Με σοκαριστικές λεπτομέρειες ο Πέτρος Φιλιππίδης περιγράφει σεξουαλικές περιπτύξεις με τις τρεις καταγγέλλουσες και φυσικά αρνείται τα πάντα περί βιασμών.
Παλαιότερο των 360 ημερών
Το απόσπασμα της απολογίας του Πέτρου Φιλιππίδη για τις κατηγορίες των βιασμών που τον έστειλαν φυλακή, όπου και παραμένει, δεν είναι για μαλακά στομάχια.
Ο ηθοποιός αρνείται (φυσικά) όλα όσα του προσάπτουν τα θύματα, ρίχνει (επίσης φυσικά) την ευθύνη σε αυτά και τις εμμονές τους, και περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τις σεξουαλικές τους περιπτύξεις, σαν να ήταν ο ίδιος το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου από κάποιο Άρλεκιν ή ταινία αυστηρώς ακατάλληλου περιεχομένου.
Δεν έφταιξε αυτός, εκείνες του ρίχτηκαν και δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς παρά να ενδώσει στην σαγηνευτική τους γοητεία και τις σεξουαλικές τους ορμές. Όλα έγιναν συναινετικά, εκείνος απλά έκανε ό,τι θα έκανε κάθε αρσενικό παλιάς κοπής στη θέση του. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, εκείνες μετά του ζήτησαν τα ρέστα γιατί πίστευαν πως δίνοντάς του το κορμί τους θα κέρδιζαν έναν ρόλο, ο οποίος δεν ήρθε ποτέ.
Το μοτίβο υπεράσπισης του ηθοποιού είναι γνωστό, δολοφονία χαρακτήρα του θύματος, αναστροφή θέσεις θύτη θύματος, πλήρη άρνηση των πάντων. Έλα όμως που το μοτίβο αυτό δεν έφτασε για να μην προφυλακιστεί, αφού δεν έπεισε ανακριτή και εισαγγελέα.
Πάρτε βαθιά ανάσα, ακολουθούν μερικά αποσπάσματα από την απολογία του, όπως δημοσιεύτηκαν στο dikastikoreportaz.gr.
Για την πρώτη καταγγέλουσα
«Η καταγγέλλουσα είναι κόρη της ηθοποιού Ε.Τ., με την οποία συνεργάστηκα από το 2004 έως το 2010 σε δύο παραστάσεις. Έως το έτος 2007 δεν την είχα γνωρίσει καν. Η μητέρα της ήρθε και μου είπε πως η κόρη της ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με το θέατρο. Της απάντησα να τη φέρει στο θέατρο να μιλήσουμε. Στη συνάντησή μας, παρουσία της μητέρας της, της ανέφερα πως οι εισαγωγικές εξετάσεις σε όλες τις δραματικές σχολές είχαν ολοκληρωθεί για το τρέχον έτος και θα έπρεπε να προετοιμαστεί για την επόμενη χρονιά. Εκείνη επέμεινε, γιατί δεν ήθελε να χάσει τη χρονιά».
«Φυσικά, ποτέ δεν προσπάθησα να την προσεγγίσω ερωτικά, δεν της τηλεφωνούσα βραδινές ώρες όπως η ίδια ισχυρίζεται, ούτε της έστελνα γραπτά μηνύματα. Αντιθέτως, εκείνη μου τηλεφωνούσε συνεχώς και επίμονα, ακόμη και σε περίοδο καλοκαιρινών διακοπών που βρισκόμουν μαζί με την οικογένειά μου, κάτι το οποίο έφερνε σε δύσκολη θέση τόσο εμένα όσο και τη σύζυγό μου. Το 2008 και ενώ βρισκόμουν σε καλοκαιρινές διακοπές με την οικογένειά μου και φιλική παρέα, η καταγγέλλουσα με καλούσε στο τηλέφωνο ακατάλληλες ώρες με επιμονή μέχρι να της απαντήσω, «θέλοντας απλώς να με ακούσει», όπως η ίδια έλεγε. Αυτό με έφερνε σε τρομερά άβολη θέση και επανειλημμένως είχα διαπληκτιστεί εξαιτίας αυτού με τη σύζυγό μου, ως το επιβεβαιώνει και η ίδια στην κατάθεσή της».
«…Ουδέποτε την κάλεσα και βρέθηκα μόνος μου μαζί της στα γραφεία της ‘‘Θεατρικής Εστίας’’. Ούτε βέβαια προσπάθησα να έρθω σε σεξουαλική επαφή μαζί της και μάλιστα χωρίς τη θέλησή της, ως ψευδώς ισχυρίζεται. Δεν στέκει ούτε στην κοινή λογική να έχω προσπαθήσει να έλθω σε συνουσία μαζί της και εκ των υστέρων να έρχεται στο θέατρο για να με συναντήσει δήθεν για να μιλήσουμε για δουλειά. Και η ίδια προφανώς βρίσκεται σε σύγχυση, καθότι ενώπιον του ΣΕΗ αναφέρει ότι αφότου ξεκλείδωσα την πόρτα του γραφείου επιχείρησα να της κατεβάσω το παντελόνι, αλλά εκείνη αντέδρασε και έφυγε (sic!), ενώ στην κατάθεσή της ενώπιον του κ. Εισαγγελέως προσθέτει ότι πέραν του παντελονιού, της κατέβασα και το εσώρουχο και μάλιστα έκανα και κίνηση να την προσεγγίσω (sic!). Ουδέποτε είχα στην κατοχή μου κλειδιά του γραφείου, ούτε είχα τη δυνατότητα να το επισκέπτομαι αυθορμήτως, χωρίς να υπάρχει κάποια επαγγελματική συζήτηση με τους ιδιοκτήτες, γεγονός που επιβεβαιώνει με την ένορκη κατάθεσή του και ο μάρτυρας Σπύρος Κ.».
Σε βάπτιση του παιδιού μιας εκ των ταξιθετριών του θεάτρου, στην οποία ήταν όλοι καλεσμένοι, ο ίδιος απέφυγε την οιαδήποτε επαφή με τη γυναίκα: «Αυτό έγινε αφορμή, όπως έμαθα καιρό αργότερα, για να παραμένει η καταγγέλλουσα στις τουαλέτες του χώρου και να κλαίει για αρκετή ώρα, λέγοντας χαρακτηριστικά: ‘‘Εγώ τον αγαπώ, είμαι ερωτευμένη μαζί του, κι εκείνος ούτε μου μιλάει’’».
Για την δεύτερη καταγγέλλουσα
«(…) Μία από τις φορές που είχε έρθει στο θέατρο και κάτσαμε, μετά το πέρας της παράστασης, στο καμαρίνι μου συνομιλώντας, η καταγγέλλουσα ήταν ακόμη πιο εκδηλωτική από τις προηγούμενες φορές. Μπορώ να πω ότι πραγματικά μου άρεσε σαν γυναίκα. Καθόμασταν και οι δύο στον καναπέ που υπήρχε μέσα στο καμαρίνι μου και με κάθε ευκαιρία με άγγιζε στα χέρια, στα μπράτσα, στο πόδι. Το δυναμικό και πολλά υποσχόμενο βλέμμα της με διαπερνούσε και όλως αίφνης με πλησίασε, ανέβηκε επάνω μου και άρχισε να με φιλάει. Είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν αντιστάθηκα, σε καμία περίπτωση, αντιθέτως ανταποκρίθηκα»
Δεν θα ξεχάσω τι σκέφτηκα εκείνη την πρώτη φορά: ‘‘Πώς με έβαλε έτσι κάτω; Πώς ανέβηκε έτσι επάνω μου’’. Ήταν επιθετική, δυναμική. Κι εγώ το μόνο που σκέφτηκα ήταν πως ήθελα να ικανοποιήσω αυτή μου την ορμή, εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν άλλωστε κάτι το οποίο δεν είχα ξανακάνει στο παρελθόν. Ήμασταν και οι δύο ιδιαίτερα ερεθισμένοι και ολοκληρώσαμε πολύ γρήγορα. Με εντυπωσίασε η αυτοπεποίθηση, ο δυναμισμός και η πρωτοβουλία της. Σπάνια είχα συναντήσει αυτά τα χαρακτηριστικά τόσο έντονα σε μία γυναίκα».
«Μετά από το περιστατικό αυτό, η καταγγέλλουσα επανήλθε στο θέατρο να παρακολουθήσει την παράσταση. Για να είμαι ειλικρινής, με ρωτούσε επανειλημμένα εάν θα πάρει τον ρόλο, πότε θα αρχίσουν οι πρόβες, εάν θα μπορούσα να τη βοηθήσω και να την προωθήσω στην τηλεόραση. Πλην όμως, εγώ ανέμενα ακόμη να δω εάν θα χρειαζόταν η εν λόγω αντικατάσταση (…) Μία μέρα, την πήρα τηλέφωνο και κανονίσαμε να βρεθούμε στο θέατρο πριν την απογευματινή παράσταση. Είχαμε ήδη συνεννοηθεί και μπήκε από την πλαϊνή πόρτα, όπως άλλωστε είχε πράξει και στο παρελθόν λόγω της οικειότητας που είχε αναπτυχθεί μεταξύ μας, προκειμένου να μη μας δουν οι υπόλοιποι (…) Ήρθαμε ακόμη μία φορά πιο κοντά: η καταγγέλλουσα με πλησίασε, άρχισα να τη χαϊδεύω και τα πράγματα εκτυλίχθηκαν πολύ γρήγορα. Ούτε που κατάλαβα πώς αρχίσαμε τις περιπτύξεις στον καναπέ και εν συνεχεία στο πάτωμα. Ήταν όλο πολύ έντονο και παθιασμένο, σχεδόν πρωτόγονο. Υπήρχε μεγάλη ένταση και πολύ πάθος μεταξύ μας (…)».
«Αφού ολοκληρώθηκε η μεταξύ μας συνεύρεση, σηκωθήκαμε από το πάτωμα και ντυθήκαμε, της πρότεινα αν θέλει να κάτσει να δει την παράσταση. Εκείνη όμως άλλαξε αμέσως θέμα, ρωτώντας με τι θα γίνει τελικά με τον ρόλο, πότε θα ξεκινήσει πρόβες κ.λπ. Της απάντησα ότι δεν θα παίξει στην παράσταση, καθότι η κοπέλα που κρατούσε μέχρι τότε τον ρόλο θα ακολουθούσε τελικώς στη Θεσσαλονίκη και στην καλοκαιρινή περιοδεία, οπότε δεν τη χρειαζόμασταν, ούτε μπορούσε να γίνει κάτι στην τηλεοπτική σειρά που πρωταγωνιστούσα. Η καταγγέλλουσα στο άκουσμα αυτό εξαγριώθηκε, άρχισε να μου λέει πως την κορόιδεψα, πως έχει πει σε όλους τους γνωστούς της ότι θα συνεργαστούμε και τώρα θα γίνει ρεζίλι, και πως θέλει να φύγει εκείνη τη στιγμή. Από πλευράς μου της είπα να ηρεμήσει, γιατί ποτέ δεν της είχα δηλώσει με σιγουριά ότι θα έκανε την αντικατάσταση. Πρόσθεσα ότι περνάμε καλά μεταξύ μας, ταιριάζουμε στον σεξουαλικό τομέα και ανεξαρτήτως του επαγγελματικού, δεν υπήρχε λόγος να χαλάσουμε κάτι που ευχαριστεί και τους δύο και πήγα να τη φιλήσω. Εκείνη όμως δεν ήθελε πλέον τίποτα, ήταν εξοργισμένη και σηκώθηκε να φύγει, λέγοντας ότι την εκμεταλλεύτηκα και δεν θέλει να με ξαναδεί στα μάτια της (…)».
Για την τρίτη καταγγέλουσα
«Συνομιλήσαμε με την Γ. πρώτη φορά μέσω Instagram ‘‘περί ανέμων και υδάτων’’. Σταδιακά αρχίσαμε να συνομιλούμε και για άλλα θέματα, πλην του επαγγελματικού, και από τα μηνύματα και το ύφος μου ήταν ξεκάθαρη η διάθεσή προσέγγισής μου (…) Μου έφερε το βιογραφικό της το οποίο και κοίταξα, πλην όμως μετά η συζήτηση επεκτάθηκε και σε έτερα ζητήματα, όχι μόνο επαγγελματικής φύσεως. Η καταγγέλλουσα ήταν πολύ ευχάριστη, εκδηλωτική και χαμογελαστή. Μου μίλησε απευθείας στον ενικό σαν να γνωριζόμασταν καιρό (…) »
«Μετά από αρκετή ώρα αποφασίσαμε να φύγουμε από την καφετέρια (…). Ρώτησα την καταγγέλλουσα εάν είχε έρθει με κάποιο μεταφορικό μέσο ή εάν ήθελε να τη μεταφέρω με το αυτοκίνητό μου, και μου απάντησε ότι είχε έρθει με ταξί οπότε θα έφευγε με τον ίδιο τρόπο. Για λόγους ευγενείας, αφού μου εξήγησε ότι μένει σχετικά κοντά, πρότεινα να τη μεταφέρω με το αυτοκίνητό μου ώστε να τη διευκολύνω. Η ίδια δέχθηκε. Πριν καλά καλά εκκινήσω τη μηχανή του αυτοκινήτου, η καταγγέλλουσα άπλωσε το αριστερό της χέρι και με άγγιξε πάνω από το παντελόνι, στο σημείο του πέους μου. Με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο ερωτικό νόημα, χαμογελώντας, και χωρίς να πούμε τίποτα έκανα αναστροφή με το αυτοκίνητο ενώ εκείνη εξακολουθούσε να με χαϊδεύει ιδιαίτερο έντονα. Στο ύψος ενός άδειου οικοπέδου σταμάτησα με το αυτοκίνητο. Ευθύς μόλις σταθμεύσαμε, η καταγγέλλουσα έπεσε με φόρα πάνω μου, ξεκούμπωσε το παντελόνι μου, κατέβασε το εσώρουχό μου και επιδόθηκε σε πεολειχία».
«(…)Η πράξη της αυτή με ξάφνιασε ιδιαίτερα ευχάριστα και δεν τη σταμάτησα. Τη χάιδευα στο κεφάλι, το λαιμό και την πλάτη και απολάμβανα τη στιγμή. Δεν είπαμε τίποτα, κοιταχτήκαμε, χαμογελάσαμε και τη ρώτησα εάν επιθυμούσε να την πάω με το αυτοκίνητο στο σπίτι της. Εκείνη μου είπε απλά να την αφήσω σε κάποιο σημείο στη Λεωφ. Κηφισίας (…). Έτσι και έπραξα. Χαιρετηθήκαμε λέγοντάς της ότι θα ήθελα να την ξανασυναντήσω με την πρώτη ευκαιρία όταν θα είμαστε στην Αθήνα και οι δύο και συνέχισα τη διαδρομή προς το σπίτι μου. Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που συνάντησα την καταγγέλλουσα».