The Campaign: Γαλιφιανάκης και Φερέλ στην εξουσία

Δύο απολαυστικοί πρωταγωνιστές, πολλά ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα κι ακόμα περισσότεροι αιχμηροί συμβολισμοί για την πολιτική και τα παιχνίδια της συνθέτουν την καλή κωμωδία του Τζέι Ρόουτς. Αν έλειπε και το χλιαρό φινάλε...
The Campaign: Γαλιφιανάκης και Φερέλ στην εξουσία
του Λουκά Τσουκνίδα
 
Οι δύο πιο καυτοί Αμερικάνοι κωμικοί σήμερα, ο Γουίλ Φερέλ και ο Ζακ Γκαλιφιανάκις, ενώνουν τις δυνάμεις τους υπό την καθοδήγηση του έμπειρου Τζέι Ρόουτς για να μας δώσουν μια “εκλογική” κωμωδία μέσα στην κάψα του προεκλογικού πυρετού. Δεν ξέρω αν το “The Campaign” φιλοδοξούσε να ονομαστεί πολιτική σάτιρα και να φωτίσει μέσω του χιούμορ και της υπερβολής κάποιες πιο σκοτεινές πλευρές των διαδικασιών στις οποίες αναφέρεται, αλλά το αποτέλεσμα δε δείχνει κάτι τέτοιο. Γέλιο και καφρίλα που ξεπερνά τα εσκαμμένα είναι απολύτως εγγυημένα, όμως το ανισόρροπο ντισνεϊκό τελείωμα μαρτυρά περισσότερη συγγένεια με τον Άνταμ Σάντλερ παρά με τον Αρμάντο Ιανούτσι.

Η υπόθεση

Ο γερουσιαστής Καμ Μπρέιντι έχει βαρεθεί να κατεβαίνει σε εκλογές και να τις παίρνει παίζοντας χωρίς αντίπαλο. Δεν τον χαλάει κιόλας, αλλά η χαλάρωση που έχει επέλθει στα επικοινωνιακά αντανακλαστικά του τον οδηγούν σε ένα σκάνδαλο που του στοιχίζει τη δημοτικότητα και τους κύριους χρηματοδότες του, τους σατανικούς και ζάμπλουτους αδερφούς Μοτς. Θορυβημένοι εκείνοι, για να μη διακινδυνεύσει το μεγάλο τους σχέδιο για κινεζοποίηση (α ρε Αλέξη πόσο μπροστά είσαι!) της περιφέρειας, διαλέγουν μια καινούργια μαριονέτα για αντίπαλο του Μπρέιντι, το μαύρο πρόβατο της ζάμπλουτης οικογένειας Χάγγινς, τον ευαίσθητο, αφελή, χοντρούλη και αφοσιωμένο οικογενειάρχη Μάρτι. Με τη βοήθεια του κομάντο ίματζ-μέικερ Τιμ Γουάτλι ο ανθρωπάκος γίνεται λύκος και απαντά στο βρώμικο παιχνίδι του αμοραλιστή Μπρέιντι με το ίδιο νόμισμα. Το επίπεδο της προεκλογικής μάχης πέφτει όλο και πιο χαμηλά, με ξεκαρδιστικά αποτελέσματα...



Η κριτική

Αν υπάρχει μια εγγύηση για την εμπορική επιτυχία της κωμωδίας του Ρόουτς πέραν του επίκαιρου θέματός της, δεν είναι άλλη απ' τους δύο πρωταγωνιστές, οι οποίοι έχουν θεωρητικά το βάρος να σώσουν μια οποιαδήποτε μέτρια ταινία, αλλά και να τραβήξουν το ενδιαφέρον του κοινού επάνω της. Παρ' ότι σε πρόσφατες περιπτώσεις, κατά μόνας, έχουν αποτύχει, μαζί τα καταφέρνουν μια χαρά. Είτε με τις αυτοσχεδιαστικές τους ικανότητες είτε αντλώντας από παλιότερους χαρακτήρες που οι ίδιοι έχουν πλάσει είτε εκτελώντας στην εντέλεια και με άψογο κωμικό τάιμινγκ τα γκαγκς που σκαρφίστηκαν οι σεναριογράφοι, οι δυο κωμικοί σώζουν την παρτίδα και ανεβάζουν το φιλμ ένα επίπεδο πάνω απ' αυτό που θα του άξιζε.

Χωρίς τους σταρ του βέβαια, το “The Campaign” είναι μια τεράστια φάρσα που θα μπορούσε να λέγεται “Ο Χάρολντ και ο Κούμαρ πάνε Γερουσία”, μία υπέροχη εναλλαγή επιδείξεων ακραίας βλακείας, ανισορροπίας και αμετροέπειας που, δυστυχώς, ομοιάζει πιο πολύ απ' το ανεκτό σε καταγεγραμμένες συμπεριφορές των πολιτικών υποψηφίων σε όλο το φάσμα του Δυτικού κόσμου. Οι σεναριογράφοι σπάνε πλάκα και ο Ρόουτς κάνει τη συρραφή των στιγμιοτύπων με μαεστρία και σωστό ρυθμό, χωρίς να αφήνει περιθώρια για κοιλιές μεταξύ των υπέροχων κορυφώσεων της καφρίλας και των μεταπτώσεων των δύο ηρώων κατά την αναπόφευκτη συνειδητοποίηση της οικειοθελούς μαριονετοποίησής τους.

Όμως η τελευταία πράξη, βγαλμένη απ' τον παγκόσμιο οδηγό της πολιτικής ορθότητας και των θετικών μηνυμάτων, μοιάζει εντελώς ασυνεπής με την, μέχρι εκείνη τη στιγμή, φρενήρη κάθοδο προς νέους, ανεξερεύνητους πάτους της ανθρώπινης ανταγωνιστικότητας και αφήνει μια γεύση ουδέτερη, αυτό που θα λέγαμε “ξενέρωμα”. Στα αρνητικά της πληθωρικής, σωτήριας παρουσίας των δύο σταρ, η πλήρης επισκίαση των υπολοίπων, καθώς οι δημιουργοί πετούν το κωμικό ταλέντο του Τζέισον Σουντέικις στα σκουπίδια, δίνοντάς του ένα ρόλο... σχεδόν σοβαρό (;!). Ίσως να σώζεται κάπως ο Ντίλαν Μακντέρμοτ ως μισθοφόρος ίματζ-μέικερ, ενώ οι βετεράνοι Τζον Λίθγκοου, Νταν Άκροϊντ και Μπράιαν Κοξ μοιάζουν ντροπιαστικά πολύ με κομπάρσους.

Το “The Campaign” είναι μια αστεία κωμωδία, για ένα μέρος του κοινού τουλάχιστον, αλλά και μια ανισοβαρής ταινία που ξεφουσκώνει άδοξα λίγο πριν απ' το χλιαρό τέλος της.

Βγαίνουν ακόμη:

Το σίκουελ δράσης “Taken 2”, η ταινία τρόμου “V/H/S”, η νέα ελληνοκεντρική υπερπαραγωγή του Γιάνη Σμαραγδή “Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι”, η αργοπορημένη ταινία του Ασγκάρ Φαράντι “Fireworks Wednesday (2006)” και, σε επανέκδοση -για κάποιο λόγο...- ο “Στρατηγός (1926)” του Μπάστερ Κίτον.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v