Οι 10 τοπ στιγμές του Λάμπρου Κωνσταντάρα
Νεύρα, γκριμάτσες, ατάκες που μπήκαν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο κι ένα «Ολέ!» που ακούγεται ακόμα. Ξαναβλέπουμε τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στις καλύτερες στιγμές του.
Νεύρα, γκριμάτσες, ατάκες που μπήκαν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο κι ένα «Ολέ!» που ακούγεται ακόμα. Ξαναβλέπουμε τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στις καλύτερες στιγμές του.
Μπορούσε να σηκώσει το φρύδι και να σε κάνει να γελάσεις. Να εκνευριστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε μία απλή πρόταση να μετατραπεί σε ολόκληρο θεατρικό μονόπρακτο. Να παριστάνει τον ακαταμάχητο γόη ενώ όλοι γύρω του, μαζί κι εμείς, έβλεπαν έναν αξιολάτρευτα απελπισμένο μεσήλικα. Και, κυρίως, μπορούσε να πάρει μια ατάκα που στο χαρτί δεν έμοιαζε ιδιαίτερα αστεία και να την κάνει δική του για πάντα.
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ξεκίνησε, όσο παράξενο κι αν ακούγεται σήμερα, από δραματικούς ρόλους. Η κωμωδία ήρθε αργότερα και τελικά τον έκανε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους πρωταγωνιστές του ελληνικού κινηματογράφου.
Και επειδή οι «καλύτερες ταινίες του Κωνσταντάρα» είναι άλλη λίστα, εμείς πάμε στο απολύτως απαραίτητο: στις σκηνές. Στις ατάκες, στις γκριμάτσες και στα ξεσπάσματα που συνεχίζουμε να επαναλαμβάνουμε δεκαετίες αργότερα.
Από το Υπάρχει και Φιλότιμο, 1965
Ίσως η στιγμή που συμπυκνώνει καλύτερα ολόκληρο τον Μαυρογιαλούρο. Ο υπουργός Ανδρέας Μαυρογιαλούρος έχει αρχίσει επιτέλους να αντιλαμβάνεται το μέγεθος της κομπίνας που έχει στηθεί πίσω από την πλάτη του και η αγανάκτησή του ξεχειλίζει σε εκείνο το μνημειώδες «φάγανε, φάγανε, φάγανε». Πολιτική σάτιρα εξήντα χρόνων που εξακολουθεί να χρειάζεται ελάχιστες επεξηγήσεις. Ο ρόλος θεωρείται μία από τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας του Κωνσταντάρα και ο Μαυρογιαλούρος πέρασε έκτοτε στο καθημερινό πολιτικό λεξιλόγιο.
Από τα Κάτι Κουρασμένα Παληκάρια, 1967
Είναι ερωτευμένος, είναι ανανεωμένος, είναι έτοιμος να αποδείξει ότι η ηλικία είναι απλώς ένας αριθμός και, κυρίως, έχει πιει λιγάκι παραπάνω. Ο Ντίνος Διαμαντίδης περνά από τον αξιοπρεπή μεσήλικα στο ολόψυχο «Ολέ ο ταύρος!» μέσα σε χρόνο μηδέν. Το σώμα, η φωνή, τα μάτια και εκείνο το χοροπηδηχτό ξέσπασμα λειτουργούν όλα μαζί σε μία από τις πιο άμεσα αναγνωρίσιμες σκηνές του ελληνικού σινεμά.
Από τα Κάτι Κουρασμένα Παληκάρια, 1967
Ναι, δεύτερη σκηνή από την ίδια ταινία, αλλά εδώ έχουμε σοβαρό άλλοθι: απέναντί του βρίσκεται ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και οι δυο τους παραδίδουν μικρό σεμινάριο κωμικού timing. Ο ένας προσπαθεί να δώσει στον άλλον ερωτικές συμβουλές, η σοβαρότητα της συζήτησης είναι αντιστρόφως ανάλογη του περιεχομένου της και το «χούφτωσ’ την» επαναλαμβάνεται μέχρι να γίνει σχεδόν πολεμική ιαχή. Δύο τεράστιοι κωμικοί που δεν χρειάζονται τίποτα περισσότερο από έναν διάλογο και δύο καρέκλες.
Από τη Βίλλα των Οργίων, 1964
Εδώ ο Κωνσταντάρας είναι ο Χαράλαμπος Ζάβαλος, αξιοσέβαστος οικογενειάρχης και επιχειρηματίας ο οποίος βρίσκεται μπλεγμένος σε μια υπόθεση που γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να εξηγηθεί αξιοπρεπώς. Κι αυτή ακριβώς είναι μια από τις μεγάλες υπερδυνάμεις του: η εικόνα του κυρίου που προσπαθεί απεγνωσμένα να διατηρήσει το κύρος του ενώ όλα γύρω του διαλύονται. Στη σκηνή με την Κάκια Αναλυτή, τα περίφημα «στηρίγματα της κοινωνίας» παθαίνουν μια μικρή, υπέροχη κατάρρευση. Η ταινία είναι του Ντίνου Δημόπουλου.
Από τον Στρίγγλο που Έγινε Αρνάκι, 1968
Υπάρχουν κωμικοί που χρειάζονται punchline. Ο Κωνσταντάρας χρειαζόταν απλώς… νερό. Στον Στρίγγλο που Έγινε Αρνάκι υποδύεται τον αυταρχικό πλοίαρχο Λεωνίδα Πετρόχειλο, έναν άνθρωπο συνηθισμένο να δίνει διαταγές, μέχρι που το ίδιο του το σπίτι αποφασίζει να κηρύξει επανάσταση. Το απελπισμένο «ένα ποτήρι νερό, ρε παιδιά» είναι Κωνσταντάρας στην καθαρότερη μορφή του: απόλυτη απόγνωση για κάτι εντελώς καθημερινό, εκφρασμένη λες και καταρρέει ο δυτικός πολιτισμός.
Από τον Σπαγγοραμένο, 1967
Ο τίτλος τα λέει σχεδόν όλα. Ο Λάμπρος Σκουνδρής είναι τόσο τσιγκούνης ώστε κάθε έξοδο μοιάζει με προσωπική προσβολή και κάθε δραχμή που εγκαταλείπει την τσέπη του είναι ένα μικρό πένθος. Γι’ αυτό και η στιγμή που αναγκάζεται να δώσει λεφτά για να μπει επιτέλους κρέας στο τραπέζι αποκτά διαστάσεις αρχαίας τραγωδίας. Ο Κωνσταντάρας ήταν εξαιρετικός στο να κάνει τους χαρακτήρες του υπερβολικούς χωρίς να τους μετατρέπει σε καρικατούρες, κι εδώ το απολαμβάνει μέχρι τελευταίας δεκάρας.
Από τον Φαφλατά, 1971
Ο Δημοσθένης Λαμπρούκος ξέρει τα πάντα, μπορεί να κάνει τα πάντα και, αν του δώσεις μισό λεπτό, θα σου εξηγήσει γιατί τα κάνει καλύτερα από όλους. Μέχρι να χρειαστεί όντως να τα κάνει. Η σκηνή του τένις είναι υπέροχη ακριβώς γι’ αυτό: ο Κωνσταντάρας επιστρατεύει πόζες, ύφος πρωταθλητή και αστείρευτη αυτοπεποίθηση για να εντυπωσιάσει, με την πραγματικότητα να έχει, ως συνήθως, εντελώς διαφορετική άποψη. Καθαρό physical comedy με ρακέτα και μπόλικο μπλα μπλα.
Από το Τι 30… Τι 40… Τι 50…, 1972
Ολόκληρο το Τι 30… Τι 40… Τι 50… είναι χτισμένο πάνω σε ένα από τα αγαπημένα κωμικά μοτίβα του Κωνσταντάρα: τον άντρα που θεωρεί απολύτως αυτονόητο ότι ο χρόνος περνά για όλους τους άλλους εκτός από εκείνον. Ως Ζάχος Φωκιανός, φλερτάρει, κορδώνεται, εξοργίζεται με κάθε υπαινιγμό περί ηλικίας και εξαπολύει το θρυλικό «φύγε, μπόγια!» με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που θεωρεί ότι έχει προσωπική συμφωνία με τη βιολογία. Peak Κωνσταντάρας.
Από το Ο Τρελός τα ’χει 400, 1968
Το υπέροχο με τον Κωνσταντάρα σε αυτή την ταινία είναι ότι περνά σχεδόν όλη την ώρα προσπαθώντας να αποδείξει πως είναι ο μόνος λογικός άνθρωπος μέσα σε έναν κόσμο που έχει αποφασίσει ότι είναι τρελός. Καταλαβαίνεις ήδη πού οδηγεί αυτό. Όσο περισσότερο προσπαθεί να εξηγήσει, τόσο πιο ύποπτος φαίνεται. Κι όταν τελικά ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος με κάποιον που θεωρεί τρελό, το τρομοκρατημένο «Παναγίτσα μου, ο τρελός!» ολοκληρώνει ιδανικά τον κύκλο.
Από τον Φαντασμένο, 1973
Και τι καλύτερο για φινάλε από λίγη καθαρή Κωνστανταρική μεγαλομανία; Στον Φαντασμένο είναι ο Μαρίνος Κοντάρης, ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας με αυτοπεποίθηση που δεν χωρά εύκολα στο ίδιο δωμάτιο με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Η επαναλαμβανόμενη συνεννόηση με τον ταλαίπωρο κύριο Χατζηπαπαρίδη είναι από εκείνα τα μικρά κωμικά επεισόδια που δεν χρειάζονται περίπλοκη πλοκή: χρειάζονται μόνο τον Κωνσταντάρα να προφέρει ένα όνομα με ύφος που υποδηλώνει ότι η υπομονή του με την ανθρωπότητα έχει τελειώσει προ πολλού.