Στο Μαρντίν η Μεσοποταμία ζει και βασιλεύει
Πέτρινα καλντερίμια, αρχαίες πόλεις, ιστορικά μοναστήρια και παζάρια που ευωδιάζουν αρώματα μπαχαρικών. Μεσοποταμία έχεις πάει;
Πέτρινα καλντερίμια, αρχαίες πόλεις, ιστορικά μοναστήρια και παζάρια που ευωδιάζουν αρώματα μπαχαρικών. Μεσοποταμία έχεις πάει;
Πολύ περισσότερο από τόπος, η Μεσοποταμία είναι μύθος. Θρύλος. Σημείο μηδέν της ανθρώπινης ιστορίας. Το εξωτικό της όνομα από μόνο του γεννά συνειρμούς επικών αφηγήσεων, ιερών κειμένων, και τόπων μυθικών, σκεπασμένων από την αχλή του χρόνου και των θρύλων του.
Παρόλα αυτά, η Μεσοποταμία υπάρχει. Όχι (μόνο) σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, ούτε σαν σκιά του αρχαίου εαυτού της: Σαν τόπος που ζει και αναπνέει, μιλώντας διαλέκτους των αρχαίων αραμαϊκών, λειτουργώντας χιλιόχρονα μοναστήρια, και χρησιμοποιώντας τεχνικές παραδοσιακές για να κατασκευάσει τα πάντα, από κοσμήματα μέχρι σαπούνια.
Ένα από τα καλύτερα –και ασφαλέστερα αυτή τη στιγμή– μέρη για να τη δεις, ή για την ακρίβεια να τη ζήσεις, είναι μια πόλη που ακροβατεί μεταξύ ουρανού και γης, αμφιθεατρικά χτισμένη κάτω από το κάστρο της, που υψώνεται στα χίλια και βάλε μέτρα πάνω από τις πεδιάδες της Μεσοποταμίας. Το Μαρντίν, της Τουρκίας.

Το Μαρντίν το βρίσκεις στον χάρτη εδώ, στα νότια και ανατολικά της Τουρκίας, 20 χιλιόμετρα από τα σύνορα με τη Συρία. Μικρή (για τα δεδομένα της Τουρκίας) πόλη περίπου 130.000 κατοίκων, με ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων, χρωστά την εικόνα της όπως τη βλέπεις σήμερα στους Αρτουκίδες (*) κι αν δεν ξέρεις ποιοι είναι αυτοί μη νιώθεις άσχημα, λίγα πράγματα μας είπαν όλων μας για την Ιστορία της Ανατολής.
(*) Τουρκμενική δυναστεία που κυβέρνησε την Ανατολία τον 11ο και 12ο αιώνα, αμέσως πριν τους Σελτζούκους. Στα ελληνικά τους λέμε και Ορτοκίδες. Η αρχιτεκτονική τους δε μοιάζει με τίποτα, εξ ου και έχει δικό της όνομα, λέγεται αρτουκιδική και ξεχωρίζει εύκολα μεταξύ άλλων από τον πελεκητό ψαμμίτη που λαμπυρίζει λες κι έχει χρυσόσκονη στο φως του ηλιοβασιλέματος.

Οι πάντες πέρασαν από το Μαρντίν, Ασσύριοι, Άραβες, Σελτζούκοι, Μογγόλοι, Πέρσες και Οθωμανοί, προσθέτοντας κι από ένα κομματάκι στο παζλ ανθρώπων και πολιτισμών που είναι η πόλη σήμερα. Ταυτόχρονα, η περιοχή υπήρξε –και συνεχίζει να αποτελεί– σημαντικό κέντρο του συρορθόδοξου χριστιανισμού και της χαλδαϊκής καθολικής εκκλησίας, όπως μαρτυρούν μοναστήρια και εκκλησίες που συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι σήμερα.
Η πόλη σήμερα κατοικείται από Κούρδους, Άραβες, Ασσύριους, και την αραβόφωνη κοινότητα Μαχαλλαμί. Καταπώς μαντεύεις, είναι αυτό το μωσαϊκό λαών, γλωσσών και παραδόσεων που κάνει το Μαρντίν μοναδικά ενδιαφέρον και συναρπαστικά πλουραλιστικό στα πάντα, από την ατμόσφαιρα και την αρχιτεκτονική μέχρι την κουζίνα και τον παραδοσιακό κουρδικό καφέ του, που μοσχοβολά αμύγδαλο.
Το Μαρντίν το ανακαλύψαμε με αφορμή την φετινή Μπιενάλε του, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Skyground, Ουρανοέδαφος δηλαδή, που του ταιριάζει γάντι: Έτσι όπως είναι αμφιθεατρικά χτισμένο σε μια απότομη λοφοπλαγιά που υψώνεται πάνω από τις απέραντες πεδιάδες της Μεσοποταμίας, μοιάζει να πατά με το ένα πόδι στον ουρανό και με το άλλο στη γη, και να αντικρύζει τον πιο ανοιχτά ουρανένιο ορίζοντα που έχεις δει ποτέ σε πόλη.

Οι βόλτες εδώ ξεκινούν από το κεντρικό καλντερίμι, το μόνο από το οποίο χωρούν να περάσουν αυτοκίνητα, εξ ου και λέγεται όχι πολύ ευφάνταστα Οδός Ένα (δύο δεν υπάρχει) και διακλαδίζονται προς δύο λαβύρινθους από σοκάκια, τον επάνω που καταλήγει στο κάστρο (δεν είναι επισκέψιμο, εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από τον στρατό) και το κάτω, μεγάλο μέρος του οποίου καταλαμβάνει το παζάρι.

Καλντερίμια και πλακόστρωτα κάνουν και στις δύο περιπτώσεις ζιγκ ζαγκ ανάμεσα σε πετρόχτιστα κτίρια που έχουν το χρώμα του μελιού, παραδοσιακούς καφενέδες στα τραπεζάκια των οποίων ο κόσμος παίζει τάβλι, γαϊδουράκια που βοηθούν στη συγκομιδή των σκουπιδιών (κι έχουν συνταξιωδωτικό πλάνο καλύτερο από το δικό σου, στα πέντε χρόνια σταματούν να δουλεύουν, μένουν στους στάβλους όπου τα φροντίζουν εφ' όρου ζωής), αέρινες ταράτσες που συναγωνίζονται μεταξύ τους για το ποια απολαμβάνει την καλύτερη θέα στις πεδιάδες της Μεσοποταμίας, και τοξωτές καμάρες που φτιάχνουν τα θολωτά εκείνα δρομάκια που στη Μονεμβασιά τα λέμε δρομικά, κι εδώ τα λένε αμπάρα (και από τα οποία πήρε τον μαγικό της τίτλο η πρώτη μπιενάλε του Μαρντίν, Abbara Kadabra).

Αυθεντικά ανατολίτικο και μακριά από την τουριστοποίηση που έχεις συνηθίσει σε άλλα, αντίστοιχα παζάρια της Ανατολής, το παζάρι του Μαρντίν είναι ένα μέρος μαγικό, όπου πωλούνται τα πάντα, από τα χειροποίητα σαπούνια bıttım που φτιάχνονται από λάδι άγριου φιστικιού, και τα κοσμήματα telkari, με την περίτεχνη τοπική τέχνη του ασημένιου φιλιγκράν, μέχρι τα περίφημα –όσο και πεντανόστιμα– γαλάζια κουφέτα αμυγδάλου της πόλης, που λέγονται mavi badem şekeri και παίρνουν το χρώμα τους από τις φυσικές χρωστικές ενός δέντρου που λέγεται Lahor.

Μιλώντας για τα κουφετάκια, να κάνουμε εδώ μια παρένθεση για να αναφέρουμε ότι περπατώντας στο Μαρντίν, τόσο εντός όσο και εκτός παζαριού, θα προσέξεις κάποια στιγμή πως τρωγοπίνεις όλη την ώρα, από τα κεράσματα που πέφτουνε βροχή στους δρόμους έξω από τα μαγαζιά, καλώντας σε να δοκιμάσεις γλυκάκια, καφέ και ξηροκάρπια, χωρίς καμία υποχρέωση και κανένα τραβολόγημα για να αγοράσεις κάτι.
Στους πάγκους και στα μαγαζάκια θα δεις επίσης παντού τη Σαχμαράν, την κυρά των φιδιών της τοπικής μυθολογίας, μισή γυναίκα μισή φίδι, σύμβολο σοφίας, θεραπείας και προστασίας, ζωγραφισμένη σε κεραμικά, υφάσματα και φυλαχτά. Τέλειο σουβενίρ ή/ και δωράκι γίνεται και η λουλουδένια, ασσυριακή εκδοχή της γαλάζιας χάντρας που προστατεύει από το κακό μάτι, γιατί αν δεν πιστέψεις δοξασίες στην απόλυτη πατρίδα τους, τότε πού θα το κάνεις;

Αν και αξιοθέατο από μόνη της είναι ολόκληρη η παλιά πόλη του Μαρντίν, στις στάσεις που θα κάνεις στις ολοήμερες βόλτες σου περιλαμβάνονται το Ulu Cami, το Μεγάλο Τζαμί της πόλης, χτισμένο το 1199 και ένα από τα ωραιότερα δείγματα αρτουκιδικής αρχιτεκτονικής, η Kırklar Kilisesi, γνωστή και ως εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων ή Mor Behnam, που χρονολογείται από τον 6ο αιώνα, ο υπέροχος Zinciriye Medresesi, ο μεντρεσές του 1385 με τις δύο χαρακτηριστικές θολωτές στέγες και την υπέροχη θέα στην πεδιάδα, και ο Kasımiye Medresesi, λίγο έξω από το κέντρο, ένα από τα μεγαλύτερα και εντυπωσιακότερα κτίσματα του Μαρντίν, που ξεκίνησε στα χρόνια των Αρτουκιδών και ολοκληρώθηκε τον 15ο αιώνα.
Αξίζει επίσης να περάσεις από το Μουσείο του Μαρντίν, στεγασμένο σε έναν στρατώνα του ιππικού του 19ου αιώνα, από το ιστορικό ταχυδρομείο, που είναι από τα πιο φωτογενή πέτρινα κτίρια της παλιάς πόλης, από τη Mar Hirmiz, τη χαλδαϊκή εκκλησία του 397 μ.Χ., και από το Latifiye, τζαμί του 14ου αιώνα με την εμβληματική πέτρινη πύλη του.
Θέλεις και δύο ιστορίες που συμπυκνώνουν όλο το πνεύμα του Μαρντίν σε τέσσερις γραμμές; Στην πρόσφατη επίσκεψή μας στη χαλδαϊκή εκκλησία, ο φύλακας που μας μίλησε για την ιστορία της και τις λειτουργίες που εξακολουθούν να συγκεντρώνουν εδώ –όπως και στις υπόλοιπες 11 εκκλησίες της πόλης– τη χριστιανική κοινότητα, έφυγε το απόγευμα για να πάει να προσευχηθεί στο τζαμί. Κι όταν ο γιγάντιος μιναρές του ιστορικού Ουλού Τζαμί καταστράφηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, η τοπική παράδοση λέει πως στην επισκευή του έβαλε το χέρι του χριστιανός μάστορας της περιοχής.

Στα αξιοθέατα της ευρύτερης περιοχής που δεν πρέπει με τίποτα να χάσεις, πρώτη και καλύτερη η Δάρα, γύρω στα 30 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Μαρντίν: Πόλη αρχαία που κατέλαβε και οχύρωσε το 505 μ.Χ. ο βυζαντινός αυτοκράτορας Αναστάσιος –εξ ου και στα ελληνικά την συναντάς συχνά ως Αναστασιούπολη– το τελευταίο σύνορο ανάμεσα σε δυο αυτοκρατορίες μεγάλες και τρανές, τη Βυζαντινή και την Περσική, είναι σήμερα ένας συναρπαστικός αρχαιολογικός χώρος, με τη νεκρόπολη και τους αρχαίους ναούς της, και ένα γιγάντιο υπόγειο δίκτυο υδραγωγείων, καναλιών και δεξαμενών λαξευμένων στους βράχους της Μεσοποταμίας.

Δεύτερη στάση το μοναστήρι Deyrulzafaran, 10 χιλιόμετρα έξω από το Μαρντίν: Χτισμένο τον 5ο αιώνα μ.Χ. επάνω στα ερείπια αρχαίου ναού του Ήλιου, ο οποίος λατρευόταν εδώ από το 2000 π.Χ., το μοναστήρι που υπήρξε ως το 1932 η έδρα του Συρορθόδοξου Πατριαρχείου (αυτού που τώρα βρίσκεται στη Δαμασκό) είναι σήμερα πρωτίστως αξιοθέατο, εξακολουθεί όμως και να λειτουργεί σε μεγάλες γιορτές της ορθοδοξίας, όπως ο Δεκαπενταύγουστος.

Λίγο πιο μακριά, κοντά στην επίσης όμορφη πόλη του Midyat (που αξίζει μια απογευματινή περιήγηση αν έχεις χρόνο), το μοναστήρι Mor Gabriel είναι ακόμα παλαιότερο: Ιδρύθηκε το 397 μ.Χ. και θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα εν λειτουργία συριακά ορθόδοξα μοναστήρια στον κόσμο.
Με πτήσεις της Turkish Airlines, με ενδιάμεσο σταθμό στην Κωνσταντινούπολη, σε τιμές που ξεκινούν από 318€ πήγαινε-έλα. Συνολικά, οι δύο πτήσεις είναι ένα τρίωρο: Μία ώρα το Αθήνα-Κωνσταντινούπολη, και δύο το Κωνσταντινούπολη-Μαρντίν.
Ξενοδοχεία και δωμάτια για κάθε γούστο και μπάτζετ θα βρεις στην παλιά πόλη του Μαρντίν. Εμείς μείναμε και συστήνουμε ανεπιφύλακτα το ιστορικό Kaya Ninova Hotel, με την συγκλονιστική του θέα στις πεδιάδες της Μεσοποταμίας και το παραδοσιακό πρωινό που σερβίρεται στην φανταστική ταράτσα του (223€ το δίκλινο).
Για κάτι πιο low budget, καλές επιλογές είναι τα Kasrı Hatun Konağı (66€ το δίκλινο), Maran House Mardin (83€) και Marinut Konağı (67€).

Όπως σε όλη την Τουρκία, έτσι και στο Μαρντίν, η κουζίνα είναι συναρπαστική, εξωτικά οικεία για τους ελληνικούς μας ουρανίσκους. Στις σπεσιαλιτέ της πόλης ξεχωρίζει πρώτα απ’ όλα το haşu, πιλάφι με κρέας (κατά κανόνα αρνί), αμύγδαλα και μπαχάρια, που σερβίρεται είτε μόνο του είτε ως γέμιση στο kaburga dolması, που είναι αρνίσια ή πρόβεια πλευρά γεμιστά με το συγκεκριμένο ρύζι.
Μετά, έχουμε το sembusek, την τοπική κρεατόπιτα, και το içli köfte του Μαρντίν: Γεμιστοί κεφτέδες με πλιγούρι και κιμά, γνωστοί ως ikbebet όταν είναι βραστοί και ως irok όταν είναι τηγανητοί. Και τέλος, το Mardin kebabı, το τοπικό κεμπάπ της πόλης, που ψήνεται σε λεπτές σούβλες στα κάρβουνα και σερβίρεται με λεπτές πιτούλες lavaş, ψητή ντομάτα, πιπεριά και κρεμμύδι. Τα συνοδεύεις όλα με τα περίφημα, ιστορικά κρασιά της Μεσοποταμίας και εκτιμάς τη ζωή από την αρχή.
Στις sos διευθύνσεις για να τα δοκιμάσεις όλα αυτά, μαζί με τα γνωστά μικρά πιατάκια-ορεκτικά που είναι από τους βασικούς λόγους για τους οποίους αγαπάμε την τούρκικη κουζίνα, σημείωσε το Lummi με την φανταστική ταράτσα του, το Cercis Murat Konağı που στήνει συχνά και γλέντια με ζωντανή μουσική, το Lolee και το σούπερ ατμοσφαιρικό Arura, στην ταράτσα του ομώνυμου ξενοδοχείου.
Μιλώντας για ταράτσες, αξίζει οπωσδήποτε να πιάσεις τραπεζάκι με φανταστική θέα στις πεδιάδες της Μεσοποταμίας στο αιωνόβιο Καφενείο των Μαραγκών για καφέ, και στο Sinek για ποτάκια, κοκτέιλ και μεσοποτάμια κρασιά.