Η Επιδημία: Τα παιδιά ενός… μετριότερου θεού

Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος στήνει μια υπερβολική αλλά απολαυστική αλληγορική παρωδία για την νεοελληνική πραγματικότητα και μας ακολουθεί τις ιστορίες της Μετριότητας και της ψεύτικης κουλτούρας, φέρνοντας νέο αέρα στον χώρο του «κωμικού» βιβλίου.
Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος χρησιμοποιεί –είναι πλέον απόλυτα σαφές την αρχαιότητα ως μήτρα ιδεών και ως ιστορικό, φιλοσοφικό, αλληγορικό κ.ο.κ. πλαίσιο μέσα στο οποίο υφαίνει τις ιστορίες του. Οι τελευταίες, ενώ αναφέρονται στην αρχαιότητα, συχνά αντικατοπτρίζουν το σημερινό κοινωνικό status και αντανακλούν τις παθογένειες του σήμερα ή αναζητούν τις ρίζες σύγχρονων τάσεων.

Στο ίδιο μήκος κύματος, το τελευταίο του έργο βασίζεται σε μια κοινωνική παρατήρηση, την οποία στηρίζει με τη σειρά της στο μυθολογικό πηγάδι που μπορεί και αρδεύει κάθε σκέψη του δημιουργού. Μια επιδημία ποιητικότητας και μαζικής συγγραφικής μανίας έχει καταλάβει τη σύγχρονη Ελλάδα, μανία που μετατρέπει τους Έλληνες σε ποιητές και την ποίηση σε ύψιστο πολιτισμικό προϊόν που προβάλλεται στους τηλεοπτικούς σταθμούς και ανάγει τους θεράποντές της σε πρότυπα σκέψης και φιλοσοφικού στοχασμού.

Ως εδώ όλα καλά. Ο αναγνώστης όμως ξέρει εξ αρχής ότι όλα αυτά οφείλονται στον επανακάμψαντα θεό –τρίτης διαλογής σε σχέση με το Δωδεκάθεο- της Μετριότητας, ανώνυμο και ακατανόμαστο μαζί, ο οποίος, αφού εξορίστηκε από τους συναδέλφους του, επέστρεψε μετά δυόμιση χιλιετίες για να πραγματοποιήσει τα οράματά του, τον οδικό άξονα Ισθμού – Σπάρτης και το μεγάλο του έπος.

Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για μια ευτράπελη αλληγορία, η οποία αναγορεύει τη Μετριότητα σε οδηγό της πολιτιστικής μας ζωής και τη μέτρια ποίηση σε καθρεφτάκι για τους ιθαγενείς που θαμπώνονται από τις αρλούμπες και μαγεύονται από τα βαθυστόχαστα, αλλά βέβαια κενά νοήματος, προϊόντα της. Ο ερωτύλος θεός είναι μεγαλομανής, ανίκανος, γεμάτος υποσχέσεις ενώ δεν μπορεί να υλοποιήσει καμία, πομπώδης και μεγαλόστομος σαν τον Ηγεμόνα Δυτικής Λιβύης του Κωνσταντίνου Καβάφη αλλά κατ’ ουσίαν κούφιος, ρητορικός - αν και κενολόγος, σοβαροφανής - αν και ρηχός και κούφος.

Γι’ αυτό ενσαρκώνει κάλλιστα το πρότυπο της νεοελληνικής πολιτισμικής ζωής, που αρέσκεται σε μεγάλα λόγια και σε πράξεις βιτρίνας, ενώ στην ουσία βυθίζεται στη μετριότητα, στην ανεπάρκεια και στην αδυναμία της να χτίσει μία αξιόλογη βάση και να ανοίξει έναν καινοτόμο δρόμο.

Στην ιστορία μπαίνει ένας μεγαλόστομος ποιητής και ένας φιλόδοξος επιχειρηματίας που θέλει να γίνει ποιητής. Η μανία με την ποίηση καλά κρατεί και θεριεύει… Ο Θεοδωρόπουλος τραβά την ιδέα του στην υπερβολή, εν μέρει μέσα στο πνεύμα της παρωδίας, της οποίας τα μέρη θέλει πολύ έντονα για να την κάνει κατανοητή, εν μέρει από έλλειψη μέτρου. Η αλληγορία φαίνεται ολοκληρωμένη αλλά οι λεπτομέρειες δεν στέκονται στο ύψος της πρωταρχικής ιδέας.

Γενικότερα, θα ήθελα να θίξω ένα ευρύτερο θέμα εξ αφορμής του βιβλίου του Θεοδωρόπουλου. Συνήθως (αν και δεν το έχω ψάξει με στοιχεία) τα έργα που έχουν χιουμοριστικό ή κωμικό περιεχόμενο δεν ξεχωρίζουν από την κριτική, δεν βραβεύονται, μπορεί να κρίνονται κατά καιρούς θετικά, αλλά, όταν έλθει η ώρα να διακριθούν, δεν εντάσσονται ούτε λόγου χάρη στις μικρές λίστες βραβείων. Είναι το επίπεδό τους χαμηλό, χαμηλότερο τουλάχιστον από τα “σοβαρά” κείμενα; Ή υπάρχει μια εγγενής προκατάληψη για τέτοια έργα, που τα κρατά σε απόσταση από τις υψηλές θέσεις καταξίωσης; Βλέπω δηλαδή μια συγκράτηση στην αξιολόγησή τους με υψηλές διακρίσεις, σαν να φοβούνται οι υπεύθυνοι μήπως τους χαρακτηρίσουν ελαφρούς και ρηχούς, αν τα επιβραβεύσουν (το ίδιο βλέπω και στα Oscar, όπου σχεδόν ποτέ δεν παίρνει βραβείο κωμικός ρόλος). Από την άλλη, μήπως όντως δεν έχουμε παράδοση σε κωμικά μυθιστορήματα που θα μπορούσαν να κερδίσουν κοινό και κριτικούς;

Ο Θεοδωρόπουλος είναι, απ’ όσο τον παρακολουθώ στα Νέα και καμιά φορά στην τηλεόραση, ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, που ξέρει να παρατηρεί, να συνδέει παρόν και αρχαιοελληνικό παρελθόν με εύστοχες συνάψεις, να γράφει κείμενα με ενδιαφέρον και με μεστό προβληματισμό. Respect.

Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος

Τάκης Θεοδωρόπουλος, “Η επιδημία”, εκδόσεις Πατάκη 2011, σελίδες 160, τιμή 9,45€
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v