Killing Them Softly: Μια γκανγκστερική ταινία... που δεν ήταν

Η νέα δουλειά του Άντριου Ντόμινικ θυμίζει τυπική γκανγκστερική ταινία. Δεν είναι, όμως. Το έξυπνο σενάριο, σκηνοθετημένο με μαεστρία, είναι η άποψη του σκηνοθέτη για το πώς κινούνται τα νήματα πίσω από τη βιτρίνα της ειδησεογραφίας.
Killing Them Softly: Μια γκανγκστερική ταινία... που δεν ήταν
του Λουκά Τσουκνίδα
 
Βλέποντας κανείς το τρέιλερ του “Killing Them Softly” με τον Μπραντ Πιτ στα πιο κουλ του και διάφορες άλλες γκανγκστερόφατσες να επιδίδονται σε βίαιες πράξεις και να ξεστομίζουν μουράτες ατάκες μπορεί άνετα να ξεγελαστεί και να νομίζει ότι πρόκειται να δει μια τυπική γκανγκστερική ταινία. Ο Άντριου Ντόμινικ είχε άλλη άποψη γι' αυτό κι έτσι, πίσω από ένα ενενηντάλεπτο γεμάτο πιστολίδια και στιλιζαρισμένη βία, κρύβει μια εικονογράφηση της δική του εικασίας για το πώς θα μπορούσε να λειτουργεί ο κόσμος πίσω απ' τη βιτρίνα που η ειδησεογραφία και οι συνεντεύξεις τύπου διακοσμούν για τη δική μας ενημέρωση. Το αποτέλεσμα δεν είναι και τόσο διασκεδαστικό, όταν όμως μπει κανείς στο μυαλό του δημιουργού, το τέλος τον αποζημιώνει.

Η υπόθεση

Ο Τζάκι Κόγκαν είναι ο άνθρωπος που καλούν όταν τα πράγματα χρειάζονται διόρθωση. Μετά από μια ληστεία σε ένα παράνομο χαρτοπαίγνιο της μαφίας εμφανίζεται για να “φτιάξει” την κατάσταση. Με το αζημίωτο φυσικά...



Η κριτική

Απ' τη σύνοψη κιόλας της υπόθεσης, μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι πρόκειται για ένα φιλμ όπου μπορεί να συμβεί οτιδήποτε. Κάτω απ' τη σκιά της οικονομικής κρίσης, αλλά και των τεράστιων αλλαγών στη διάρθρωση και τη λειτουργία του οργανωμένου εγκλήματος τις τελευταίες δεκαετίες, οι παραδοσιακές αφηγήσεις μοιάζουν πλέον φολκλορικά παραμύθια και απομεινάρια ενός παρελθόντος όπου η προσωπική επαφή μετρούσε ακόμη και οι κώδικες συμπεριφοράς έθεταν ένα πλαίσιο “νομιμότητας” μέσα στον περιθωριακό κόσμο της ανομίας.

Ο Αλ Καπόνε ζητά αυτοπροσώπως την ισοπέδωση του αντιπάλου του στους “Αδιάφθορους” του Ντε Πάλμα. Ο Τζάκι Κόγκαν μιλά μ' έναν χαρτογιακά και διεκπεραιώνει τις βρωμοδουλειές κάποιων “εταιρικών” τύπων. Ο Αλ Καπόνε θέλει να εξοντώσει τον αντίπαλό πριν τον εξοντώσει εκείνος και πληρώνει όσο όσο. Ο Τζάκι Κόγκαν πρέπει να αποτρέψει κάποιον αόριστο αντίκτυπο μιας μικροληστείας στη γενικότερη ισορροπία του συστήματος των “δρόμων” και ενός ευρύτερου δικτύου παράνομων δραστηριοτήτων.

Ο Ντόμινικ ξέρει καλά ποιο είναι το δόλωμά του και τους λόγους για τους οποίους το μασάμε και δεν το φτύνουμε μέχρι τέλους. Θέλουμε κουλ γκανγκστερική δράση και μας τη δίνει. Μας τη δίνει με το γνωστό του πλέον στιλιζάρισμα, με συνδυασμένες δόσεις κυνισμού, ανικανότητας, παρακμής και άσκοπης βίας, αλλά χωρίς καμία αιτιολόγηση, χωρίς κανένα σεναριακό υπόβαθρο που να δίνει ένα δεκανίκι στις πράξεις των χαρακτήρων. Όλα μοιάζουν να υπόκεινται σε μια τυχαιότητα και να δικαιολογούνται από μια αοριστία, ένα ένστικτο επιβίωσης κι ένα μίγμα συναισθήματος και άβουλης σύμπλευσης με το ρεύμα. Ο Κόγκαν διευθύνει αυτή την άτακτη συμφωνία και δίνει νόημα σε όσα βλέπουμε αφού μοιάζει να “ξέρει τι στο διάολο κάνει”.

Το κλειδί στο αίνιγμα του Ντόμινικ είναι η χρήση των αποσπασμάτων από ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές μεταδόσεις που ακούγονται στο φόντο της δράσης όποτε οι ήρωες βρίσκονται σε αμάξι, σε σπίτι ή σε μπαρ. Αυτές δίνουν χρονικό στίγμα στα γεγονότα της ταινίας –κάπου πριν την εκλογή του Ομπάμα και την αποχώρηση του Μπους– αλλά αποτελούν και τη βιτρίνα που ανέφερα παραπάνω, μιας και αυτό που ακούμε είναι πολιτικούς και δημοσιογράφους να μιλούν για την οικονομική κρίση και το οικονομικό σύστημα των ΗΠΑ με τρόπο που δείχνει ότι δεν έχουν ιδέα τι ακριβώς συμβαίνει και πώς ακριβώς λειτουργούν οι μηχανισμοί που επικαλούνται. Έτσι, ο Ντόμινικ βάζει τη βιτρίνα στο φόντο και μέσω της αναλογίας με τον υπόκοσμο φέρνει το φόντο μπροστά μας, εικάζοντας ποιο μπορεί να είναι αυτό και γιατί μοιάζει τόσο πολύ με γόρδιο δεσμό χωρίς αρχή και τέλος.

Ο Κόγκαν, δοσμένος άψογα απ' τον Μπραντ Πιτ, είναι ο μοναδικός που έχει βρει τον τρόπο να εκλογικεύει το σύστημα και να επιβιώνει μέσα σ' αυτό, φέρνοντας τις αοριστίες και τα κενά λογικής του στα μέτρα του. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν το ότι είναι εκείνος ο οποίος κλείνει το σχόλιο του Ντόμινικ με μια κατακλείδα που δεν αφήνει κανένα περιθώριο για παρερμηνείες και μας ξυπνά απότομα απ' την ψευδαίσθηση ότι βλέπουμε ένα γκανγκστερικό θρίλερ που ίσως καταλήξει κάπου.

Ένα έξυπνο σενάριο λοιπόν, σκηνοθετημένο με μαεστρία, γεμάτο ειρωνικές πινελιές –μουσικές κυρίως– και από ηθοποιούς που παίζουν ανενόχλητοι τους ελαφρούς, γκανγκστερικούς ρόλους τους χωρίς το βάρος της συμμετοχής σε μια “πολιτική” ταινία. Το σχόλιο δεν βρίσκεται στην επιφάνεια της αφηγούμενης υπόθεσης, αλλά στη σύνθεση των λεπτομερειών που μοιάζουν δευτερεύουσες και, ακόμη κι αν δεν είναι “αποκαλυπτικό” καταφέρνει να είναι διεισδυτικό και να το κουβαλάς μαζί σου φεύγοντας απ' την αίθουσα.

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι το “Killing Them Softly” δεν είναι μια συμβατική ταινία, αλλά η γνώμη του δημιουργού της, εκφρασμένη με τη γλώσσα που γνωρίζει καλύτερα, αυτή του κινηματογράφου. Ενδιαφέρουσα δουλειά, το λιγότερο.

Βγαίνουν ακόμη:

- Το καλό γουέστερν του Τζον Χίλκoουτ “Lawless”, δοσμένο με το γνώριμο στιλ του, η υπέροχη ταινία του αδικοχαμένου Κρίστιαν Νεμέσκου “California Dreamin' (2007)” –ετεροχρονισμένα, αλλά πάλι καλά–, το πολύκροτο ντοκιμαντέρ του Μπάνκσι “Exit Through the Giftshop”, το οικογενειακό “The Odd Life of Timothy Green” και η απαράδεκτη σαπουνόπερα δράσης του Όλιβερ Στόουν “Savages”.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v