Τι έγινε ρε παιδιά και ξαφνικά κάνουν 14€ τα κοκτέιλ;

Κλείσαν’ τα στενά του Ορμούζ και ξεμείναμε από Falernum και bitters; Ή βρήκαμε παπά να θάψουμε πέντε-έξι; Πώς φτάσαμε να πληρώνουμε 14€ για ένα ρημάδι κοκτέιλ;

Τι έγινε ρε παιδιά και ξαφνικά κάνουν 14€ τα κοκτέιλ;

Αν είσαι κι εσύ από τους ανθρώπους που παρατηρούν τον κόσμο γύρω τους στα μπαρ της Αθήνας, έχεις κατά πάσα πιθανότητα δει ματάκια να γουρλώνουν στο άνοιγμα των καταλόγων –ειδικά στα καινούρια μπαρ που ανοίγουν αξιώνοντας τον τίτλο του «νέου χοτ σποτ της Αθήνας» αλλά και σε πολλά από τα παλιά και αγαπημένα, των οποίων η μαχαιριά πονάει διπλά.

Γιατί, από εκεί που μέχρι πρότινος ακριβό θεωρούταν ένα κοκτέιλ των 10€, πλέον είναι κανόνας η μισή και βάλε λίστα των signature να τιμάται στα 14€. Κι αυτό όχι επειδή απολαμβάνεις καμιά φαντασμαγορική θέα, σ’ έπιασε τρέλα και πήγες να τα πιείς στην ταράτσα κανενός 5άστερου ξενοδοχείου, ή έκαναν τίποτα εξεζητημένα υλικά όλη τη διαδρομή από τη Μαδαγασκάρη για να βρεθούν στο ποτήρι σου. Όχι. Αυτό που πίνεις είναι τζιν-πράσινο μήλο-βερίκοκο-σόδα, κι αυτό που βλέπεις μπροστά σου είναι ένα τυπικό αθηναϊκό πεζοδρόμιο. Αυτό κάνει 14€.

Και δε λέμε, να κατανοήσουμε τα πάντα. Και το αυξημένο κόστος λειτουργίας του κάθε μαγαζιού, και το ρεύμα που έχουμε φτάσει να το πληρώνουμε για χρυσάφι, και τον κάθε πόλεμο που κατηγορείται για πάσα νόσο, και την τέχνη του κάθε mixologist που ελπίζουμε –αν και αμφιβάλλουμε– να πληρώθηκε όσο έπρεπε για την δημιουργία της λίστας, και τον κόσμο που δουλεύει για να φτάσει αυτό το ρημάδι το κοκτέιλ στο τραπέζι μας, και πρέπει επίσης εμ να πληρωθεί εμ να ασφαλιστεί και στην Εργάνη (*).

(*) Κάποιος σοφός δήλωσε πρόσφατα ότι όλες οι αυξήσεις των τιμών που βλέπεις τα τελευταία χρόνια σε όλη την εστίαση εξηγούνται από το γεγονός ότι πριν από αυτές όλος ο κλάδος δούλευε μαύρα. Δεν θα το αμφισβητήσουμε.

Αλλά να σου πούμε και κάτι; Και πάλι, τα μαθηματικά δεν βγαίνουν. Δεδομένου ότι οι μισθοί –έστω, οι μεικτοί– είναι καθηλωμένοι εκεί που είναι, καμία νομιμοφροσύνη δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυξήσεις της τάξης του 55% μέσα σε δύο χρόνια.

Το ερώτημα, βέβαια, του ενός εκατομμυρίου ευρώ είναι ποιος τελικά μπορεί να υποστηρίξει τέτοιες τιμές στις βραδινές εξόδους του; Κι εδώ η απάντηση είναι σύνθετη, αλλά για να την πιάσουμε από κάπου θα ξεκινήσουμε από εκεί που ξεκινούν όλες οι σχετικές συζητήσεις τα τελευταία χρόνια: Το gentrification, ελληνιστί εξευγενισμός, η πρακτική να μην απευθύνονται οι επιχειρήσεις μιας πόλης πρωτίστως στους κατοίκους της, αλλά στους επισκέπτες της. Οι οποίοι επισκέπτες έχουν σαφώς σημαντικότερη αγοραστική δύναμη από τους κατοίκους του πολύπαθου αθηναϊκού κέντρου, καθότι αμείβονται με μισθούς κατ’ ελάχιστον τριπλάσιους.

Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό: Είναι και η επίπλαστη μεν, περιρρέουσα δε ατμόσφαιρα ευμάρειας που πλανάται πάνω από αυτή την ταλαίπωρη πόλη (αφού να, δείτε, έχουμε τουρισμό, σκίσαμε τα μνημόνια, πουλάμε γκόλντεν βίζες, έξω στις αγορές πάμε καλά, τι θέλετε πια και γκρινιάζετε) δημιουργώντας στους ανθρώπους της αυτό που η νέα γενιά περιγράφει εύγλωττα ως FOMO. Fear of missing out, το άγχος ότι κάτι χάνεις, δεν μπορεί να ανοίγει καινούριο μαγαζί, να κάνουν όλοι ουρές απέξω κι εσύ να μην μπορείς να πας, τι θα πει δεν μπορείς, ιδέα σου λογικά θα είναι, κάτι θα κάνεις λάθος, πώς γίνεται όλοι οι άλλοι να μπορούνε δηλαδή;

Και κάπως έτσι, κάθεσαι όχι-πολύ-αναπαυτικά στη ντιζάιν καρεκλίτσα σου, ανοίγεις τον κατάλογο και γουρλώνεις το μάτι βλέποντας τα κοκτέιλ των 14€. Αλλά δε βαριέσαι, στο κάτω κάτω βρήκες και κάθισες, δεν είναι λίγο, ας πάρεις μια μπύρα.

Από 7€ ξεκινάνε.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v