Οι θαλάσσιες πυρηνικές δοκιμές το κύριο αίτιο της κλιματικής αλλαγής

Μια ανησυχητικη ερμηνεία της κλιματικής αλλαγής που σχετίζεται με τις περιβαλλοντικές αμαρτίες του Ψυχρού Πολέμου.
Οι θαλάσσιες πυρηνικές δοκιμές το κύριο αίτιο της κλιματικής αλλαγής

Του Ευστάθιου Χιώτη, Δρος Μεταλλειολόγου Μηχανικού, ΙΓΜΕ

* Το παρόν αποτελεί απλουστευμένη εκδοχή του άρθρου. Για το πλήρες περιεχόμενό του δείτε εδώ.
 
Η κλιματική αλλαγή είναι, για τους γνωρίζοντες, το υπ' αριθμόν ένα πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα στις επόμενες δεκαετίες, με εντελώς αμφίβολη μάλιστα έκβαση. Οι τρόποι διαχείρισης του προβλήματος απαιτούν τόλμη, ευθυκρισία, δύσκολες αποφάσεις, αλλά κυρίως την ουσιαστική εμπλοκή αυτού που ονομάζουμε «ανθρωπινο είδος». Κατά την σύνθεση ενός οδικού χάρτη για τις μεγάλες και μικρότερες κινήσεις που απαιτείται να γίνουν στο μέλλον έχει νόημα να ανατρέξουμε στις γενεσιουργούς αιτίες του προβλήματος. Μια τέτοια αναδρομή δεν έχει μόνο ακαδημαϊκό χαρακτήρα: στην ιστορία της περιβαλλοντικής κρίσης μπορούν να εντοπιστούν όχι μόνο η αλυσίδα γεγονότων, αλλά και οι επιλογές εκείνες που οδήγησαν στην σημειρνή κατάσταση. Χωρίς την προηγούμενη κατανόηση, η δράση μπορεί να είναι αναποτελεσματική, ακόμη και επικίνδυνη.

Όσο και αν είναι κουραστικό, είναι απαραίτητο να καταφύγουμε σε δύο ενδεικτικά διαγράμματα, απόσταγμα πολυετών ερευνών, που αναφέρονται στους τελευταίους αιώνες και βοηθούν να προσδιορίσουμε πότε άρχισε η κρίση του διοξειδίου του άνθρακα. Είναι η χειρότερη κλιματική απειλή με πιθανές βιολογικές επιπτώσεις, οδυνηρότερη και από την συνεπακόλουθη αύξηση θερμοκρασίας. Το πρώτο διάγραμμα προέρχεται από εργαστήρια καταγραφής πυρηνικών εκρήξεων και περιγράφει την εξέλιξη του ραδιενεργού άνθρακα 14 επάνω και του σταθερού ισοτόπου άνθρακα 13 κάτω. Ο ραδιενεργός άνθρακας αυξάνεται ξαφνικά περίπου από το 1960, και αυτό χωρίς αμφιβολία οφείλεται στις εκρήξεις πυρηνικών βομβών. Ταυτόχρονα όμως μειώνεται το σταθερό ισότοπο άνθρακας 13, στο κάτω διάγραμμα, και αυτό είναι η έκπληξη, γιατί αποδεικνύει αιφνίδια έναρξη έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, επιπρόσθετα από αυτό από τη καύση άνθρακα και πετρελαίου.



 


Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται  από το δεύτερο διάγραμμα που καταγράφει την αρχή  απότομης αύξησης της αναλογίας διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα από το 1960. Αξίζει να σημειωθεί ότι το δεύτερο αυτό διάγραμμα είναι κατάκτηση της Παλαιοκλιματολογίας, της επιστήμης που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίας και μελετά το κλίμα στο άμεσο παρελθόν, αλλά ακόμη και στους μακρινούς γεωλογικούς χρόνους. Στο συγκεκριμένο διάγραμμα οι μετρήσεις από το 1958 και μετά είναι άμεσες σε δείγματα του αέρα που συλλέγονται στο αστεροσκοπείο Mauna Loa στη Χαβάη και σε εργαστήριο στο Νότιο Πόλο. Οι παλιότερες όμως μετρήσεις του διαγράμματος έγιναν σε «καρώτα» από γεωτρήσεις στους πολικούς πάγους, σε εγκλωβισμένες φυσαλίδες που είναι δείγματα της ατμόσφαιρας της εποχής τους, η μελέτη των οποίων είναι σπουδαία επιστημονική εξέλιξη των σαράντα τελευταίων ετών.

 


Το δεύτερο διάγραμμα, σε συνδυασμό με παλαιοκλιματικά δεδομένα αποτυπώνει εύγλωττα τη κλιματική κρίση της εποχής μας. Η περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας σήμερα σε διοξείδιο του άνθρακα πλησιάζει τα 420 μέρη στο εκατομμύριο (ppm) από τα 280 ppm περίπου το 1800. Το πρόβλημα έχει δύο όψεις: οι απόλυτες τιμές είναι πολύ υψηλές και ξεπερνούν κάθε γεωλογικό προηγούμενο εδώ και ένα εκατομμύριο χρόνια. Επιπλέον, ο ρυθμός αύξησης είναι πενταπλάσιος από προηγούμενα γεωλογικά επεισόδια και αντικειμενικά μπορεί να χαρακτηριστεί ιλιγγιώδης, με απρόβλεπτες περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Δυστυχώς, στο θέμα της κλιματικής κρίσης η επιστημονική κοινότητα παραμένει διαιρεμένη και το χειρότερο δεν έχει γίνει η σωστή διάγνωση αιτίων από καμία πλευρά. Έχει επικρατήσει πεισματικά η αντίληψη ότι κύριο πρόβλημα είναι τα ορυκτά καύσιμα και αυτό εμπόδισε την επιστημονική έρευνα σε άλλες κατευθύνσεις. Ασφαλώς τα ορυκτά καύσιμα είναι μέρος του προβλήματος, είναι όμως το κύριο και μοναδικό; Φαίνεται πως όχι. Έτσι, υπάρχει το ενδεχόμενο, ακόμη και μετά από υποθετικό μηδενισμό της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων, να συνεχιστεί η αύξηση διοξειδίου του άνθρακα από άλλες φυσικές πηγές.

 



Τα δύο τελευταία χρόνια έχουμε για πρώτη φορά αξιόπιστες μετρήσεις στον Ανταρκτικό Ωκεανό, από την επιφάνεια μέχρι δύο χιλιόμετρα βάθος, χάρις σε ρομποτικές μετρήσεις σε συνδυασμό με δορυφορικές παρατηρήσεις. Στην Εικόνα φαίνεται διάταξη ρομποτικών καταγραφών με την υποστήριξη ερευνητικού σκάφους και δορυφόρων, μαζί με τα ρομποτικά  καταγραφικά στη κορυφή. Πρόκειται για το διεθνές επιστημονικό πρόγραμμα «Αργώ» που καταγάφει κλιματικές παραμέτρους στους ωκεανούς και τα δεδομένα είναι ανοικτά στη διάθεση της επιστημονικής κοινότητας, και μάλιστα σε πραγματικό χρόνο.



Πρόσφατες μελέτες που δημοσιεύτηκαν τον Ιούλιο 2021, αποκάλυψαν για πρώτη φορά ότι το διοξείδιο του άνθρακα που απορροφά ο ωκεανός είναι ποσοτικά της ιδίας τάξεως μεγέθους με το ανθρωπογενές διοξείδιο του άνθρακος από καύσιμα. Επομένως, κανονικά δεν θα είχαμε πρόβλημα διοξειδίου, παρά μόνο στη περίπτωση που υπάρχουν και άλλες κύριες φυσικές πηγές, εκτός από τα καύσιμα, πράγμα που υποστηρίξαμε στην αρχή. Και αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί, η προέλευσή τους.

Οι πρόσφατες ωκεανογραφικές έρευνες στην Ανταρκτική και ιδιαίτερα η επιβεβαίωση του φαινομένου έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα από τον ωκεανό στην ατμόσφαιρα κατά κατά μήκος του Περιανταρκτικού Ρεύματος, φαίνεται ότι μπορούν να στηρίξουν μια νέα ερμηνεία των αιτιών της συνεχιζόμενης κλιματικής αλλαγής που θα χρειατεί όμως συμπληρωματικές έρευνες επιβεβαίωσης. Προηγούμενες μελέτες υποστηρίζουν ότι βαθιά ρεύματα που προέρχονται από τον Ινδικό, τον Ειρηνικό και τον Ατλαντικό Ωκεανό, κινούνται προς το Νότιο Πόλο μεταφέροντας διοξείδιο του άνθρακα από τον βαθύ ωκεανό προς την ατμόσφαιρα, μέσω του Περιανταρκτικού Ρεύματος. Στην εικόνα παρουσιάζεται το παγκόσμιο σύστημα ρευμάτων και ο προνομιακός ρόλος του Περιανταρκτικού Ρεύματος που περιβάλλει την Ανταρκτική (Πηγή: Wikimedia Commons, Conveyor belt).

 


Ο συγχρονισμός έναρξης της αύξησης του διοξειδίου περί το 1960 με την περίοδο πυρηνικών δοκιμών πιθανότατα σχετίζεται με τις υποθαλάσσιες εκρήξεις, οι οποίες «τάραξαν» τα ήρεμα βαθιά νερά που αποθηκεύουν το διοξείδιο. Όπως προκύπτει από την εικόνα με τις θέσεις των γνωστών πυρηνικών εκρήξεων από το 1945 έως σήμερα (Πηγή: BGR -Bundesanstalt für Geowissenschaften und Rohstoffe in Hannover), αρκετές από αυτές έγιναν σε ωκεανούς,  ανατάραξαν ωκεάνια στρώματα και αποδέσμευσαν αποθηκευμένο διοξείδιο που κινείται νότια κατά μήκος των ρευμάτων.      



Ο έλεγχος «διαφυγής» διοξειδίου του άνθρακα από τους ωκεανούς, αν αποδειχθεί, θα είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα και η αντιμετώπισή του θα απαιτήσει ασφαλώς αποχή από τα ορυκτά καύσιμα, συμπεριλαμβανομένου και του φυσικού αερίου εντός δεκαετίας το αργότερο. Η προσφυγή στο φυσικό αέριο είναι το μη χείρον συγκριτικά με τα κάρβουνα, αλλά ασφαλώς δεν είναι το βέλτιστον.

Θα πρέπει επιπλέον, να προετοιμάσουμε το συντομότερο βιολογική προσέγγιση δέσμευσης του διοξειδίου του άνθρακα στους ωκεανούς, καθώς το ίδιο το κλίμα διαμορφώνεται από φυσικές και βιολογικές διαδικασίες. Σε κάθε περίπτωση,  η στροφή σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι επιτακτική, γιατί η πυρηνική ενέργεια είναι επιλογή υψηλής διακινδύνευσης. Φαίνεται λοιπόν πως ήρθε ο καιρός που οραματιζόταν ο καθηγητής μας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Παύλος Σαντορίνης από τη δεκαετία του 1960, για την επικράτηση του υδρογόνου ως καυσίμου, τα καυσαέρια του οποίου είναι υδρατμοί.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v