5 ελληνικές ταινίες που γέρασαν καλά

Από Της Κακομοίρας μέχρι τη Θεία από το Σικάγο και τον Ηλία του 16ου ξαναβλέπουμε αγαπημένες ελληνικές ταινίες που ευτυχώς γέρασαν καλά.

5 ελληνικές ταινίες που γέρασαν καλά

Πολλά μας έχουν αποκαλέσει όμως άδικοι και κομπλεξικοί δεν υπήρξαμε ποτέ, για αυτό τον λόγο λίγες μέρες μετά από το άρθρο μας με 5 ελληνικές ταινίες που δεν γέρασαν καλά, επανερχόμαστε με 5 άλλες κλασικές ελληνικές ταινίες που δεν έχουμε βαρεθεί στιγμή να βλέπουμε καθώς το καλλιτεχνικό γήρας τους φέρθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Η Θεία απ' το Σικάγο (1957)

Μια από τις πιο δροσερές και καλοκουρδισμένες κωμωδίες του Αλέκου Σακελλάριου. Η σύγκρουση ανάμεσα στον αυστηρό, συντηρητικό απόμαχο αξιωματικό (Ορέστης Μακρής) και τη χειραφετημένη, μοντέρνα αδελφή του από την Αμερική (Γεωργία Βασιλειάδου) αποτυπώνει με ανάλαφρο τρόπο το σοκ του εκσυγχρονισμού της ελληνικής κοινωνίας στα τέλη της δεκαετίας του '50. Η Βασιλειάδου, με το απαράμιλλο στυλ και την κωμική της ευφυΐα, σαρώνει την οθόνη, ενώ ο Μακρής προσφέρει το απαραίτητο αντίβαρο με την στιβαρή, αλλά βαθύτατα ανθρώπινη ερμηνεία του. Ο γρήγορος ρυθμός, οι ευρηματικές καταστάσεις όπως το περίφημο πέταγμα των γλαστρών και το έξυπνο μοντάζ κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι τέλους. Η ταινία παραμένει μια απολαυστική μελέτη πάνω στην αλλαγή των γενεών και των κοινωνικών ηθών.

Το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο (1966)

Ένα εντυπωσιακό ελληνικό δραματικό «γουέστερν» σε σκηνοθεσία Βασίλη Γεωργιάδη, το οποίο δικαίως έφτασε μέχρι την υποψηφιότητα για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Τοποθετημένο στη Θεσσαλία του 1907, το φιλμ πραγματεύεται τη σύγκρουση των τσιφλικάδων με τους κολίγους, αλλά και την αντιπαράθεση δύο αδελφών (Νίκος Κούρκουλος, Γιάννης Βόγλης) με διαφορετικές ιδεολογίες και διεκδικήσεις.

H σκηνοθεσία είναι επική, εκμεταλλευόμενη στο έπακρο το άγριο τοπίο των Μετεώρων και του Θεσσαλικού κάμπου. O Γεωργιάδης μας έδωσε μια ταινία υψηλών παραγωγικών προδιαγραφών που διατηρεί την κινηματογραφική της ισχύ και το ιστορικό της δράμα αναλλοίωτα στο χρόνο βρίσκοντας δικαίως μια θέση στη λίστα των σημαντικότερων ελληνικών φιλμ όλων των εποχών.

Ο Ηλίας του 16ου (1959)

Βασισμένο στο θεατρικό έργο των Σακελλάριου και Γιαννακόπουλου, το φιλμ αποτελεί υπόδειγμα κωμωδίας παρεξηγήσεων. Ο Κώστας Χατζηχρήστος, στο ρόλο ενός φτωχού βιοπαλαιστή που αναγκάζεται να υποδυθεί τον αστυνομικό για να βοηθήσει τον φίλο του, παραδίδει μια από τις πιο ισορροπημένες και ώριμες ερμηνείες της καριέρας του.

Η ταινία δομείται πάνω σε μια σειρά από αριστοτεχνικά κλιμακούμενες συμπτώσεις, με κορυφαία τη σκηνή της ανάκρισης στο σπίτι του κλεπταποδόχου. Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και ο Θανάσης Βέγγος στους δεύτερους ρόλους δίνουν ρεσιτάλ χαρίζοντάς μας επικές ατάκες.

Στέλλα (1955)

Το αριστούργημα του Μιχάλη Κακογιάννη, βασισμένο στο θεατρικό «Η Στέλλα με τα κόκκινα γαρύφαλλα» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, αποτελεί σταθμό του ελληνικού νεορεαλισμού. Η Μελίνα Μερκούρη, στον ρόλο μιας ασυμβίβαστης τραγουδίστριας που αρνείται να υποταχθεί στις κοινωνικές επιταγές και τον γάμο, ενσαρκώνει το απόλυτο σύμβολο γυναικείας ελευθερίας.

Η σκηνοθεσία του Κακογιάννη συνδυάζει την τραγικότητα της αρχαίας τραγωδίας με την ατμόσφαιρα του ρεμπέτικου, ενώ η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι ντύνει αριστουργηματικά το δράμα. Το αναπόφευκτο, αρχετυπικό πια κινηματογραφικά τραγικό φινάλε ανήκει στις σπουδαιότερες σεκάνς που έδωσε ποτέ το ελληνικό σινεμά.

Η ταινία χάρη στην απαράμιλλη κινηματογραφική αισθητική και την εκπληκτική φωτογραφία, στέκεται άνετα δίπλα στα μεγάλα ευρωπαϊκά κλασικά φιλμ των 50s.

Της Κακομοίρας (1963)

Ένα ασύλληπτο κι άκρως απολαυστικό one man show με τη σφραγίδα του μοναδικού ταλέντου του Κώστα Χατζηχρήστου. Υποδυόμενος τον Ζήκο, έναν επαρχιώτη μπακαλόγατο που προσπαθεί να επιβληθεί σε μια αθηναϊκή γειτονιά με το θράσος, την πολυλογιά και την εξυπνάδα του, ο Χατζηχρήστος μας χαρίζει απλόχερα ένα αξεπέραστο ρεσιτάλ αυτοσχεδιασμού.

Το σπαρταριστό σενάριο των αδελφών Γιαννακόπουλου, μαζί με την ερμηνευτική φαντασία του πρωταγωνιστή βάζουν την ταινία πολύ ψηλά στη λίστα με τις καλύτερες ελληνικές κωμωδίες όλων των εποχών. Κάθε ατάκα, από τους καυγάδες με τον θηριώδη Κίτσο (υπέροχος ο Νίκος Ρίζος σε έναν από τους πιο εμβληματικούς ρόλους της καριέρας του) μέχρι τις ερωτικές εξομολογήσεις, διατηρεί 60 χρόνια και βάλε μετά την πρώτη της προβολή ακέραιη τη φρεσκάδα της.

Η ταινία πέρα από ένα ζωντανό λαογραφικό ντοκουμέντο της παλιάς Αθήνας, καθώς αναπαριστά την εποχή που το μπακάλικο αποτελούσε τον πυρήνα της κοινωνικής ζωής, μνημονεύεται δικαίως μέχρι σήμερα για τον καταιγισμό των αστείων τα οποία ακόμη πρωταγωνιστούν σε reels και memes στα social media.

Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός (1961)

Υποδειγματική αστική κωμωδία παρεξηγήσεων, βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό του Τσιφόρου. Ο Βασίλης Αυλωνίτης (Κλέαρχος) υποδύεται έναν επιπόλαιο οικογενειάρχη που προσπαθεί να φλερτάρει κρυφά από την αυστηρή γυναίκα του (Γεωργία Βασιλειάδου), χρησιμοποιώντας ως προκάλυμμα τον ατυχή γαμπρό του (Νίκος Ρίζος).

Το πρωταγωνιστικό τρίδυμο διαθέτει μοναδική κωμική χημεία, με τις ατάκες να διαδέχονται η μία την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό. Η σκηνοθεσία εκμεταλλεύεται στο έπακρο τους χώρους και τις συμπτώσεις, προσφέροντας μια σφιχτοδεμένη και καλογραμμένη κωμωδία καταστάσεων που παραμένει απολαυστική και εξαιρετικά διασκεδαστική 65 χρόνια μετά την πρώτη προβολή της.

 

 

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v