Ταινίες που πρέπει να δεις για να καταλάβεις την ελληνική ιστορία

Η ελληνική ιστορία του 20ού αιώνα μέσα από ταινίες που άφησαν το στίγμα τους στο ελληνικό αλλά και διεθνές σινεμά.

Ταινίες που πρέπει να δεις για να καταλάβεις την ελληνική ιστορία

Από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Κατοχή μέχρι τη μετεμφυλιακή καταστολή και τις δικτατορίες, ο ελληνικός κινηματογράφος κατέγραψε την Ιστορία εκεί όπου πονούσε περισσότερο.

Όχι, δε θα προτείνουμε την Υπολοχαγό Νατάσσα και λοιπά εθνικοπατριωτικά έπη. Μόνο καλό, ελληνικό, ιστορικό σινεμά για να μάθεις.

Γιατί η σύγχρονη ελληνική ιστορία δεν αποτυπώθηκε στο σινεμά με σημαίες και θριάμβους, αλλά με διώξεις, προδοσίες, εξορίες και χαμένες ζωές.

Ελευθέριος Βενιζέλος 1910 – 1927 (1980)

Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη προσεγγίζει τον Κρητικό πολιτικό λιγότερο ως ηρωικό πορτρέτο και περισσότερο ως κεντρική φιγούρα μέσα σε μια εποχή βαθιάς πολιτικής αναστάτωσης. Το φιλμ παρακολουθεί την πορεία από το κίνημα στο Γουδί και την άνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία έως την εκλογική ήττα του 1920 και την αποχώρησή του από το πολιτικό προσκήνιο, επιχειρώντας να συμπυκνώσει μια ολόκληρη δεκαετία καθοριστικών εξελίξεων. Πρόκειται για μια φιλόδοξη παραγωγή που ξεπερνούσε τις αντοχές του ελληνικού σινεμά της εποχής, αλλά κατάφερε να αποδώσει πειστικά το κλίμα των αρχών του 20ού αιώνα, κυρίως χάρη στα σκηνικά και τα κοστούμια του Διονύση Φωτόπουλου, παρότι το σενάριο θεωρήθηκε άνισο ως προς τη διαχείριση των πολιτικών γεγονότων. Τον Βενιζέλο ενσαρκώνει ο Μηνάς Χρηστίδης, πλαισιωμένος από ένα πολυπληθές καστ με ονόματα όπως ο Μάνος Κατράκης, ο Δημήτρης Μυράτ, η Άννα Καλουτά και η Όλγα Καρλάτου.

Πέτρινα Χρόνια (1985)

Ό,τι δεν κατάφερε με τον Βενιζέλο, ο Βούλγαρης το καταφέρνει με τα Πέτρινα Χρόνια, τα οποία αφηγούνται σημαντικά γεγονότα της μετεμφυλιακής Ελλάδας μέσα από μια ερωτική ιστορία που συνθλίβεται από τη δίωξη και τη φυλακή. Βασισμένη σε αληθινά πρόσωπα και βιώματα που ο ίδιος ο σκηνοθέτης γνώρισε και κατέγραψε, η ταινία παρακολουθεί τη ζωή δύο κομμουνιστών που γνωρίζονται στη Θεσσαλία το 1954 και ερωτεύονται σε μια περίοδο όπου η πολιτική ταυτότητα ισοδυναμεί με καταδίκη. Χωρίς μελοδραματισμούς ή εξιδανίκευση, ο Βούλγαρης μετατρέπει τη φυλακή σε αλληγορία ενός ολόκληρου καθεστώτος καταστολής και δείχνει, κυρίως μέσα από γυναικεία ματιά, τη μοναξιά, την αντοχή και το τίμημα που πλήρωσε μια γενιά. Η απήχηση της ταινίας αποτυπώθηκε και στις διακρίσεις της, καθώς τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με βραβεία Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας, καθώς και Γυναικείας Ερμηνείας για τη Θέμιδα Μπαζάκα, ενώ στα Κρατικά Βραβεία του ΥΠΠΟ απέσπασε τα βραβεία Ταινίας, Γυναικείου Ρόλου και Μουσικής. Παράλληλα, στο Φεστιβάλ Βενετίας έλαβε Ειδική Μνεία Ερμηνεία για τη Μπαζάκα.

Ζ (1969)

Μια ωμή κινηματογραφική τομή στη σκοτεινή πολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας των αρχών της δεκαετίας του ’60. Με αφετηρία τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963, η ταινία του Κώστα Γαβρά ξεδιπλώνει έναν μηχανισμό βίας, συγκάλυψης και παρακρατικής δράσης που λειτουργεί με την ανοχή –αν όχι τη συνενοχή– του κράτους, προαναγγέλλοντας το έδαφος πάνω στο οποίο θα πατήσει λίγα χρόνια αργότερα η δικτατορία. Γυρισμένο στο εξωτερικό και προβλημένο το 1969, την ώρα που η χούντα των Συνταγματαρχών είχε ήδη επιβάλει σιωπή και λογοκρισία στην Ελλάδα, το φιλμ λειτούργησε ως διεθνής καταγγελία ενός πολιτικού συστήματος που καταπνίγει τη δημοκρατία. Το «Ζ», που σημαίνει «ζει», μετατράπηκε σε σύμβολο αντίστασης και μνήμης, ενώ η σκηνοθεσία του Γαβρά, το σενάριο που συνυπογράφει με τον Χόρχε Σεμπρούν, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και οι ερμηνείες των Ιβ Μόνταν, Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, Ειρήνης Παππά και Ζαν Μορό συνθέτουν ένα πολιτικό θρίλερ διαχρονικής έντασης. Όχι τυχαία, η ταινία βραβεύτηκε με δύο Όσκαρ και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αιχμηρά και επιδραστικά έργα του παγκόσμιου πολιτικού κινηματογράφου.

Ρεμπέτικο (1983)

Η ταινία του Κώστα Φέρρη αφηγείται τη νεότερη ελληνική ιστορία όχι μέσα από επίσημα γεγονότα, αλλά μέσα από τη ζωή και τη φθορά ενός κόσμου που έζησε στο περιθώριο. Με οδηγό τη διαδρομή μιας τραγουδίστριας του ρεμπέτικου, από τη γέννησή της στη Σμύρνη το 1917 έως τον θάνατό της στην Αθήνα τη δεκαετία του ’50, η ταινία περνά από τη Μικρασιατική Καταστροφή, την προσφυγιά, τον Μεσοπόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, φωτίζοντας πώς η Ιστορία χαράχτηκε πάνω σε ανθρώπινες ζωές. Οι ρεμπέτες, πρόσφυγες, φτωχοί και «αλήτες» στα μάτια της επίσημης κοινωνίας, γίνονται εδώ φορείς μνήμης και εμπειρίας, σε μια κινηματογραφική τοιχογραφία που συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό. Καθοριστικό ρόλο παίζει η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, που δεν συνοδεύει απλώς την αφήγηση αλλά λειτουργεί ως συναισθηματικό χρονικό της εποχής. Βραβευμένο με την Αργυρή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1984 και με το βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1983, το «Ρεμπέτικο» παραμένει μία από τις πιο ζωντανές και ουσιαστικές κινηματογραφικές αναγνώσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Το Μπλόκο (1965)

Από τις πρώτες και πιο θαρραλέες κινηματογραφικές απόπειρες να ειπωθεί η ιστορία της ελληνικής Αντίστασης χωρίς ωραιοποιήσεις και εθνικές κορώνες. Με αφετηρία το πραγματικό μπλόκο της Κοκκινιάς το καλοκαίρι του 1944, όπου δεκάδες αγωνιστές εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς με τη συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας και κουκουλοφόρων καταδοτών, η ταινία του του Άδωνι Α. Κύρου εστιάζει στη στιγμή της προδοσίας και στο ηθικό βάρος της επιλογής. Ο Κύρου, θεωρητικός του σουρεαλισμού και δημιουργός σε διαρκή διάλογο με το ευρωπαϊκό πρωτοποριακό σινεμά της εποχής του, μετατρέπει το ιστορικό γεγονός σε πολιτική και υπαρξιακή αλληγορία, επιχειρώντας μια σύνθεση της κατοχικής Ελλάδας πέρα από κομματικές γραμμές. Με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και ένα σπουδαίο καστ που περιλαμβάνει τους Μάνο Κατράκη, Κώστα Καζάκο, Γιάννη Φέρτη, Ζωρζ Σαρρή και Ξένια Καλογεροπούλου, το φιλμ προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην εποχή του, και σήμερα διαβάζεται ως πολύτιμο κινηματογραφικό ντοκουμέντο και ως η πρώτη ρεαλιστική αποτύπωση της Αντίστασης στο ελληνικό σινεμά.

1922 (1978)

Η ταινία του Νίκου Κούνδουρου προσεγγίζει τη Μικρασιατική Καταστροφή όχι με όρους ιστορικού έπους, αλλά ως ωμή εμπειρία απώλειας, βίας και συλλογικού τραύματος. Βασισμένη σε μαρτυρίες προσφύγων και κυρίως στο Νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη, η ταινία ακολουθεί τους ξεριζωμένους Έλληνες της Σμύρνης μετά την πυρπόληση της πόλης, σε μια πορεία προς το πουθενά, όπου η πείνα, η δίψα και η αυθαιρεσία του νικητή συνθλίβουν κάθε ίχνος αξιοπρέπειας. Ο Κούνδουρος απογυμνώνει συνειδητά το υλικό από λυρισμό και ηρωισμό, επιλέγοντας μια σκληρή, σχεδόν ασφυκτική κινηματογράφηση που δεν αφήνει περιθώρια συναισθηματικής απόστασης. Η ίδια η ιστορία της ταινίας είναι αποκαλυπτική: απαγορεύτηκε για χρόνια για λόγους «διπλωματικής ευαισθησίας», παρά τα πολυάριθμα βραβεία που απέσπασε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και προβλήθηκε αποσπασματικά και σχεδόν υπόγεια, σαν μια μνήμη που το κράτος προτιμούσε να μένει θαμμένη.

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (1980)

Το φιλμ του Νίκου Τζίμα επιχειρεί μια κινηματογραφική ανατύπωση μίας από τις πιο φορτισμένες στιγμές της μετεμφυλιακής Ελλάδας: τη δίκη και την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Μαρτίου 1952. Τα καταφέρνει αν και δε θεωρείται από τις καλύτερες στο είδος της έχοντας περισσότερο πολιτική, παρά σινεφίλ αξία. Μακριά από εύκολες αγιογραφίες, παρακολουθεί τη δημόσια εικόνα και το πολιτικό βάρος μιας μορφής που έγινε σύμβολο του λαϊκού κινήματος, εστιάζοντας στο κλίμα φόβου, πόλωσης και κρατικής εκδικητικότητας της εποχής. Το σενάριο, υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Τζίμα, συνδέει τη δικαστική διαδικασία με το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, ενώ η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, με τη φωνή της Μαργαρίτας Ζορμπαλά, λειτουργεί ως συναισθηματικό υπόστρωμα μνήμης και αντίστασης. Τον Μπελογιάννη ενσαρκώνει ο Φοίβος Γκικόπουλος, πλαισιωμένος από ένα εντυπωσιακό σύνολο ηθοποιών, ανάμεσά τους οι Αλέκος Αλεξανδράκης, Κώστας Καζάκος, Μάνος Κατράκης και Αιμιλία Υψηλάντη.

Μέρες του ’36 (1972)

Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου και πρώτη της ιστορικής τριλογίας που ολοκληρώθηκε με τον αριστουργηματικό «Θίασο», σηματοδοτεί τη γέννηση ενός πολιτικού κινηματογράφου που δεν αναπαριστά απλώς την Ιστορία, αλλά την ανατέμνει και τη μετατρέπει σε ζωντανό, ανησυχητικό παρόν. Οι «Μέρες» τοποθετούνται χρονικά λίγους μήνες πριν από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά και λειτουργούν ως σκοτεινό προοίμιο ενός καθεστώτος που ετοιμάζεται να επιβληθεί. Με αφετηρία τη δολοφονία ενός συνδικαλιστή σε μια κεντρική πλατεία και την υπόθεση του Σοφιανού, πολιτικού κρατούμενου που γίνεται πιόνι σε ένα παιχνίδι εξουσίας, η ταινία ξεδιπλώνει έναν μηχανισμό πολιτικού κυνισμού και θεσμικής υποκρισίας. Η ταινία διακρίθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το βραβείο FIPRESCI στο Φεστιβάλ Βερολίνου, επιβεβαιώνοντας από νωρίς τη διεθνή ακτινοβολία του έργου του σκηνοθέτη.

Θίασος (1975)

Το τετράωρο αριστούργημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου είναι ίσως η πιο φιλόδοξη κινηματογραφική αφήγηση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ένα έργο που μετατρέπει το ταξίδι ενός περιπλανώμενου μπουλουκιού σε ζωντανό χρονικό μιας χώρας σε διαρκή αναταραχή. Ακολουθώντας έναν θίασο που περιοδεύει στην Ελλάδα παίζοντας τη «Γκόλφω», η ταινία κινείται ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα: καταγράφει την καθημερινότητα των ηθοποιών πάνω και πίσω από τη σκηνή, διασχίζει τα ιστορικά γεγονότα από το τέλος της δικτατορίας Μεταξά έως τις εκτελέσεις και τις εξορίες των αρχών της δεκαετίας του ’50 και, παράλληλα, υφαίνει ένα σύγχρονο πολιτικό δράμα πάνω στον μύθο του οίκου των Ατρειδών. Οι προσωπικές σχέσεις των ηρώων, σημαδεμένες από προδοσία, έρωτα και εκδίκηση, καθρεφτίζουν τις ιδεολογικές συγκρούσεις της εποχής, με την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τις ξένες παρεμβάσεις να καθορίζουν αμετάκλητα τις ζωές τους. Ο «Θίασος» παρουσιάστηκε το 1975 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης μπροστά σε πρωτοφανή προσέλευση κοινού και απέσπασε επτά βραβεία, επιβεβαιώνοντας τον σεισμικό αντίκτυπό του. Η απόπειρα της τότε κυβέρνησης να εμποδίσει τη συμμετοχή του στο Φεστιβάλ Καννών, λόγω της ανοιχτά πολιτικής του ματιάς, σφράγισε οριστικά τη φήμη του ως έργου αντιστασιακού και αιώνιου.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v