Λαγοκέφαλος και λεοντόψαρο: Κινδυνεύουμε στις παραλίες;
Ο λαγοκέφαλος εμφανίζεται πια και σε θάλασσες της Αττικής και της Εύβοιας. Τι πρέπει να ξέρεις πριν αρχίσεις να κολυμπάς με άγχος;
Ο λαγοκέφαλος εμφανίζεται πια και σε θάλασσες της Αττικής και της Εύβοιας. Τι πρέπει να ξέρεις πριν αρχίσεις να κολυμπάς με άγχος;
Η εμφάνιση του λαγοκέφαλου σε περιοχές του Νότιου Ευβοϊκού και της Ανατολικής Αττικής, από την Παλαιά Φώκαια και τη Σαρωνίδα μέχρι τη Βάρκιζα, το Λευκαντί και την Ερέτρια, έχει προκαλέσει εύλογη ανησυχία στους λουόμενους.
Στο ρεπορτάζ της Σοφίας Χρήστου για την Καθημερινή, ο Δημήτρης Κλαουδάτος, αναπληρωτής καθηγητής στην Αλιεία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, εξηγεί τι ισχύει πραγματικά για τον λαγοκέφαλο, το λεοντόψαρο και τα υπόλοιπα ξενικά είδη που έχουν εγκατασταθεί στη Μεσόγειο.
Ο λαγοκέφαλος, ή Lagocephalus sceleratus για τους φίλους της λατινικής ονοματολογίας, θεωρείται ένα από τα πιο προβληματικά λεσσεψιανά είδη της Μεσογείου. Ο κίνδυνος που εγκυμονεί για τον άνθρωπο είναι διπλός: αφενός η κατανάλωσή του μπορεί να προκαλέσει σοβαρή, ακόμα και θανατηφόρα δηλητηρίαση, καθώς περιέχει τετροδοτοξίνη, αφετέρου το δυνατό, ραμφοειδές σαγόνι του μπορεί να προκαλέσει σοβαρά δαγκώματα.
Ωστόσο, όπως εξηγεί ο ειδικός στην Καθημερινή, ο λαγοκέφαλος, όπως και τα περισσότερα ψάρια, δεν επιτίθεται στον άνθρωπο από μόνος του. Τα περιστατικά δαγκώματος συνδέονται συχνότερα με λανθασμένη αναγνώριση κάποιου αντικειμένου ως τροφής, για παράδειγμα γυαλιστερά κοσμήματα ή μεταλλικά αξεσουάρ που μπορεί να τραβήξουν την προσοχή του.
Σημαντικό επίσης: δεν δηλητηριάζεσαι αν αγγίξεις λαγοκέφαλο. Ο κίνδυνος δηλητηρίασης υπάρχει μόνο αν καταναλωθεί το ψάρι, καθώς η τετροδοτοξίνη δεν καταστρέφεται με το μαγείρεμα και δεν υπάρχει αντίδοτο. Αν λοιπόν κάποιος τον ψαρέψει ή τον βρει νεκρό, η οδηγία είναι ξεκάθαρη: Δεν τον τρώμε, δεν τον καθαρίζουμε, δεν τον βάζουμε στο τηγάνι «για δοκιμή», δεν παίζουμε MasterChef με νευροτοξίνες.
Πώς τον αναγνωρίζουμε; Έχει ατρακτοειδές σώμα, ασημί κοιλιά, σκούρα ράχη, έντονη ασημένια πλευρική γραμμή, σκούρα στίγματα και το χαρακτηριστικό «ράμφος» που σχηματίζεται από τέσσερα ενωμένα δόντια. Μπορεί επίσης να φουσκώνει όταν νιώσει απειλή. Σε κάθε περίπτωση αμφιβολίας, δεν καταναλώνεται.
Και το λεοντόψαρο; Αυτό δεν δαγκώνει, αλλά διαθέτει δηλητηριώδη αγκάθια στα πτερύγιά του, που μπορούν να προκαλέσουν έντονο πόνο και φλεγμονή αν κάποιος το πατήσει ή το αγγίξει κατά λάθος. Σύμφωνα με τον κ. Κλαουδάτο, οι πρώτες βοήθειες περιλαμβάνουν αφαίρεση τυχόν αγκαθιών με τσιμπίδα, απολύμανση και βύθιση της πληγής σε όσο πιο ζεστό νερό αντέχουμε, για 30 έως 90 λεπτά, χωρίς η θερμοκρασία να ξεπερνά περίπου τους 50°C. Σε κάθε περίπτωση, συνιστάται επίσκεψη σε ιατρικό κέντρο.
Στα ξενικά είδη που μπορούν να προκαλέσουν τραυματισμούς περιλαμβάνονται επίσης το λωριδωτό γατόψαρο, με ιδιαίτερα επώδυνα τσιμπήματα, οι αγριόσαλπες και οι κουρκούνες με τα ελαφρώς δηλητηριώδη αγκάθια τους, αλλά και ο μπλε κάβουρας, που διαθέτει δυνατές και κοφτερές δαγκάνες.
Το συμπέρασμα; Δεν χρειάζεται πανικός, χρειάζεται γνώση. Δεν αγγίζουμε περίεργα ψάρια, δεν πατάμε όπου να ’ναι χωρίς να κοιτάμε, δεν φοράμε γυαλιστερά μπιχλιμπίδια στη θάλασσα και, κυρίως, δεν καταναλώνουμε ψάρια που δεν αναγνωρίζουμε απολύτως. Οι θάλασσες αλλάζουν, τα είδη μετακινούνται, και εμείς καλό είναι να μπαίνουμε στο νερό ενημερωμένοι, όχι τρομαγμένοι.