Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού: Ελληνικό σινεμά!

Ο Έκτορας Λυγίζος σκηνοθετεί, και ο Γιάννης Παπαδόπουλος πρωταγωνιστεί στην καλύτερη ελληνική ταινία που έχουμε δει εδώ και πολλά χρόνια.
Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού: Ελληνικό σινεμά!
του Λουκά Τσουκνίδα
 
Σε περιόδους ύφεσης, όπως αυτή που διανύουμε, οι άνθρωποι ανταποκρίνονται με χαρά στο κάλεσμα οποιουδήποτε διατείνεται ότι έχει τις απαντήσεις και καταναλώνουν κάθε αφήγηση που υπόσχεται να τους κάνει όσα βιώνουν “πιο λιανά”. Απ' ότι δείχνει η πρόσφατη ιστορία μας όμως, ως Έλληνες, δεν είμαστε και τόσο καλοί στο να δίνουμε εξηγήσεις όσο είμαστε στο να μοιρολογούμε πάνω απ' τ' απομεινάρια των συμφορών μας. Στο “Αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού”, ο Έκτορας Λυγίζος δεν επιχειρεί να μας διαφωτίσει, μόνο μας δίνει έναν ακόμη λόγο να μοιρολογούμε πριν μας υπενθυμίσει ότι νεκρό είναι κάτι, όταν το αφήσεις να πεθάνει.

Η υπόθεση

Ένας νεαρός, καλλίφωνος και με όνειρα να εργαστεί και να μακροημερεύσει στο χώρο του κλασικού τραγουδιού, βρίσκεται εν μέσω κρίσης χωρίς δουλειά και χωρίς εισοδήματα. Η καθημερινότητά του περιλαμβάνει, εκτός απ' την περιστασιακή συνέντευξη, τον αγώνα για κάποια ψιλά και λίγη τροφή, την οποία μοιράζεται πολλές φορές με το καναρίνι του, τον μοναδικό του φίλο και συνοδοιπόρο σ' αυτή τη φάση της καταραμένης του νεότητας. Μια μέρα όμως, συμβαίνει κάτι κι ο κίνδυνος να χάσει μέσα απ' τα χέρια του το πλάσμα για του οποίου τη ζωή είναι υπεύθυνος είναι ορατός...



Η κριτική

Ο χαρακτήρας του Λυγίζου δεν έχει όνομα, αλλά είναι αρκετά γνώριμος. Ένας άνθρωπος με δυνατότητες και ταλέντο που ξέμεινε απ' τη μια στιγμή στην άλλη από ελπίδες και δουλειά, παρ' όλ' αυτά αρνείται να ζητήσει ακόμη κι απ' τους δικούς του, προσπαθώντας να διατηρήσει με νύχια και με δόντια μια αίσθηση αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας που, όσο βυθίζεται στη δίνη των προβλημάτων του, μοιάζει όλο και πιο στρεβλή. Κι όμως, έχει το καναρίνι του, το οποίο του δίνει μια αίσθηση αποστολής η οποία τον κρατά συγκεντρωμένο στον καθημερινό του αγώνα. Το πουλί, τραγουδιστής κι αυτό, είναι η ζωντανή αντανάκλασή του, όσο το κρατά ζωντανό σημαίνει ότι μένει ζωντανός κι εκείνος.

Η κάμερα του δημιουργού ακολουθεί το αγόρι κατά πόδας, όσο αυτό περιφέρεται μέσα στο σκληρό αστικό περιβάλλον, πλησιάζει συνήθως πολύ κοντά του και μας περιγράφει, άλλοτε τις εκφράσεις και τις κινήσεις του και άλλοτε όσα βλέπει. Το βλέμμα μας μένει έτσι καρφωμένο στο αγόρι, εστιάζουμε αναγκαστικά στον άνθρωπο και όχι στο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο ή τον κοινωνικό περίγυρο, απ' τον οποίο άλλωστε, ο νέος μοιάζει αποκομμένος. Χρησιμοποιώντας πλήρως τα εκφραστικά μέσα που έχει επιλέξει και χωρίς την παραμικρή κατάχρηση, ο Λυγίζος μας δίνει ένα πορτραίτο του ανθρώπου που αγγίζει καθημερινά το όριο μιας επικείμενης αποκτήνωσης, αλλά αρνείται να παραδώσει εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον κρατούν στην άλλη πλευρά.

Είναι άραγε αυτό το κυρίως σχόλιο που αναδύεται μέσα απ' τη λιτή, αποσπασματική αφήγηση λίγων, μα αγωνιωδών, ημερών απ' τη ζωή του ήρωα;

Ο νεαρός αρνείται σε κάθε περίπτωση να χρησιμοποιήσει την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ως άλλοθι για να σπάσει τον κώδικα ηθικής του, ενώ κι ο δημιουργός επιλέγει να μας σοκάρει όχι στο τέλος, αλλά στη μέση της αφήγησής του, δείχνοντάς μας ότι η πτώση δεν έχει ακριβώς πάτο, όπως συχνά δηλώνουμε θεωρώντας ότι μετά ακολουθεί η εκτόξευση προς τα πάνω. Δεν ακολουθεί πορεία γραμμική, αλλά έχει σκαμπανεβάσματα, λακούβες και σαμαράκια, κι είναι στο χέρι του καθενός να διατηρηθεί όρθιος και σε τροχιά προς έναν σκοπό, ο οποίος δε θα μπορούσε να είναι άλλος απ' το να βγούμε απ' την θύελλα αλώβητοι, ηθικά και ψυχικά τουλάχιστον.

Η εξαιρετική ερμηνεία του Γιάννη Παπαδόπουλου είναι το στοιχείο που έρχεται και ολοκληρώνει την άψογη δουλειά του Έκτορα Λυγίζου, μια ταινία που, εκτός του ότι είναι μια πολύ καλή εφαρμογή του κινηματογραφικού μέσου, διαθέτει και όλες τις αρετές ενός αυτόνομου έργου τέχνης, τη διαχρονικότητα και τη διεισδυτικότητα του μηνύματος, αλλά και την εικαστική αρτιότητα, το στοιχείο του σοκ και τον εξανθρωπισμό μιας ακραίας υποθετικής κατάστασης. Μας βάζει μέσα στην καρδιά όσων βιώνει ο ήρωάς του, δε μας αφήνει να μείνουμε παρατηρητές, αλλά δεν μας δίνει και τη διέξοδο του οίκτου και της ελεημοσύνης. Με λίγα λόγια, μας θέτει προ των ευθυνών μας.

Το “Αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού” είναι μια εξαιρετική ταινία, ίσως η καλύτερη ελληνική ταινία εδώ και πολλά, πολλά χρόνια.

Βγαίνουν ακόμη:

Το “Trance” του Ντάνι Μπόιλ, το θρίλερ “The Call”, η ταινία τρόμου “Dead Shadows”, το ντοκιμαντέρ “A Liar`s Autobiography: The Untrue Story of Monty Python`s Graham Chapman” και το δράμα του Νίκου Κορνήλιου, "11 Συναντήσεις με τον Πατέρα μου".

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v