Nick Cave & The Bad Seeds στο Release Athens: Μια νύχτα τρυφερού σκότους και συλλογικής λύτρωσης
Ο σκοτεινός Αυστραλός βάρδος επέστρεψε την Πλατεία Νερού και μας βύθισε ξανά στα μουσικά του σκοτάδια.
Ο σκοτεινός Αυστραλός βάρδος επέστρεψε την Πλατεία Νερού και μας βύθισε ξανά στα μουσικά του σκοτάδια.
Υπάρχουν συναυλίες που, φεύγοντας από τον χώρο, σου αφήνουν την παράξενη αίσθηση ότι για κάποιες ώρες βρέθηκες μέσα στον κόσμο ενός άλλου ανθρώπου. Κάπως έτσι ήταν η επιστροφή του Nick Cave και των Bad Seeds στην Πλατεία Νερού, το βράδυ της Τετάρτης. Ένα live με ένταση, συναίσθημα και αυτή τη σπάνια, μυσταγωγική επικοινωνία που έχει ο χτίσει ο Cave με το ελληνικό κοινό εδώ και χρόνια.
Από το επιβλητικό ξεκίνημα με τα «Get Ready for Love» και «From Her to Eternity», έγινε σαφές για ακόμα μια φορά πως οι προθέσεις του Αυστραλού ήταν να μας ξεσηκώσει, αλλά και να μας βυθίσει. Με τον Cave να κινείται ασταμάτητα στη σκηνή, να πλησιάζει το κοινό, να το καθοδηγεί με βλέμματα, να σκαρφαλώνει σε χέρια που τον ύψωναν και να ξαπλώνει σε μια θάλασσα από αγκαλιές, το live πήρε από νωρίς τον χαρακτήρα θερινής τελετουργίας.
Η μπάντα του, ζωτικό κομμάτι της μυσταγωγίας, κινήθηκε με άνεση ανάμεσα στις πιο σκοτεινές, πρωτόγονες στιγμές της δισκογραφίας του Cave και στο πιο φωτεινό, εύθραυστο υλικό των τελευταίων χρόνων, με κορυφαίους τον, απίστευτο όπως πάντα Warren Ellis, αλλά και τον μπασίστα των Radiohead, Colin Greenwood, ο οποίος συμμετέχει στο τουρ.
Το σπάνια παιγμένο «Train Long-Suffering» του 1985 έφερε μαζί του όλη τη βρωμιά και την ένταση των πρώιμων Bad Seeds, ενώ το «Wild God», το «Joy», το «Rings of Saturn» και το «Bright Horses» έδωσαν χώρο στη μελαγχολία, στη φθορά, αλλά και στην ελπίδα που διαπερνά την πρόσφατη δισκογραφία του.
Στο «O Children», η Πλατεία Νερού βίωσε μια μπαλάντα που ξεκινά σχεδόν τρυφερά και σταδιακά μετατρέπεται σε κοινή εξομολόγηση χιλιάδων ανθρώπων. Σκεφτήκαμε εκείνη τη στιγμή πόσο φυσικά συνυπάρχουν στο κοινό του άνθρωποι που τον ακολουθούν από τους Birthday Party και τους πρώτους Bad Seeds, με νεότερους που τον γνώρισαν μέσα από τη σειρά «Peaky Blinders», το «Skeleton Tree» ή το «Wild God».
Όλοι, όμως, ανταποκρίνονται με την ίδια σχεδόν αφοσίωση όταν εκείνος ανοίγει τα χέρια του προς το πλήθος.

Και ύστερα ήρθαν τα μεγάλα, παλιά τραγούδια για να θυμίσουν γιατί ο Cave παραμένει ένας από τους σπουδαιότερους frontmen. Το «Tupelo» έβραζε από ένταση, το «The Mercy Seat» έμοιαζε με σκοτεινό ηλεκτρικό ξόρκι, το «Red Right Hand» ξεσήκωσε ξανά το κοινό, το ίδιο και το «Jubilee Street», ερμηνευμένο μοναδικά.
Στο «Henry Lee», με τη Janet Ramus να αναλαμβάνει τα φωνητικά της PJ Harvey, η θεατρικότητα του Cave εκτοξεύθηκε, ενώ στο «Hollywood» η συναυλία έμοιαζε να φτάνει σε ένα σημείο σχεδόν υπερβατικό. Όχι επειδή έλειπαν οι μεγάλες επιτυχίες, αλλά επειδή ο Cave και οι μουσικοί του κατάφεραν να δώσουν στα τραγούδια αυτά μια νέα, ζωντανή διάσταση.
Ο Cave δεν παρουσιάζει το μουσικό παρελθόν του μουσειακά. Το τραβά από τα σκοτάδια του και το αφήνει να αναπνεύσει εκ νέου μπροστά μας.
Το encore, με τα «City of Refuge», «The Weeping Song», «Wide Lovely Eyes», το οποίο αφιέρωσε στη γυναίκα του και «Nobody’s Baby Now» ήταν αυτό που θέλαμε για να κλείσει όπως πρέπει η βραδιά και όταν ο Cave έμεινε μόνος στο πιάνο για το «Into My Arms», η συναυλία μετατράπηκε για λίγο σε μια σχεδόν ιδιωτική στιγμή. Χιλιάδες φωνές τραγούδησαν μαζί του, όχι σαν χορωδία, αλλά σαν άνθρωποι που ξέρουν ότι αυτή η μελωδία κουβαλά κάτι δικό τους.
Ο Nick Cave δεν χρειάζεται να αποδείξει πια τίποτα. Κι όμως, κάθε φορά που ανεβαίνει στη σκηνή μοιάζει να παίζει σαν να διακυβεύονται όλα. Και χθες, παρέδωσε ακόμη ένα σπουδαίο live στην Αθήνα.