Τι ακριβώς είναι το gentrification, και τι εννοούμε όταν μιλάμε για υπερτουρισμό;

Gentrification εδώ, υπερτουρισμός παραπέρα… Τι ακριβώς σημαίνουν οι δημοφιλέστεροι όροι των ημερών, και γιατί υπερτουρισμός δεν είναι απλά το να έχουμε πολλούς τουρίστες;

Τι ακριβώς είναι το gentrification, και τι εννοούμε όταν μιλάμε για υπερτουρισμό;

Πόσοι τουρίστες είναι πολλοί τουρίστες; Αν η Σαντορίνη είχε πτώση της τάξης του 10% το 2025 σε σχέση με το 2024, αυτό σημαίνει ότι έπαψε να έχει υπερτουρισμό; Και τι είναι τέλος πάντων αυτό το gentrification που ακούς παντού ότι μαστίζει την Αθήνα; Όλες σου οι απορίες εδώ, απαντημένες.

Gentrification, τι είναι;

Το να απευθύνεται μια γειτονιά, πόλη ή περιοχή πρωτίστως στους επισκέπτες της και δευτερευόντως (ή και καθόλου) στους κατοίκους της. Στα ελληνικά το λέμε εξευγενισμό, αν και ο όρος έχει κάτι ύπουλα χαριτωμένο, σαν να μιλάμε για ανακαινίσεις σπιτιών και όχι για ολόκληρες γειτονιές που γίνονται οικονομικά αφιλόξενες για τους κατοίκους τους.

Κλασικά παραδείγματα gentrification αποτελούν τα μπραντσάδικα/ μπιστρό/ μπουτίκ ξενοδοχεία που ξεφυτρώνουν τελευταία ωσάν τα μανιτάρια στα Εξάρχεια, στο Μεταξουργείο, στο Κουκάκι, στου Ψυρρή ή στο Παγκράτι. Βέβαια, εξευγενισμός δεν είναι το μπραντσάδικο από μόνο του, ούτε το ωραίο καφέ που άνοιξε στη γωνία και κάνει τίμιο flat white. Αυτά είναι τα συμπτώματα. Η ασθένεια είναι η άνοδος των τιμών που ακολουθεί.

Όταν τα ενοίκια ανεβαίνουν, όταν τα μικρά μαγαζιά δεν αντέχουν τα νέα μισθώματα, όταν τα διαμερίσματα φεύγουν από τη μακροχρόνια μίσθωση για να γίνουν Airbnb, όταν οι κάτοικοι αρχίζουν να μετακομίζουν επειδή «δεν βγαίνει άλλο», τότε μιλάμε για gentrification. Δεν είναι δηλαδή απλώς ότι μια γειτονιά «ομόρφυνε» ή απέκτησε ζωή. Είναι ότι η νέα αυτή ζωή κοστίζει τόσο, που αποκλείει τους ανθρώπους που ζούσαν ως τώρα εκεί.

Στην Αθήνα, η διαδικασία αυτή συνδέθηκε τα τελευταία χρόνια με πολλά διαφορετικά πράγματα: την έκρηξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων, την τουριστικοποίηση του κέντρου, την επενδυτική αγορά ακινήτων, τη Golden Visa, αλλά και τη γενικότερη ανακάλυψη της πόλης ως «cool ευρωπαϊκού προορισμού».

Και κάπως έτσι, ένα διαμέρισμα που κάποτε νοικιαζόταν σε φοιτητή, ζευγάρι ή εργαζόμενο, αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως επενδυτικό προϊόν. Η πολυκατοικία δεν είναι πια απλά μια πολυκατοικία, είναι asset. Το ισόγειο μαγαζί δεν είναι πια το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, είναι concept store. Και η γειτονιά δεν είναι πια γειτονιά, είναι «area with great potential», που ακούγεται ωραίο μέχρι να καταλάβεις ότι αυτό το potential δεν αφορά εσένα.

Δηλαδή το gentrification είναι πάντα κακό;

Όχι ακριβώς. Οι πόλεις αλλάζουν, και ευτυχώς αλλάζουν. Ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο που ανακαινίζεται, ένας σκοτεινός δρόμος που αποκτά κίνηση, ένα παλιό μαγαζί που ξανανοίγει, ένας δημόσιος χώρος που ζωντανεύει, όλα αυτά μπορούν να είναι καλά νέα.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν η αλλαγή δεν γίνεται για τους κατοίκους, αλλά πάνω από τα κεφάλια τους. Όταν η αναβάθμιση μιας περιοχής σημαίνει ότι όσοι την κράτησαν ζωντανή στα δύσκολα δεν μπορούν πια να πληρώνουν για να μένουν εκεί. Όταν η «ζωντάνια» μεταφράζεται αποκλειστικά σε μπαρ, τουριστικά διαμερίσματα και βαλίτσες με ροδάκια να αντηχούν στις τρεις τα ξημερώματα. Όταν η γειτονιά αποκτά τα πάντα εκτός από φούρνο, μανάβικο, σχολείο και ανθρώπους που λένε καλημέρα χωρίς να ψάχνουν κωδικό για το check-in τους.

Από πόσοι τουρίστες και πάνω είναι υπερτουρισμός;

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού ορίζει τον υπερτουρισμό ως την κατάσταση κατά την οποία ο τουρισμός σε έναν προορισμό, ή σε τμήμα του, υποβαθμίζει υπερβολικά την ποιότητα ζωής των κατοίκων ή/και την εμπειρία των ίδιων των επισκεπτών.

Δεν είναι, δηλαδή, τόσο θέμα απόλυτων αριθμών, με την έννοια π.χ. ότι μια χώρα δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων «σηκώνει» ας πούμε τριάντα εκατομμύρια τουρίστες. Ο υπερτουρισμός δεν μετριέται μόνο με το πόσα κεφάλια πέρασαν από ένα αεροδρόμιο, αλλά (κυρίως) από το αν ο προορισμός αντέχει αυτούς τους ανθρώπους χωρίς να διαλύεται η καθημερινότητα των κατοίκων, το περιβάλλον, οι υποδομές και τελικά, επειδή η ζωή έχει χιούμορ και είναι γεμάτη τραγικές ειρωνείες, ακόμα και η εμπειρία των επισκεπτών.

Γι’ αυτό και μπορεί ένας προορισμός να έχει υπερτουρισμό ακόμα κι αν, μια χρονιά, οι αφίξεις του πέσουν. Αν η Σαντορίνη, ας πούμε, είχε μείωση επισκεπτών το 2025 σε σχέση με το 2024, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έπαψε να υποφέρει από υπερτουρισμό. Σημαίνει απλώς ότι ήρθαν λιγότεροι άνθρωποι από την προηγούμενη χρονιά. Το ερώτημα είναι άλλο: Άντεξαν οι δρόμοι, το νερό, τα απορρίμματα, τα σπίτια, οι εργαζόμενοι, οι κάτοικοι, το τοπίο;

Με απλά λόγια: υπερτουρισμός δεν είναι το να έχουμε πολλούς τουρίστες. Είναι ο τουρισμός να έχει γίνει τόσος, τέτοιος και τόσο άνισα κατανεμημένος, που ο τόπος να δουλεύει για αυτόν και όχι με αυτόν.

Και πώς συνδέεται ο υπερτουρισμός με το gentrification;

Σαν δυο ξαδέρφια που δεν μοιάζουν απολύτως, αλλά έχουν το ίδιο ύποπτο βλέμμα στο οικογενειακό τραπέζι. Το gentrification αφορά κυρίως την αλλαγή της κοινωνικής και οικονομικής σύνθεσης μιας περιοχής: ποιος μπορεί να μείνει, ποιος μπορεί να ανοίξει μαγαζί, ποιος χωράει πια στη γειτονιά. Ο υπερτουρισμός αφορά την πίεση που ασκεί ο τουρισμός σε έναν τόπο: στους δρόμους, στα σπίτια, στις υπηρεσίες, στο περιβάλλον, στην καθημερινότητα.

Στην πράξη, όμως, συχνά μπλέκονται. Όταν μια περιοχή γίνεται πολύ δημοφιλής στους επισκέπτες, τα ακίνητα αποκτούν μεγαλύτερη επενδυτική αξία. Όταν τα ακίνητα αποκτούν μεγαλύτερη επενδυτική αξία, ανεβαίνουν οι τιμές. Όταν ανεβαίνουν οι τιμές, δυσκολεύονται να μείνουν οι κάτοικοι. Όταν φεύγουν οι κάτοικοι, η περιοχή γίνεται όλο και περισσότερο σκηνικό για περαστικούς. Και όταν γίνει σκηνικό, αρχίζει να μοιάζει με τον εαυτό της μόνο στις καρτ ποστάλ.

Αυτό το βλέπουμε σε πολλά τουριστικά κέντρα, αλλά και σε πόλεις όπως η Αθήνα. Το Κουκάκι δεν άλλαξε επειδή άνοιξαν τρία ωραία μαγαζιά. Άλλαξε επειδή βρέθηκε δίπλα στην Ακρόπολη την εποχή που το Airbnb έγινε ρήμα, επένδυση και μικρό οικιακό πεπρωμένο. Τα Εξάρχεια δεν αλλάζουν μόνο επειδή ανοίγουν ξενοδοχεία. Αλλάζουν επειδή μαζί με τα ξενοδοχεία έρχονται άλλες τιμές, άλλες χρήσεις, άλλες προσδοκίες, και συχνά μια άλλη ιδέα για το ποιος «ταιριάζει» να κυκλοφορεί εκεί.

Άρα το Airbnb φταίει για όλα;

Ωραία θα ήταν να έχουμε έναν μόνο κακό στην όλη υπόθεση, αλλά όχι. Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις είναι σημαντικό κομμάτι του παζλ, αλλά δεν είναι το μοναδικό. Φταίνε και η έλλειψη στεγαστικής πολιτικής, και οι μισθοί μας που παραμένουν θλιβερά χαμηλοί, και η αντιμετώπιση της κατοικίας ως επένδυσης πριν από οτιδήποτε άλλο, και η άρνηση του κρατικού μηχανισμού να βάλει όρια στην αγορά.

Και κάπως έτσι, εσύ ο ταλαίπωρος ενοικιαστής με το μηνιάτικο των 950€ έχεις να ανταγωνιστείς τουρίστες που παίρνουν τα τριπλάσια για μισθό και επενδυτές που τόσα δίνουν χαρτζιλίκι στο παιδί τους για να βγει βράδυ Σαββάτου στο Τελ Αβίβ. Καλή τύχη, σα να λέμε, και να μας γράφεις από την Παλλήνη.

Μα δεν ζει η Ελλάδα από τον τουρισμό;

Δύο πράγματα εδώ: Αφενός, όσο και αν μας έχουν πιπιλίσει το μυαλό με τα βαριά βιομηχανία και βαριά βιομηχανία, ο τουρισμός δεν είναι βιομηχανία, και καμία χώρα δεν πλούτισε ποτέ στην παγκόσμια ιστορία από αυτόν. Ωστόσο ναι, γεγονός είναι ότι πολύς κόσμος στην Ελλάδα ζει από τον τουρισμό: Εργαζόμενοι, μικρές επιχειρήσεις, εστιατόρια, ξενοδοχεία, μεταφορές, τοπικές οικονομίες ολόκληρες.

Το θέμα δεν είναι να γράψουμε στους τοίχους tourists go home, γιατί αυτό είναι και άδικο και αφελές –πρώτον δεν θα πάνε, δεύτερον το πρόβλημα είναι συστημικό, η ατομική ευθύνη είναι ένας ακόμα μύθος.

Το θέμα είναι τι τουρισμό θέλουμε, πού, πότε, με ποιους όρους και για ποιον. Δεν χρειάζεται ο τουρισμός να εξαφανίζει την καθημερινή ζωή για να υπάρξει. Ίσα ίσα, αυτή είναι συνήθως που τον κάνει ελκυστικό. Οι άνθρωποι δεν ταξιδεύουν για να δουν μια πόλη που μοιάζει με εμπορικό κέντρο κι έχει και κάτι αρχαία κάπου στο βάθος. Ταξιδεύουν, θεωρητικά τουλάχιστον, για να δουν έναν τόπο που ζει και αναπνέει, με έναν τρόπο λίγο ή πολύ διαφορετικό από τον δικό του.

Και τι μπορεί να γίνει;

Δεν υπάρχει μαγική λύση, δυστυχώς, αν υπήρχε θα την είχαμε βάλει σε tote bag και θα την πουλούσαμε στο Μοναστηράκι. Υπάρχουν όμως πολιτικές που μπορούν να βάλουν φρένο στην ανεξέλεγκτη τουριστικοποίηση και στο gentrification.

Μπορούν να μπουν όρια στις βραχυχρόνιες μισθώσεις ανά περιοχή, να προστατευτεί η μακροχρόνια κατοικία, να δοθούν κίνητρα για να μένουν οι άνθρωποι στις γειτονιές τους, να ελεγχθεί η υπερσυγκέντρωση ξενοδοχείων και τουριστικών χρήσεων, να στηριχτούν τα μικρά τοπικά μαγαζιά, να υπάρξουν κανόνες για την κρουαζιέρα, τις υποδομές, το νερό, τα απορρίμματα, τη φέρουσα ικανότητα κάθε τόπου. Ωραία λέξη αυτή, «φέρουσα ικανότητα»: σημαίνει πόσο αντέχει ένας τόπος πριν αρχίσει να τρίζει σαν παλιό κρεβάτι σε Airbnb με 4,9 αστέρια.

Κυρίως, όμως, χρειάζεται να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την πόλη και τα νησιά σαν προϊόντα προς αξιοποίηση μέχρι τελευταίας πέτρας. Η Αθήνα δεν είναι city break για μπουχτισμένους από τον κακό τους τον καιρό βορειοευρωπαίους. Η Σαντορίνη δεν είναι το ηλιοβασίλεμά της. Τα Εξάρχεια δεν είναι επενδυτική ευκαιρία. Είναι τόποι όπου ζουν, εργάζονται, μεγαλώνουν, γερνούν, βαριούνται, ερωτεύονται, αγοράζουν ψωμί και κατεβάζουν τα σκουπίδια τους άνθρωποι.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v