρα, να το θυμάσαι σχεδόν σαν μίνι διακοπές.

Και τι δουλειά έχει τελικά ο Αϊνστάιν εδώ;

Επιστημονικά, περίπου καμία. Συγγνώμη για το clickbait.

Η θεωρία της σχετικότητας πράγματι μας λέει ότι ο χρόνος δεν είναι απόλυτος και ότι μπορεί να κυλά διαφορετικά ανάλογα με την ταχύτητα και τη βαρύτητα. Για να υπάρξουν όμως μετρήσιμες διαφορές του είδους που περιγράφει η Φυσική, χρειάζονται συνθήκες ελαφρώς πιο ακραίες από ένα ωραίο κρασί και μια συναρπαστική κουβέντα στο Παγκράτι.

Υπάρχει, πάντως, μια ατάκα που αποδίδεται συχνά στον Αϊνστάιν και περιγράφει εξαιρετικά την υποκειμενική εμπειρία του χρόνου: Βάλε το χέρι σου πάνω σε μια καυτή εστία για ένα λεπτό και θα σου φανεί σαν ώρα, κάτσε δίπλα σε έναν άνθρωπο που σου αρέσει για μία ώρα και θα σου φανεί σαν λεπτό.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v