Τα ωραιότερα κτίρια της Αθήνας: Το Ιλίου Μέλαθρον

Το εμβληματικότερο από τα κτίρια που σχεδίασε ο Ερνέστος ο Τσίλλερ στην Αθήνα ήταν το σπίτι του Ερρίκου Σλήμαν. Κι αυτή είναι η ιστορία του.

Τα ωραιότερα κτίρια της Αθήνας: Το Ιλίου Μέλαθρον

«Έζησα όλη μου τη ζωή σε μικρό σπίτι, θέλω να περάσω τα χρόνια που μου απομένουν σε ένα μεγάλο. Διάλεξε εσύ όποιο ρυθμό θέλεις, το μόνο που θέλω εγώ είναι μια μεγάλη μαρμάρινη σκάλα να πηγαίνει στο επάνω πάτωμα. Και μια ταράτσα».

Αυτή, κυρίες και κύριοι κι αγαπητά παιδιά, είναι η απόδειξη του τι μεγαλουργήματα γεννιούνται όταν αφήνεις τον καλλιτέχνη ήσυχο να κάνει τη δουλειά του, και δεν τον πρήζεις με τις απαιτήσεις σου.

Τα παραπάνω τα είπε, το μακρινό 1875, στον Ερνστ Τσίλλερ ο άνθρωπος που έσκαψε τις Μυκήνες και την Τροία, ο ερασιτέχνης αρχαιολόγος Ερρίκος Σλήμαν, όταν ερωτεύτηκε μια Ελληνίδα, την Σοφία, και αποφάσισε να μείνει στην Αθήνα. Και προφανώς, ποιος ιδανικότερος να αναλάβει τα σχέδια του σπιτιού του, από τον συμπατριώτη του και αρχιτέκτονα-σταρ της εποχής;

Το αριστούργημα που προέκυψε από την έμπνευση του Τσίλλερ και τους εξαιρετικά ευέλικτους όρους του Σλήμαν είναι ίσως το ωραιότερο νεοκλασικό της Αθήνας, που στεγάζει σήμερα το Νομισματικό Μουσείο και τον εξαίσιο κήπο του.

Μίλα μου για αρχιτεκτονική

Το Ιλίου Μέλαθρον χτίστηκε μεταξύ 1878 και 1880, στην οδό Πανεπιστημίου, τότε που η Αθήνα ακόμα προσπαθούσε να αποφασίσει αν είναι πρωτεύουσα ευρωπαϊκού κράτους ή χωριό με μεγάλα όνειρα και πολλή σκόνη. Ο Τσίλλερ, όπως ήταν το συνήθειό του, δεν τσιγκουνεύτηκε τίποτα: Έφτιαξε ένα μέγαρο με αναγεννησιακές και νεοκλασικές αναφορές, συμμετρίες να τις χαίρεσαι, τοξωτές στοές, ιωνικούς κίονες και εκείνη τη διπλή μαρμάρινη σκάλα που είχε ζητήσει ο Σλήμαν, να ανεβαίνεις και να νιώθεις ότι μπαίνεις όχι σε σπίτι, αλλά σε σκηνή όπερας.

Η πρόσοψη, από μόνη της, είναι ένα μικρό μάθημα αρχιτεκτονικής αυτοπεποίθησης. Ανάμεσα στους δύο στεγασμένους εξώστες της κύριας όψης γράφτηκε με επίχρυσα γράμματα το όνομα που διάλεξε ο Σλήμαν για το σπίτι του: Ιλίου Μέλαθρον, δηλαδή Μέγαρο της Τροίας, γιατί όταν έχεις ανακαλύψει την Τροία, δεν ονομάζεις το σπίτι σου «Βίλα Ερρίκος», να τα λέμε κι αυτά.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, στο στηθαίο της επίστεψης υπήρχαν 24 πήλινα αγάλματα θεών, αντίγραφα αρχαίων έργων που είχαν κατασκευαστεί στη Βιέννη. Τα οποία αγάλματα κάποια στιγμή, λέει, προκάλεσαν τη σεμνοτυφία ορισμένων Αθηναίων λόγω γυμνότητας. Ο Σλήμαν, αντί να τα κατεβάσει, τα έντυσε με χρωματιστά υφάσματα, πετυχαίνοντας πιθανότατα το αντίθετο αποτέλεσμα: να μετατρέψει τη σοβαροφανή ενόχληση σε υπερθέαμα αθηναϊκού σουρεαλισμού. Τα αγάλματα απομακρύνθηκαν τελικά το 1935, λόγω φθοράς, και μεταφέρθηκαν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Εντάξει, απέξω κούκλα, από μέσα;

Το εσωτερικό ήταν εξίσου θεαματικό, αν όχι θεαματικότερο. Ο Σλήμαν δεν ήθελε απλώς ένα ωραίο σπίτι, ήθελε ένα σπίτι που να αφηγείται τον μύθο του. Η διακόσμηση ανατέθηκε σε σημαντικούς καλλιτέχνες της εποχής, με τοιχογραφίες, παραστάσεις από την Τροία και τις Μυκήνες, αποσπάσματα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στους τοίχους, μάρμαρα, ψηφιδωτά και έπιπλα παραγγελμένα από μεγάλους ευρωπαϊκούς οίκους. Ήταν, με άλλα λόγια, ένα σπίτι-μανιφέστο: αρχαιοφιλία, πλούτος, ευρωπαϊκό γούστο και προσωπική μυθολογία, όλα μαζί σε ένα πακέτο με θέα στην Πανεπιστημίου.

Προχωρημένο για την εποχή του ήταν και σε πιο πρακτικά ζητήματα: Το μέγαρο διέθετε σύστημα θέρμανσης και εξαερισμού, είχε δύο υπόγεια, και στο δεύτερο από αυτά φυλάσσονταν, σε ειδική κατασκευή, τα κρασιά του Σλήμαν. Γιατί ένα σωστό αθηναϊκό παλάτι του 19ου αιώνα οφείλει να έχει και τα μυστικά του, και τα κρασιά του, ίσως και μια κάποια εξτραβαγκάντζα.

Όταν εγκαινιάστηκε, τον Ιανουάριο του 1881, το Ιλίου Μέλαθρον έγινε –καταπώς μαντεύεις– το σπίτι για το οποίο μιλούσε όλη η Αθήνα. Και όχι μόνο η Αθήνα. Φιλοξένησε βασιλείς, πρίγκιπες, αρχαιολόγους, διανοούμενους και ανθρώπους των γραμμάτων, ενώ το σαλόνι του ζεύγους Σλήμαν εξελίχθηκε για χρόνια σε κέντρο της κοινωνικής και πνευματικής ζωής της πόλης. Κάθε Πέμπτη οργανώνονταν δεξιώσεις, από αυτές που σήμερα θα λέγαμε κοσμικό event, τότε όμως τις έλεγαν απλώς «πάμε στους Σλήμαν» και καταλάβαιναν όλοι.

Και μετά, και μετά;

Το 1926, τριάντα έξι χρόνια μετά τον θάνατο του Σλήμαν, το ελληνικό δημόσιο αγόρασε το κτίριο και στέγασε εκεί το Συμβούλιο της Επικρατείας (1929-1934), τον Άρειο Πάγο (ως το 1981) και το Εφετείο (1981-1983).

Το 1985 αποφασίστηκε η μετατροπή του σε Νομισματικό Μουσείο, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την συλλογή νομισμάτων του ίδιου του Σλήμαν.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v