Γιατί μας ενώνει ο θρήνος των αγαπημένων μας καλλιτεχνών
Ο χαμός του Γιώργου Μαζωνάκη ήρθε να μας θυμίσει για άλλη μια φορά ότι οι σπουδαίοι καλλιτέχνες εκτός από το έργο τους αφήνουν πίσω τους κι ένα ετερόκλητο φανατικό κοινό θρηνούντων.
Ο χαμός του Γιώργου Μαζωνάκη ήρθε να μας θυμίσει για άλλη μια φορά ότι οι σπουδαίοι καλλιτέχνες εκτός από το έργο τους αφήνουν πίσω τους κι ένα ετερόκλητο φανατικό κοινό θρηνούντων.
Ο πρόωρος και αδόκητος χαμός του Γιώργου Μαζωνάκη έφερε αμέτρητους ανθρώπους να τον θρηνούν είτε διαδικτυακά μέσα από βαθιά συναισθηματικές αναρτήσεις στα social media, είτε στον τόπο που γεννήθηκε στη Νίκαια, συμμετέχοντας στην αγρυπνία που οργάνωσε η οικογένειά του κι ακολουθώντας μια πομπή χιλιομέτρων στην κηδεία του.
Αν παρατηρούσες τους ανθρώπους που συναποτελούσαν τον άτυπο «χορό» των θρηνούντων θα συναντούσες ένα βαθιά ετερόκλητο κοινό (σε μουσικές, πολιτικές προτιμήσεις και κοινωνικά ιδεώδη) το οποίο ενώθηκε χάρη σε μια σπαρακτική αφορμή κι ακούμπησε φιλικά τον ώμο του/ης διπλανού/ης του.
Κάπου εδώ λοιπόν γεννάται η ερώτηση γιατί μας ενώνει ο θρήνος των αγαπημένων μας καλλιτεχνών σε μια περίοδο που όλοι πλακώνονται δια ασήμαντον αφορμή στα social media.
Για ποιους λόγους λοιπόν ένα απρόσμενο κύμα συλλογικής θλίψης κατακλύζει το διαδίκτυο, τα μέσα ενημέρωσης και τις συζητήσεις μας; Γιατί επίσης να βιώνουμε τόσο έντονα συναισθήματα για κάποιον «ξένο»; Η επιστήμη της ψυχολογίας και της νευροβιολογίας απαντά πως όχι μόνο είναι απόλυτα φυσιολογικό, αλλά αποτελεί εκδήλωση μιας βαθιάς ανθρώπινης ιδιότητας που μας ενώνει σε συλλογικό επίπεδο.
Στην ψυχολογία, ο δεσμός που αναπτύσσεις με δημόσια πρόσωπα ονομάζεται παρακοινωνική σχέση (parasocial relationship). Πρόκειται για μια μονόδρομη αλλά συναισθηματικά αυθεντική σύνδεση. Ένας μουσικός, ένας ηθοποιός ή ένας συγγραφέας γίνεται μέρος της καθημερινότητάς σου μέσα από το έργο του. Ταυτίζεσαι μαζί του και συνδέεις ορόσημα, έρωτες, χωρισμούς, ταξίδια με όσα εκείνος/η έχει δημιουργήσει.
Η επιστημονική έρευνα πάνω στον παρακοινωνικό θρήνο δείχνει ότι ο εγκέφαλός σου δεν διαχωρίζει εύκολα τις σχέσεις της πραγματικής ζωής από τις παρακοινωνικές, καθώς τα ίδια συναισθηματικά κυκλώματα ενεργοποιούνται και στις δύο περιπτώσεις.
Μελέτες των Baker και Cohen (2023) στο πεδίο της επικοινωνίας και της ψυχολογίας αποδεικνύουν ότι η ένταση του θρήνου μετά την απώλεια μιας διασημότητας καθορίζεται από το επίπεδο της συναισθηματικής εγγύτητας που νιώθει το άτομο και μπορεί να φτάσει σε παρόμοια επίπεδα εντάσεως με την απώλεια ενός προσώπου από το κοινωνικό του περιβάλλον.
Οι καλλιτέχνες τις περισσότερες φορές λειτουργούν ως δοχεία αναμνήσεων, συμβόλων και προσωπικών βιωμάτων για τους φαν.
Σύμφωνα με ευρήματα για τη νευροβιολογία των παρακοινωνιακών δεσμών, η σκέψη και η αλληλεπίδραση με αγαπημένες δημόσιες προσωπικότητες ενεργοποιούν περιοχές του εγκεφάλου όπως ο μέσος προμετωπιαίος φλοιός, ενώ παράλληλα πυροδοτούν την έκκριση οκυτοκίνης — της ορμόνης που ευθύνεται για το συναίσθημα της οικειότητας και της εμπιστοσύνης.
Όταν λοιπόν ο καλλιτέχνης πεθαίνει, δεν θρηνείς μόνο τον ίδιο τον άνθρωπο. Θρηνείς το κομμάτι του εαυτού σου που ήταν συνδεδεμένο μαζί του, την εποχή που εκπροσωπούσε και την αίσθηση ασφάλειας που σου προσέφερε η παρουσία του.
Ο θρήνος για έναν καλλιτέχνη διαφέρει από τον ιδιωτικό πένθος επειδή συμβαίνει ταυτόχρονα με εκατομμύρια άλλους ανθρώπους. Αυτή η κοινή εμπειρία δημιουργεί ένα φαινόμενο συλλογικής αλληλεγγύης.
Ευρήματα από έρευνες για τις ψυχολογικές επιπτώσεις των παρακοινωνικών σχέσεων δείχνουν ότι η απώλεια μιας δημόσιας προσωπικότητας επηρεάζει σημαντικά τη συναισθηματική κατάσταση των θαυμαστών, με ένα 9% των ατόμων να δηλώνει μακροχρόνια συναισθηματική επιβάρυνση.
Παράλληλα όμως, η κοινή έκφραση της θλίψης μέσα από αφιερώματα, συναυλίες μνήμης ή αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργεί θεραπευτικά. Μέσα από τον συλλογικό θρήνο διαπιστώνεις ότι όχι μόνο είσαι μόνος, αλλά ακόμη μοιράζεσαι τις ίδιες ευαισθησίες και τις ίδιες αναμνήσεις με ανθρώπους που δεν γνωρίζεις καν.
Ο θάνατος ενός καλλιτέχνη μας υπενθυμίζει τη θνητότητα, αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει την αθάνατη φύση της τέχνης.
Η τέχνη λειτουργεί ως η συνδετική ουσία της κοινωνίας, και όταν ο δημιουργός φεύγει, η απώλειά του γίνεται η αφορμή για να θυμηθούμε πόσο βαθιά συνδεδεμένοι είμαστε όλοι μεταξύ μας. Κάθε φορά που πεθαίνει ένας αγαπημένος καλλιτέχνης, βιώνουμε τον προσωρινό θάνατο των αναμνήσεων που είχαμε όλοι μας μαζί τους.
Για να τον ξεπεράσουμε και να συμφιλιωθούμε με αυτόν χρειάζεται να θρηνήσουμε με τα υπόλοιπα μέλη μιας πολύ μεγαλύτερης οικογένειας που είχαν παρόμοιες αναμνήσεις και αντιλαμβάνονται το μέγεθος της απώλειας που βιώνουμε. Για αυτό είναι πολύ πιθανό να βρεθείς να κλαις πλάι σε έναν άνθρωπο με τον οποίο θα ήταν αδύνατο να συνυπάρξετε υπό άλλες συνθήκες.