Μικρές ιστορίες για τα θέατρα της Αθήνας

Το Εθνικό Θέατρο, το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά και το Υπόγειο του Κουν έχουν τρεις μικρές ιστορίες δύο αιώνων να σας διηγηθούν.
Μικρές ιστορίες για τα θέατρα της Αθήνας
της Ηρώς Κουνάδη 

Από τα τέλη του 18ου αιώνα στην Κατοχή, και από τα στιχάκια του Γεώργιου Σουρή που απολάμβανε να κοροϊδεύει το μεγαλείο του Βασιλικού Θεάτρου, στο καθόλου θεατρικό δράμα των προσφύγων που στέγασε ένα από τα ομορφότερα θέατρα της Ευρώπης, συγκεντρώσαμε τρεις μικρές ιστορίες για ισάριθμα θέατρα της Αθήνας.

Το Εθνικό Θέατρο (που κάποτε λεγόταν Βασιλικό)

- Επήγες στο Βασιλικό;
- Και μ’ ερωτάς, βουβάλι;
- Επήγες ολομόναχος;
- Τι λες; Επήγαν κι άλλοι.
Επήγανε κι οι Βασιλείς,
Πήγαν κι οι πρώτοι της Αυλής,
Οι Σύμβουλοι του Στέμματος κι όλο τ’ αρχοντολόγι,
Και παλ’ οι καροτσέρηδες βρήκαν μ’ αυτούς τ’ αγώγι
- Φαντάζομαι, βρε Φασουλή, τι θα ‘δες εκεί πέρα
- Μεγάλης συγκινήσεως επίσημος εσπέρα
- Εθαύμασες;
- Ακούς εκεί! Τι λούσα και τι πάστραις!
Ψυχή μου, τι καλοριφέρ, τι σόμπες, τι θερμάστρες!


Με αυτά τα σπιρτόζικα στιχάκια σατιρίζει ο Γεώργιος Σουρής τα εγκαίνια του Εθνικού Θεάτρου, που τότε λεγόταν Βασιλικό Θέατρο –και του οποίου η πολυέξοδη κατασκευή επικρίθηκε από τα μέσα και την κοινή γνώμη. Το υπέροχο αναγεννησιακό θέατρο στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου είναι έργο του Ερνέστου Τσίλλερ –αλλά αυτό μάλλον το ξέρετε.

Αυτό που πιθανότατα δεν ξέρετε είναι ότι μέχρι το 1908, τις παραστάσεις μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει μόνο με πρόσκληση και επίσημο βραδινό ένδυμα. Με το Βασιλικό Θέατρο συνδέονται επίσης τα επεισόδια που έμειναν γνωστά ως «Ορεστειακά», τα οποία σημειώθηκαν τον Νοέμβριο του 1903. Η μετάφραση στη δημοτική αρχαίων θεατρικών κειμένων προκαλούσε την αντίδραση των «γλωσσαμυντόρων» της εποχής, πρωτοστάτης των οποίων υπήρξε ο καθηγητής Γ. Μιστριώτης.

Στις 8 Νοεμβρίου του 1803, ενώ παιζόταν η Ορέστεια του Αισχύλου, σε μετάφραση Γ. Σωτηριάδη, φοιτητές του Γ. Μιστριώτη οργάνωσαν διαδήλωση για να διακόψουν την παράσταση, με αιματηρή κατάληξη: Ο στρατός διατάχθηκε να επιβάλλει την τάξη, κατά τις συμπλοκές που ακολούθησαν στη διάλυση των διαδηλωτών κάποιοι στρατιώτες στο φόβο προσβολής τους πυροβόλησαν κατά του πλήθους με συνέπεια να σκοτωθούν δύο πολίτες και να τραυματιστούν επτά.

Περισσότερα για τα Ορεστειακά, αλλά και την προηγούμενη διαμάχη σχετικά με τις μεταφράσεις στη δημοτική, τα Ευαγγελικά του 1901, έχει η Wikipedia εδώ.

Το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά

«Το μήκος του θέλει είναι 45 μέτρων, 34 δε το πλάτος και 30 το ύψος. Θα περιέχει τρεις σειράς θεωρείων, εκάστην ανά 23 και υπερώον μετά τριών σειρών βαθμίδων, αμφιθεατρικώς. Ούτω θα δύναται να εμπεριλάβη ανέτως 1154, εν ανάγκη 1400 θεατάς. Έχει επτά εν συνόλω εξόδους, δύο δια τους εν τη σκηνή και πέντε δια τους εν πλατεία και τοις θεωρείοις. Η κεντρική δε του θεάτρου είσοδος έσται ευρεία και πολυτελής. Η θέρμανση αυτού θέλει γίνεσθαι κατά το σύστημα όπερ εφήρμοσαν εν θεάτρω της Βιέννης. Εν τω ισοπέδω της πλατείας θέλουσιν είναι, εις την διάθεσιν των θεατών, δύο ευρύχωρα καφενεία, υπεράνω δε αυτών, δια τους εν τοις θεωρείοις, δύο όμοιαι αίθουσαι. Υπολογίζονται τα υπέρ αυτού κατά μέσον όρον ετησίως έσοδα εις 42.000 δραχμές, περίπου, το ποσόν δε τούτο προς 7% ανταποκρίνεται εις κεφάλαιον 600.000 δραχμών».

Αυτά γράφει η πειραϊκή εφημερίδα Σφαίρα στις 23 Οκτωβρίου του 1883, για τα σχέδια του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά, το οποίο θα γινόταν πραγματικότητα δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1895. Ο αρχικός προϋπολογισμός του έργου άγγιζε τις 450 χιλιάδες δραχμές, όμως η πραγματικότητα ήταν πολύ μακριά: Για να προχωρήσει το έργο, ο Δήμος, αναγκάστηκε να δανειστεί 250 χιλιάδες δραχμές από την Εθνική Τράπεζα, ενώ το συνολικό κόστος της ολοκλήρωσης του θεάτρου άγγιξε τις 900 χιλιάδες δραχμές.

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά κάνει τα επίσημα εγκαίνιά του στις 9 Απριλίου 1895, στις 10.30 το πρωί, μετά "περισσής λαμπρότητος". Μετά την τελετή των εγκαινίων και μέχρι το απόγευμα η φιλαρμονική του Δήμου έπαιζε κλασική μουσική μπροστά στο χώρο του θεάτρου που είχε διαμορφωθεί έτσι ώστε να μπορούν με ευκολία να παρκάρουν οι "βικτώριες άμαξες" και τα λεγόμενα "Βιζ-α-βί", λεωφορεία της εποχής.

Για την αρτιότερη λειτουργία του θεάτρου, στις 21 Οκτωβρίου 1898, το Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά αποφασίζει την παραλαβή «εκ του εν Τεργέστη καταστήματος ενδυμασιών των κουστουμιών δια τις παραστάσεις του μελοδράματος» αλλά και «την κατασκευή 400 τροχαλιών δια τα σκηνικά του Θεάτρου».

Στις αρχές του 20ου αιώνα, το θέατρο καταλήφθηκε από γάλλους στρατιώτες της Αντάντ κατά τον αποκλεισμό του Πειραιά το 1916-17, στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Βομβαρδίστηκε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 11 Ιανουαρίου του 1944, και φιλοξένησε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία το 1922 και για δύο ολόκληρα χρόνια, καθότι η πόλη δεν διέθετε καμία άλλη υποδομή υποδοχής ή φιλοξενίας τους.

Περισσότερα για την ιστορία του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά έχει η επίσημη σελίδα του, εδώ.

Το Υπόγειο του Κουν (ή αλλιώς το Θέατρο Τέχνης)

Το Θέατρο Τέχνης υπήρχε πριν υπάρξει το «Υπόγειο του Κουν», όπως έμεινε να λέγεται από το άνοιγμά του το 1954 μέχρι σήμερα. Για την ακρίβεια, το Θέατρο Τέχνης ιδρύθηκε το 1942, στην αρχή της γερμανικής κατοχής, όπως λέει ο Κάρολος Κουν σε συνέντευξή του. «Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά πλούσια εποχή. Έπαιρνες και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία. Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης και θυσίας […]Πεινούσαμε αγρίως, ήμασταν σε κατάσταση τρομακτική. Αλλά υπήρχε πίστη που σήμερα δεν την βρίσκεις εύκολα».

Το Θέατρο Τέχνης, που ανέβαζε τις παραστάσεις τους στο Θέατρο Αλίκης, διέκοψε τη λειτουργία του από το 1949 ως το 1954. «Μαζεύοντας συνδρομές, διαμορφώσαμε το χώρο στο Υπόγειο του Ορφέα. Το 1954 ανάψαμε πρόχειρους προβολείς για να φωτίσουμε μπρος σε καμιά εκατοστή θεατές τη «Μικρή μας Πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ. Έτσι λειτούργησε πάλι το «Θέατρο Τέχνης» σχεδόν αποκλειστικά με νέους αδειούχους μαθητές.

»Περάσαμε πολλές φάσεις αλλά πάντα κρατούσαμε στοιχεία από τις προηγούμενες, μολονότι τα έργα που παίξαμε κατόπιν ήταν εντελώς διαφορετικά. Στη δεύτερη περίοδο παίξαμε πολύ Τσέχωφ, Πιραντέλλο, Ουάιλντερ, Ουίλλιαμς και Μίλλερ. Μέσω του Πιραντέλλο ξανοιχτήκαμε στη φάση του θεάτρου του παραλόγου, στο οποίο «πέσαμε με τα μούτρα». Στο θέατρο του παραλόγου και στο επικό θέατρο του Μπρεχτ. Δουλέψαμε συγχρόνως αυτές τις δύο τάσεις, που είναι οι δύο πόλοι του σύγχρονου θεάτρου».

»Συγχρόνως, αρχίσαμε την προεργασία για μια επιστροφή στο αρχαίο δράμα. Αλλά αυτή τη φορά το αρχαίο δράμα ή το κλασσικό θέατρο ειδομένα με περισσότερη υπογράμμιση της ζωντάνιας τους της σημερινής. Το 1957 ξανανέβασα τον «Πλούτο»… Το 1962 έγινε η πρώτη μας επαφή με το εξωτερικό όπου στο Παρίσι παρουσιάσαμε τους «Όρνιθες» και αποσπάσαμε το Βραβείο των Εθνών».

Περισσότερα για την ιστορία του Θεάτρου Τέχνης έχει το επίσημο site του, εδώ.
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v