Τα παιδιά του Κάιν: Το τέλος της μεταπολιτευτικής αθωότητας

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος υπογράφει ένα επίκαιρο, εύστοχο, αλλά «θολό» μυθιστόρημα, όπου τον πρώτο λόγο έχει η γενιά της μεταπολίτευσης και η παράδοξη πορεία της συνείδησής της, μέσα από τα «κινηματογραφικά» τεχνάσματα του συγγραφέα.
Τα παιδιά του Κάιν: Το τέλος της μεταπολιτευτικής αθωότητας
Ο Παναγιωτόπουλος μοιράζει τα συγγραφικά του ενδιαφέροντα μεταξύ κινηματογράφου και πεζογραφίας. Και με τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματά του άφησε το λογοτεχνικό του στίγμα, αφού τόσο “Το γονίδιο της αμφιβολίας” (1999) όσο και η “Αγιογραφία” (2003) είναι έργα που έδειξαν ποιότητα σκέψης, πρωτοτυπία, ικανό χειρισμό γλώσσας, σχέδιο στη γραφή, ομαλότητα στην εξέλιξη της υπόθεσης και γενικά άρτιο αποτέλεσμα που δεν μένει στα τετριμμένα αλλά καινοτομεί χωρίς ακροβατισμούς και άλλα εφέ.

Περίμενα λοιπόν πώς και πώς το νέο του έργο, προσδοκώντας μια νέα ιδέα (αφού τα άλλα δύο κινούνταν σε τελείως διαφορετικό άξονα). Προσδοκώντας να στοχεύσει σε ένα θέμα αιχμής το οποίο θα κυλούσε με την αφηγηματική και θεματική ευστοχία στην οποία με είχε συνηθίσει.

“Τα παιδιά του Κάιν” τραμπαλίζονται ανάμεσα στο 1979 και στο σήμερα, ανάμεσα σε μια εποχή νεανικών αναζητήσεων, όταν μια χούφτα εφήβων καταφεύγει στην παραλία Μύλος σε ένα νησί της Ελλάδας, και σε μια εποχή ωριμότητας και απαιτήσεων, όταν οι άλλοτε έφηβοι και νυν πενηντάρηδες επιστρέφουν στο χωριό Καινούργιο, όπου τυχαίνει να διοργανώνεται κι ένα σεμινάριο κινηματογράφου.

Το πηγαινέλα της ιστορίας δείχνει τις δύο περιόδους, αποκαλύπτει στοιχεία για κάθε πρόσωπο συνεπικουρούμενο από βιογραφικές αναδρομές, σπέρνει συχνές αναφορές στον κινηματογράφο και στις τεχνικές του, συντάσσει τον χάρτη της παρέας και τις μεταξύ των μελών της σχέσεις. Παράλληλα, μέσα στις πολλές φυγόκεντρες ιστορίες του, ο συγγραφέας δίνει την ιστορία του ονόματος του χωριού, από το οποίο με τραγελαφικές συντμήσεις προέκυψε το όνομα Κάιν, αλλά και τις επαρχιακές ζωές ορισμένων κατοίκων του, που πλαισιώνουν τον πυρήνα των χαρακτήρων με τις λαϊκές τους περιπέτειες.

Στη σελίδα 135 ο πρωτεργάτης της εκδήλωσης Πέτρος πηγαίνει στο Καινούργιο τη σύντροφό του και εκεί αποκαλύπτεται για πρώτη φορά με σαφήνεια το χάσμα μεταξύ των αναμνήσεων του Πέτρου και της τωρινής κατάστασης, μεταξύ ενός γραφικού χωριού με ηθογραφική απλότητα και της εκ των έξω μαρτυρίας για τους αγροίκους και αδιάφορους έως ενοχλητικούς κατοίκους, μεταξύ της αθώας ζωής σε μια ημιαστική Ελλάδα και στη σημερινές απαιτήσεις για σικ νησιά και χλιδάτο περιβάλλον.

Ένας θάνατος ενός από τους χαρακτήρες, ή καλύτερα η πτώση του στον γκρεμό χωρίς να έχει βρεθεί το πτώμα, και οι αναζητήσεις της αστυνομίας ξαναπροσελκύουν το ενδιαφέρον, όχι ως δόλωμα αστυνομικής πλοκής, αλλά ως δίοδος για να ξαναγυρίσουμε στα γεγονότα του 1979 και να διερευνήσουμε πώς αυτά καθόρισαν τις σχέσεις της παρέας και εξακολουθούν υπόγεια να προκαλούν σπινθήρες στο σήμερα.

Ποιος ο ρόλος της εκπάγλου καλλονής Αντιγόνης; Ποιος είναι ο Χρήστος και τι ρόλο έπαιξε στην αναδιάταξη των πέντε; Ποια η σχέση του Πέτρου με το νησί του Ιονίου όλο αυτό το διάστημα κατά το οποίο οι υπόλοιποι δεν είχαν διατηρήσει επαφές μαζί του; Πιο σημαντικό είναι να καταλάβουμε πόσο αλλοιώθηκαν οι συνειδήσεις τους και πώς ο ιδεαλισμός και η αθωότητα της μεταπολιτευτικής νιότης έδωσαν τη θέση τους στην ιδιοτέλεια και τον αριβισμό της ώριμης ηλικίας.

Οι αντιρρήσεις

Υπάρχουν όμως μερικές σοβαρές επιφυλάξεις που, όσο κι αν δεν τις βλέπουν οι επαγγελματίες του χώρου (θαμπωμένοι από το θέμα;) αδυνατίζουν την όλη προσπάθεια.

Καταρχάς, η χαλαρή πλοκή με πολλές φυγόκεντρες αφηγήσεις που ξεχειλώνουν το αποτέλεσμα δείχνει ότι θα μπορούσε να είναι διαφορετικά τα πράγματα, αν ο συγγραφέας επέλεγε να ελαφρώσει το έργο από ποικίλα στολίδια και παρακάμψεις. Τα πολλά συσσωρευμένα δεδομένα που απλώνονται γύρω-γύρω και βαραίνουν την αφήγηση χωρίς να τη δένουν σφιχτά λειτουργούν αποπροσανατολιστικά και αραιώνουν τον εύγεστο ζωμό της βασικής ιδέας. Στο ίδιο πλαίσιο ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με πολύ telling και λιγότερο showing, με άξονες θεωρίας για τις συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα του 21ου αιώνα και λιγότερο με τα συμπεράσματα μέσα από τα ίδια τα γεγονότα και τις πράξεις/αντιδράσεις των προσώπων.

Ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου σε κριτική του στο Βήμα (16/10/2011) παρατηρεί σε ένα σημείο ότι “Το μυθιστόρημα του Παναγιωτόπουλου αποτελεί µια πυκνή ανατοµία της κρίσης χωρίς να την κατονομάζει ούτε µία φορά”, ενώ πιο κάτω παραδέχεται ότι «Στα Παιδιά του Κάιν» ο συγγραφέας στήνει μια φαινομενικά χαλαρή αφήγηση, με πολυπρόσωπους διαλόγους και έντονη προφορικότητα, αλλά πίσω από τις κουίντες οργανώνει ένα περίπλοκο λογοτεχνικό παιχνίδι” [η υπογράμμιση δική μου]. Αυτή η αντίφαση, που ίσως εξηγείται από το επίρρημα «φαινομενικά», δείχνει ότι η «πυκνή ανατομία» δεν είναι πυκνή, αφού η «χαλαρή αφήγηση» κάνει το δυνατό κρασί νερωμένο και εν μέρει άγευστο.

Αντίθετα, η Ελισάβετ Κοτζιά (4/12/2011) βλέπει δυνατότητες που καταπλακώνονται όμως από μια χαλαρή πειθαρχία στην προσπάθεια του συγγραφέα να ισορροπήσει ανάμεσα στο κοινό και στο υψηλό.

Ο blogger Πατριάρχης Φώτιος

Νίκος Παναγιωτόπουλος, “Τα παιδιά του Κάιν”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2011
Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v