Γιατί όλοι οι μιλάνε για το Citizen Vigilante;
Το Citizen Vigilante του Ούβε Μπολ με πρωταγωνιστή τον Άρμι Χάμερ είναι μια από τις χειρότερες ταινίες που είδαμε πρόσφατα, αλλά δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημά του.
Το Citizen Vigilante του Ούβε Μπολ με πρωταγωνιστή τον Άρμι Χάμερ είναι μια από τις χειρότερες ταινίες που είδαμε πρόσφατα, αλλά δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημά του.
Αν είσαι ενεργός στους κινηματογραφικούς κύκλους τότε είναι βέβαιο ότι θα έχεις παρακολουθήσει τις κόντρες και τον ξεσηκωμό που έχει προκαλέσει το Citizen Vigilante του Γερμανού σκηνοθέτη Ούβε Μπολ με τον Άρμι Χάμερ να κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν πάλι όχι εμείς είμαστε εδώ για να μιλήσουμε για μια από τις χειρότερες –καλλιτεχνικά μιλώντας- ταινίες που είδαμε πρόσφατα χωρίς ωστόσο να θεωρούμε πως αυτό είναι το μεγαλύτερό της πρόβλημα.
Η ταινία δεν έλαβε ηλικιακή κατάταξη από τη γερμανική Αρχή Ταξινόμησης Ταινιών, την FSK. Αν και η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά επίσημη απαγόρευση, στην ουσία δυσχεραίνει σημαντικά την κανονική προβολή της στις κινηματογραφικές αίθουσες της Γερμανίας, καθώς και τη διανομή της σε φυσικά μέσα και τη φιλοξενία της στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες.
Κάπου εδώ μπαίνει στην εξίσωση ο Έλον Μασκ ο οποίος με αμφιλεγόμενα κίνητρα αποφάσισε να την προωθήσει μέσω του X, καθιστώντας την διαθέσιμη στο κοινό για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Ο ντόρος που δημιουργήθηκε για την ταινία προκάλεσε μια έκρηξη δημοτικότητας και επισκεψιμότητας στο Youtube όπου και βρίσκεται διαθέσιμη σε αμέτρητες μεταφρασμένες βερσιόν της.
Αντιγράφουμε από την περίληψη που βρίσκεται διαθέσιμη σε ένα από τα υποτιτλισμένα uploads της στα ελληνικά. Το Citizen Vigilante είναι μια ταινία του 2026, η οποία ανήκει στο είδος του «vigilante exploitation» και φέρει την υπογραφή του Oύβε Μπολ στην παραγωγή, το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Πρωταγωνιστεί ο Άρμι Χάμερ στον ρόλο του Michael Sanders, ενός αυτόκλητου τιμωρού που, εξοργισμένος από την κατάρρευση του νόμου και της τάξης, βάζει στο στόχαστρο εγκληματίες και βιαστές —στην πλειονότητά τους Μουσουλμάνους μετανάστες— καθώς και τους διεφθαρμένους αξιωματούχους που τους προστατεύουν.
Ο Γερμανός σκηνοθέτης ηλικίας 61 ετών έχει βρεθεί πολλές φορές στο στόχαστρο των κινηματογραφικών κριτικών απολαμβάνοντας συχνά πυκνά τον τίτλο του χειρότερου σκηνοθέτη του κόσμου ή του γνήσιου τέκνου του Εντ Γουντ που κουβαλούσε αυτόν τον τίτλο για χρόνια.
Ο λόγος ήταν φυσικά πως ο Μπολ είχε σκηνοθετήσει ορισμένες ανεκδιήγητες ταινίες και μπόλικες μεταφορές βιντεοπαιχνιδιών με χειρότερη όλων το, τραγελαφικό από κάθε άποψη, Alone in the Dark.
O ίδιος ωστόσο δεν έγινε γνωστός μόνο για τις κάκιστες ταινίες του αλλά και την επιθετική του στάση απέναντι σε όσους τον κατέκριναν, φτάνοντας κάποτε στο σημείο να προκαλέσει κριτικούς κινηματογράφου σε πραγματικό αγώνα μποξ.
Παρόλα αυτά τα τελευταία χρόνια ο Γερμανός σκηνοθέτης έχει δεχθεί κι άλλες κατηγορίες από κοινό και κριτικούς οι οποίες δεν στοχεύουν μόνο στην καλλιτεχνική του ένδεια. Ο Μπολ κατηγορείται έντονα από αναλυτές και ακτιβιστές ότι έχει υιοθετήσει ένα φιλοακροδεξιό, ξενοφοβικό και ισλαμοφοβικό προφίλ, το οποίο χρησιμοποιεί εργαλειακά για να προσελκύσει ένα συγκεκριμένο, ριζοσπαστικοποιημένο κοινό. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι απλώς «αρνείται να υποκύψει στο gaslighting των πολιτικών που λυμαίνονται τον πλανήτη» και ότι αποτυπώνει την πραγματικότητα.
Όμως, οι επικριτές του επισημαίνουν ότι το σινεμά του πλέον δεν στοχεύει στην ψυχαγωγία, αλλά στη διοχέτευση πολιτικής οργής. Η επιλογή του να εμπνευστεί το Citizen Vigilante από μια πραγματική δικαστική υπόθεση του 2016 στη Γερμανία —όπου μια ομάδα εφήβων έλαβε ποινές με αναστολή για τον βιασμό μιας 14χρονης— δεν έγινε με όρους κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά με σκοπό να πυροδοτήσει τα αντιμεταναστευτικά ανακλαστικά της κοινής γνώμης, καθώς οι δράστες της πραγματικής υπόθεσης είχαν μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Michael Sanders, ενός Αμερικανού ιδιοκτήτη ακινήτων στην Ευρώπη που παίρνει τον νόμο στα χέρια του, συναντάμε τον Άρμι Χάμερ. Πριν από μερικά χρόνια, ο Χάμερ βρισκόταν στην πρώτη γραμμή του Χόλιγουντ (Call Me by Your Name, The Social Network). Όλα όμως άλλαξαν δραματικά το 2021, όταν ήρθαν στο φως της δημοσιότητας σοκαριστικές κατηγορίες εις βάρος του.
Ο ηθοποιός βρέθηκε στο επίκεντρο ενός πρωτοφανούς σκανδάλου, καθώς διέρρευσαν μηνύματα στα οποία εξέφραζε ακραίες σεξουαλικές φαντασιώσεις που περιλάμβαναν κανιβαλισμό, ακρωτηριασμούς και BDSM πρακτικές χωρίς συναίνεση.
Στη συνέχεια, ακολούθησαν επίσημες καταγγελίες από πρώην συντρόφους του για σεξουαλική κακοποίηση, ψυχολογική βία και βιασμό. Αν και μετά από πολυετή έρευνα των αρχών του Λος Άντζελες δεν του ασκήθηκε ποινική δίωξη λόγω ανεπάρκειας αποδεικτικών στοιχείων, το Χόλιγουντ τον έβαλε στη «μαύρη λίστα» κάνοντας τον cancel ενώ βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή των ηθοποιών του Χόλιγουντ.
Η συμμετοχή του στο Citizen Vigilante αποτελεί την πρώτη του μεγάλη απόπειρα να επιστρέψει στο σινεμά. Το γεγονός, μάλιστα, ότι κυκλοφόρησαν πληροφορίες που ήθελαν τον Hammer να ξεσπά σε κλάματα κατά την πρώτη προβολή της ταινίας, σοκαρισμένος από το πόσο «αποτρόπαιο και μισαλλόδοξο» ήταν το τελικό αποτέλεσμα, πρόσθεσε επιπλέον λάδι στη φωτιά.
Αν και ο Μπολ έσπευσε να διαψεύσει το γεγονός, υποστηρίζοντας ότι ο Χάμερ συμμετείχε κανονικά στην προώθηση, είναι σαφές ότι η συνάντηση ενός «cancelled» ηθοποιού και ενός προκλητικού και προβοκάτορα σκηνοθέτη δημιούργησε ένα εκρηκτικό μείγμα για να αυξήσει κατακόρυφα τη δημοφιλία της ταινίας.
Καλλιτεχνικά δεν μας είπε απολύτως τίποτα καθώς όλες οι παθογένειες του σινεμά του Boll ήταν παρούσες. Από την κακή δουλειά στην ηχητική επένδυση και στο μοντάζ της ταινίας μαζί με τις απογοητευτικές ερμηνείες (στην ταινία πρωταγωνιστεί και ο ελληνικής καταγωγής με παρουσία σε πλήθος b-movies Κώστας Μάντυλορ) που δυστυχώς μοιάζουν βγαλμένες από ανθυπομέτρια τηλεοπτική σαπουνόπερα δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αποθέωσης της ταινίας σε κριτικό φιλμικό επίπεδο.
Παράλληλα στην ταινία υπάρχουν σκηνές που αγγίζουν το όριο του σουρεαλισμού, όπως όταν ο Sanders να κάνει σεξ με μια ιερόδουλη και ταυτόχρονα να της κάνει κήρυγμα για την υγρασία στους τοίχους, υπό την ιδιότητά του ως σπιτονοικοκύρης σε ένα απονενοημένο και χωρίς λόγο ύπαρξης παραλήρημα.
Την ίδια στιγμή μία από τις πιο έντονα επικρινόμενες πτυχές του έργου είναι η ωμή, σχεδόν ηδονοβλεπτική απεικόνιση ενός ομαδικού βιασμού από Μουσουλμάνους χαρακτήρες. Οι πολέμιοι της ταινίας υπογραμμίζουν ότι ο Μπολ χρησιμοποιεί το τραύμα της σεξουαλικής κακοποίησης όχι για να συμπάσχει με το θύμα, αλλά ως ένα φτηνό, συναισθηματικό όχημα για να δικαιολογήσει τη μετέπειτα σφαγή και να ξεσηκώσει το κοινό.
Γενικότερα σε όλη την ταινία ο σκηνοθέτης εργαλειοποιεί πολιτισμικά στερεότυπα για να δικαιολογήσει και να εξυψώσει ως μόνη λύση την αυτοδικία. Το σενάριο παρουσιάζει το δικαστικό σύστημα και τους κρατικούς αξιωματούχους ως απόλυτα διεφθαρμένους, οι οποίοι εσκεμμένα «προστατεύουν» τους εγκληματίες μετανάστες για πολιτικούς λόγους.
Αυτό, σύμφωνα με τους πολιτικούς αναλυτές, αναπαράγει αυτούσια τη γνωστή ακροδεξιά θεωρία συνωμοσίας της «Μεγάλης Αντικατάστασης» (Το λεγόμενο Great Replacement υποστηρίζει μέσες άκρες ότι οι ελίτ αντικαθιστούν εσκεμμένα τους λευκούς πληθυσμούς στον κόσμο με μετανάστες. Στόχος της είναι η πολιτιστική και φυλετική αλλοίωση των δυτικών κοινωνιών), υποσκάπτοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς της δημοκρατίας.
Το γεγονός άλλωστε ότι το Citizen Vigilante βρήκε ευήκοα ώτα σε γνωστές ακροδεξιές σελίδες, προπαγανδιστές απέναντι στη woke ατζέντα και φωνακλάδες ευπατρίδηδες επιβεβαιώνει ότι τα δόλια κίνητρά της βρήκαν τον στόχο που επιζητούσαν, χαρίζοντάς της πρωτόγνωρη δημοφιλία χωρίς κανέναν απολύτως λόγο και αιτία.