The Assasination of Jesse James: Εναλλακτικό γουέστερν που... σκοτώνει

Η θρυλική περσόνα του Τζέσε Τζέιμς. Οι δύο κορυφαίες ερμηνείες της χρονιάς. Η εκπληκτική φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς. Η ατμοσφαιρική μουσική των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις. Όλα συστατικά στοιχεία μιας από τις καλύτερες φετινές ταινίες.
The Assasination of Jesse James: Εναλλακτικό γουέστερν που... σκοτώνει
του Λουκά Τσουκνίδα

Η Ιστορία είναι γεμάτη από αμφιλεγόμενους και θολούς μύθους όπως εκείνος του διαβόητου ληστή και πιστολά Τζέσε Τζέιμς. Στην εποχή του είχε γίνει κάτι σαν ποπ-σταρ, ένας Σάκης με εξάσφαιρα και φονικό ένστικτο, με σελέμπριτι στάτους χτισμένο περίτεχνα από τους ειδικούς του είδους, δημοσιογράφους και συγγραφείς “βίπερ”. Αναπόφευκτα λοιπόν είχε τη δική του φαν-μπέις, μια δεξαμενή οπαδών, από ξαναμμένους επίδοξους πιστολάδες μέχρι νοσταλγούς του εμφυλίου και του νότιου ανταρτοπόλεμου (ο Τζέσε φέρεται να πολέμησε δίπλα σε κάποιους από τους αιμοσταγείς καπεταναίους που αρνούνταν την ήττα και με επιστολές του στον τύπο υποστήριξε την περσόνα του εκδικητή).

Μετά από μια ταραχώδη καριέρα ο Τζέσε Τζέιμς αποσύρθηκε προσωρινά στο σπίτι όπου έμεναν η γυναίκα και τα παιδιά του, ως Τόμας Χάουαρντ. Ήταν 34 χρονών, ήταν παρανοϊκός με τους παλιούς του συντρόφους και φοβόταν ότι κινδύνευε από κάθε κατεύθυνση. Στην τελευταία του προσπάθεια να επιστρέψει στην παρανομία διάλεξε να έχει μαζί του τον τελευταίο έμπιστο σύντροφό του, τον Τσάρλι Φορντ, και τον μικρό αδελφό του Ρόμπερτ. Ο τελευταίος ήταν μόλις 19 χρονών και αμετανόητος γκρούπι του διάσημου παράνομου. Είχε σχεδόν παθολογική εμμονή μ' αυτόν, διάβαζε όλες τις φτηνές νουβέλες και μάζευε αποκόμματα εφημερίδων. “Θέλεις να γίνεις σαν εμένα ή θέλεις να γίνεις... εγώ;” τον ρωτά ο Τζέσε του φιλμ, όταν αντιλαμβάνεται πως έχει να κάνει με κάποιον πολύ ιδιότυπο οπαδό του.

       [Το trailer της ταινίας]


Ο τίτλος της δεύτερης ταινίας του Άντριου Ντόμινικ δεν αφήνει κανένα περιθώριο για σασπένς ή τη δράση ενός κλασικού γουέστερν
. “Η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ” εξιστορεί αρχικά το πώς φτάνουμε στο σπιτικό του Τζέσε από την πρώτη εμφάνιση του νεαρού “Μπομπ” ενώπιον του ινδάλματός του στη φερόμενη ως τελευταία ληστεία της συμμορίας των αδερφών Τζέιμς. Ο Ντόμινικ (που έγραψε και το σενάριο βασιζόμενος στο βιβλίο του Ρον Χάνσεν) χτίζει σιγά σιγά το προφίλ του Μπομπ Φορντ και ξεδιπλώνει το μέγεθος της μυθικής φιγούρας του Τζέσε Τζέιμς πατώντας όμως και πάνω στις δύο καλύτερες “συνδυασμένες” ερμηνείες της χρονιάς.

Ο Κέισι Άφλεκ κάνει ένα τεράστιο άλμα στην καριέρα του για να ενσαρκώσει τον διαταραγμένο πιτσιρικά που παρατηρεί με ηδονοβλεπτική λαγνεία το είδωλό του να απομυθοποιείται μέχρι που αποφασίζει να τον τιμωρήσει γι' αυτό. Ο Μπραντ Πιτ κάνει ακόμα μια άριστη επιλογή και δίνει βάθος στον γοητευτικό αλλά σκοτεινό χαρακτήρα του Τζέιμς, του ανθρώπου που βλέπει τον μύθο του να τον κυνηγά και να τον ξεπερνά, ώστε δεν μπορεί πια να γίνει κάποιος άλλος. Δίπλα τους, ένας εξαιρετικός Σαμ Ρόκγουελ στο ρόλο του Τσάρλι, του απλοϊκού και πιστού συντρόφου που μπλέκεται στον ιστό των διαπροσωπικών σχέσεων και το πληρώνει.

Στο σπιτικό των Τζέιμς στήνεται η ατμόσφαιρα και το σκηνικό του φόνου που κάνει τον Μπομπ βασιλιά στη θέση του βασιλιά. Ο Τζέσε όμως είναι πια σα να το επικροτεί και να το ενθαρρύνει. Αμέσως μετά έρχεται ο μακρύς επίλογος της ταινίας, η τραγική μοίρα του Φορντ που είπε κάποτε στον πρεσβύτερο απ' τους Τζέιμς, τον Φρανκ, αναζητώντας την επιδοκιμασία του: “έχω την όρεξη για μεγαλύτερα πράγματα”.

Η φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς είναι εκπληκτική και η μουσική των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις συμπληρώνει άριστα στην ατμόσφαιρα της θρυλικής αυτής εποχής των παρανόμων. Τα κάδρα του Ντίκινς είναι συχνά θολά γύρω από το κεντρικό σημείο προσοχής (ίσως όπως και οι μύθοι) ενώ ο Κέιβ κάνει και μια εμφάνιση ως πλανόδιος μουσικός, τραγουδώντας την μπαλάντα του Τζέσε Τζέιμς σ' ένα σαλούν. Ο Ντόμινικ ρισκάρει πολύ με τη διάρκεια της ταινίας του (160'), ειδικά όταν η έννοια της δράσης είναι σχεδόν απούσα, αλλά δικαιώνεται στο φινάλε, αφού δε μπορείς παρά να νοιαστείς για το τι θα συμβεί στον δειλό Μπομπ Φορντ.

Μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, δυο ερμηνείες που σε απορροφούν κι ένας από τους πιο πολλά υποσχόμενους νέους σκηνοθέτες.

Βγαίνουν ακόμα: 

- Το “Charlie Wilson's War” του Μάικ Νίκολς, με τους Τομ Χανκς και Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν. Διασκεδαστική ταινία αλλά αδικαιολόγητα ελαφριά απεικόνιση των γεγονότων του Αφγανιστάν πριν από 20 χρόνια, που στοιχειώνουν τις εξελίξεις μέχρι και σήμερα. Ο Χόφμαν γίνεται σχεδόν “συμπαθές κάθαρμα” στο ρόλο του διαβόητου για το ρόλο του στη χούντα ελληνοαμερικάνου πράκτορα Γκαστ Αβρακότος. Η ιστορία αυτή απαιτούσε μεγαλύτερη σοβαρότητα έχω την εντύπωση. 
- Η λυρική “Αποξένωση” του Αντρέι Σβιάνγκιτσεφ, η μη-ρομαντική μη-κομεντί “PS I Love You” με τους Τζέραρντ Μπάτλερ και Χίλαρι Σουάνκ να προσπαθούν αλλά δίχως ίχνος γοητείας, η νέα ταινία του μυθικού πλέον κομπογιαννίτη Ούβε Μπολ “In the Name of the King: A Dungeon Siege Tale” και η επιστροφή της μεγαλύτερης μονομαχίας από την εποχή του “Γκοτζίλα εναντίον Μηχανογκοτζίλα”, το “Alien vs. Predator: Requiem”.
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v