Ωριμότερη, δυνατότερη και απολαυστικότερη. Το Bourne Ultimatum αποτελεί το καλύτερο κλείσιμο για την συναρπαστική τριλογία του Πολ Γκρίνγκρας.
Παλαιότερο των 360 ημερών
του Λουκά Τσουκνίδα
Ξεκινώντας να μιλώ για το κλείσιμο μιας από τις καλύτερες κινηματογραφικές τριλογίες όλων των εποχών θα προσυπογράψω τη φράση του Variety: «Αν κάποιος μπορούσε να εμφιαλώσει το συστατικό που κάνει αυτή την ταινία συναρπαστική, θα ήταν πιθανότατα παράνομο.»
Ο Πολ Γκρίνγκρας πήρε τη σκυτάλη στο δεύτερο μέρος απ’ τον Νταγκ Λίμαν, ερχόμενος με τη φόρα του «Bloody Sunday» και απογείωσε τις προσδοκίες. Έκανε τη δράση καταιγιστική, δραματική και ενίοτε ακαταλαβίστικη με τα ιλιγγιώδη κινούμενα πλάνα του, δίνοντας το στίγμα του και δηλώνοντας παρόν στον εμπορικό κινηματογράφο. Ύστερα ήρθε το «United 93» όπου ο σκηνοθέτης έθεσε το στιλ του στην υπηρεσία του ανθρώπινου, ρεαλιστικού σινεμά κερδίζοντας τελικά τις εντυπώσεις, παρά τη γκρίνια κάτι τύπων σαν κι εμένα για μη-ρεαλιστική τελικά ουδετερότητα.
Στο «The Bourne Ultimatum», το τελεσίγραφο δηλαδή προς τ’ αφεντικά της CIA, του πρώην πράκτορα που ψάχνει απεγνωσμένα τις ρίζες του, ο Γκρίνγκρας επιστρέφει ακόμα πιο ώριμος. Χρησιμοποιεί με οικονομία και σύνεση την αγαπημένη του κουνημένη κάμερα και στήνει σκηνές δράσης, τη μία καλύτερη απ’ την άλλη, χορογραφώντας την αγωνία σε πολυπληθείς χώρους ή κλειστοφοβικά αστικά περιβάλλοντα. Έχει στα χέρια του βέβαια μια ιστορία, που επιτέλους καταλήγει κάπου χωρίς ν’ αφήνει παράθυρα για συνέχειες που δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Το σενάριο είναι όπως και στα προηγούμενα καλομελετημένο, δε θυσιάζει τη συνέχεια στο βωμό του εντυπωσιασμού και δεν προκαλεί το θεατή που περιμένει τις απιθανότητες στη γωνία.
Αυτή τη φορά, ο Τζέισον Μπουρν μαθαίνει για κάποιον άγγλο δημοσιογράφο που έχει πληροφορίες για το πρόγραμμα του οποίου παράγωγο ήταν και ο ίδιος. Τον συναντά σ’ έναν σταθμό τρένων όπου τον καθοδηγεί μέσω κινητού για ν’ αποφύγει τον πράκτορα που έχει στο κατόπι του, ενώ την ίδια ώρα ο Μπουρν παρακολουθεί εκείνον. Η δεξιοτεχνία του Γκρίνγκρας φαίνεται πλήρως σ’ αυτή την αγωνιώδη σκηνή κυνηγητού που ανοίγει την όρεξη για την υπόλοιπη ταινία, τη σπουδαία μονομαχία στη δαιδαλώδη Ταγγέρη και την κομπίνα του Μπουρν στα κεφάλια των μυστικών υπηρεσιών.