Ελλήνων Τα… ξύδια: Η ταράτσα του Χαϊδαρίου που ειδικεύεται στα ελληνικά μεζεδάκια
Λίγα ταρατσάτα μεζεδοπωλεία θα βρεις στην πρωτεύουσα για αυτό κι εμείς στρογγυλοκαθίσαμε στο Ελλήνων Τα… ξύδια στο Χαϊδάρι προς χάριν των καλοφαγάδικων ορέξεών μας.
Λίγα ταρατσάτα μεζεδοπωλεία θα βρεις στην πρωτεύουσα για αυτό κι εμείς στρογγυλοκαθίσαμε στο Ελλήνων Τα… ξύδια στο Χαϊδάρι προς χάριν των καλοφαγάδικων ορέξεών μας.
Το Χαϊδάρι έχει μεγάλη γαστρονομική ιστορία όπως μαρτυρούν οι διηγήσεις των καλοφαγάδων της περιοχής που κάνουν ειδική αναφορά στα θρυλικά ταβερνάκια που φιλοξενούσαν πλήθος δειπνοσοφιστών για χρόνια ολόκληρα.
Στη μετά-πανδημική περίοδο το Χαϊδάρι μας συστήνει νέα φαγάδικα που έχουν όλα τα φόντα να αγαπηθούν και να μετατραπούν σε στέκια τόσο για τους locals όσο και για τους επισκέπτες της περιοχής. Ανάμεσα τους συχνή αναφορά είναι και το Ελλήνων Τα… Ξύδια που άνοιξε πριν τρία χρόνια προσκαλώντας σε στην ταράτσα του για όσο κρατάνε οι ζεστές κι εσύ αναζητάς απεγνωσμένα μια ανάσα δροσιάς στην πρωτεύουσα.

Ταρατσάτα μεζεδοπωλεία άλλωστε δεν υπάρχουν πολλά για αυτό κι εμείς είχαμε τραβήξει μια μεγάλη υπενθυμιστική γραμμή κάτω από το όνομά του, ώστε να το επισκεφθούμε με τη σειρά μας με την πρώτη ευκαιρία.
Ένα ζεστό μα κατά τα άλλα ήσυχο βράδυ του Αυγούστου βρεθήκαμε να ανεβαίνουμε τα σκαλάκια του για να πιάσουμε θέση σε ένα από τα τραπεζάκια της ταράτσας του που έχει έντονες νησιώτικες διακοσμητικές πινελιές για να θέλγει όσους αναζητούν λίγες Κυκλάδες στο αθηναϊκό καλοκαίρι τους.
Καλοφωτισμένο κι άνετο, χωρίζει σε δύο επίπεδα την ταράτσα του, συγκεντρώνοντας ίσο αριθμό τραπεζιών αντίστοιχα. Το μενού του μεζεδοπωλείου μας προϊδέασε πως θα απολαύσουμε έναν συνδυασμό ελληνικών παραδοσιακών μεζέδων και value for money επιλογών σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή κι εμείς στρωθήκαμε άμεσα στην ανάγνωση των διαθέσιμων πιάτων.
Ο κατάλογος είχε μια σαφή προτίμηση σε παραδοσιακές ελληνικές συνταγές με λίγα twists και μια μοντέρνα οπτική παρουσίαση σχεδόν στο σύνολό τους.

Ξεκινήσαμε με την πράσινη σαλάτα (9,5€) με μεσκλάν λαχανικών, προσούτο Ευρυτανίας, αρωματική γραβιέρα με θυμάρι και τσίμα παστελιού που ήταν δροσερή και τίμια με ισορροπημένες εντάσεις. Ο μεσογειακός ντάκος (9,5€) από την άλλη ήρθε σε μια θηριώδη μερίδα με ντομάτα, ξυδάτο κρεμμύδι, λιαστή ντομάτα, φέτα, παξιμάδι λαδιού με αρωματική σάλτσα, βινεγκρέτ πορτοκαλιού και θυμάρι σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή που ευτυχώς ξέφευγε από τα καθιερωμένα.
Η τηγανιά συκώτι (9,5€) με λιαστή ντομάτα και κρασί που ακολούθησε ήταν λίγο παραπάνω νερουλή από ότι περιμέναμε και δεν μας ενθουσίασε ιδιαίτερα, παρότι το συκώτι παράμενε ζουμερό μέχρι τελευταίας μπουκιάς. Αξιοπρεπείς ήταν και οι λουκουμάδες τυριού (7€) που κατέφθασαν αφρατεμένοι σε μια μπαμπάτσικη μερίδα.

Το σπετσιέρικο μοσχάρι (14€) δεν τσιγκουνεύτηκε τα μυρωδικά και τα μπαχάρια του επενδύοντας σε αυτά για να αναδειχθεί το σιγομαγείρεμά του. Συνοδευόταν με παπαρδέλες, μπούκοβο και ψητή παρμεζάνα, που πώρωσε τα λιχούδικα ένστικτά μας, όμως μας ζόρισε καθώς επρόκειτο για ένα βαρύ παραδοσιακό πιάτο με ότι συνεπάγεται αυτό για την χώνεψή μας.
Το σιγομαγειρεμένο κότσι με πουρέ καρότου (14€), ήρθε σχεδόν λιωμένο από το πολύωρο μαγείρεμά του και βρέθηκε άνετα στην κορυφή των καλύτερων πιάτων του μεζεδοπωλείου. Ο βελούδινος πουρές και το υποδειγματικό ψήσιμο ήταν οι δύο βασικοί λόγοι που συνέβη αυτό, μαρτυρώντας την εμπειρία εκείνων που είχαν αναλάβει τη «διοίκηση» της κουζίνας.

Η κάβα είχε πολλά αποστάγματα (πάνω από 25 ετικέτες από 8,5€ οι εμφιαλώμενες) για να ικανοποιηθούν και τα πλέον μερακλήδικα ένστικτά μας ενώ για τους αλλόθρησκους που θέλουν να κοκτεϊλάρουν δίχως αύριο υπήρχαν και κλασικά κοκτεϊλάκια σε αφθονία (στα 9€).
Φεύγοντας συζητούσαμε μεταξύ μας πως πρόκειται για ένα value for money μεζεδοπωλείο καθώς οι μερίδες του χορταίνουν λόχο με έξυπνα twists εκεί που τα χρειάζονταν τα πιάτα κι όχι για ινσταγκραμικούς εύκολους εντυπωσιασμούς. Υπήρξαν κάποιες αστοχίες, οι οποίες ευελπιστούμε να διορθωθούν σε επόμενη επίσκεψή μας.