Σε έχει απογοητεύσει κι εσένα η φετινή θεατρική σαιζόν;

Κάπου ανάμεσα στο άγχος να προλάβουμε τα απανωτά sold out και την παραζάλη των εκατοντάδων επιλογών, αναζητείται η θεατρική έκσταση. Ο ευρών αμειφθήσεται.

Σε έχει απογοητεύσει κι εσένα η φετινή θεατρική σαιζόν;

Θα το πούμε εξαρχής, για να μην παρεξηγηθούμε: Έχουμε δει καλές παραστάσεις φέτος. Είναι μονοψήφιος ο αριθμός τους, σε σύνολο πολλαπλάσιων, όπως φαντάζεσαι, θεατρικών εξόδων, αλλά πάντως έχουμε δει. Δεν είναι οι καλές παραστάσεις που λείπουν γενικώς από τον χάρτη των αθηναϊκών πραγμάτων. Είναι η συνολική απογειωτική εμπειρία, εκείνη η αίσθηση ότι βγαίνεις συχνά από το θέατρο εκστασιασμένος/η, ανυπομονώντας να αναλύσεις την κάθε παραμικρή λεπτομέρεια της παράστασης που μόλις είδες, να στείλεις μεταμεσονύχτιο μήνυμα σε όποιον αγαπάς να μην τη χάσει, να τη σκέφτεσαι το επόμενο πρωί που θα ξυπνήσεις.

Πού πήγε η θεατρική μαγεία;

Αφενός, όπως και στην πραγματική ζωή, έτσι και στο θέατρο, προφανώς και δεν γίνεται να σε συγκλονίζει η κάθε μέρα –αν συνέβαινε αυτό, θα καταλήγαμε όλοι ημιπαράφρονες. Γεγονός επίσης είναι πως όσο περισσότερο θέατρο βλέπεις, τόσο δυσκολότερα συγκλονίζεσαι. Κι εδώ κάπου εντοπίζουμε την αρχή της ρίζας του προβλήματος: Με περισσότερες από χίλιες παραστάσεις να ανεβαίνουν κάθε χρόνο στην Αθήνα, και με τη δημόσια θεατροσυζήτηση να κυριαρχεί σε κοινωνικά και παραδοσιακά μέσα, όλοι μας βλέπουμε πολύ, πάρα πολύ περισσότερο θέατρο απ’ ό,τι, ας πούμε, πριν από μια πενταετία. Κι αυτό έχει σίγουρα τα θετικά του. Έχει, όμως, και τα αρνητικά του.

Πες στο sold out, ακόμα το ψάχνω

Ίσως το πιο πολυαναλυμένο θεατρικό φαινόμενο των τελευταίων χρόνων, η εξάντληση των εισιτηρίων μιας παράστασης άμα τη ανακοινώσει της, επιφέρει την αντίστοιχη εξάντληση του ταλαίπωρου θεατή, που στήνεται μπροστά σε οθόνες με αντίστροφη μέτρηση, φτιάχνει σχεδιαγράμματα και εξελόφυλλα που θα ζήλευε λογιστής, και κλείνει τα θεατρικά του εισιτήρια λες και είναι αεροπορικά, για δύο και τρεις και τέσσερις μήνες αργότερα. Το πρόβλημα με αυτή την νεόκοπη, σουρεαλιστική πρακτική είναι διττό: Από τη μία το άγχος να προλάβεις να βρεις εισιτήριο σε κάνει να βλέπεις την όλη διαδικασία με ελαφρά έως δριμύτατη τσαντίλα (αναλόγως τι χαρακτήρας είσαι), από την άλλη το hype που δημιουργείται σε βάζει να σκέφτεσαι πως, για να θέλουν τόσοι πολλοί άνθρωποι να τη δουν, δεν μπορεί, η παράσταση θα είναι σπουδαία. Κι αυτό μας φέρνει στο επόμενο μεγάλο πρόβλημα…

…Οι προσδοκίες είναι πάντα κακός σύμβουλος

Κάπως σαν την πενταήμερη, ή τα μεγάλα πρωτοχρονιάτικα πάρτι, ό,τι φορτώνεται με δυσανάλογες προσδοκίες, σπανίως καταφέρνει να ανταποκριθεί σε αυτές. Και είναι λογικό: Πηγαίνοντας σε μια παράσταση που την περιμένεις μήνες, που την έχεις χιλιοσυζητήσει (έστω, ακούσει να συζητιέται) πριν καν τη δεις, που την έχεις πλάσει στο μυαλό σου με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο, δεν περιμένεις απλά να δεις μια καλή παράσταση. Περιμένεις κάτι μεγαλύτερο από τη ζωή, που λένε και στα εξωτερικά. Κι αυτό, δεν θέλουμε να σε στεναχωρήσουμε, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα συμβεί περισσότερες από 10-20 φορές σε όλη τη θεατρική ζωή σου. Οπότε, πολλές φορές, δεν είναι πως η παράσταση δεν ήταν καλή –φταίει πως την περίμενες πολύ παραπάνω από καλή.

Και τώρα που τα είπαμε όλα αυτά…

Να πούμε επίσης και την άλλη μεγάλη αλήθεια, ότι πέρα από τα sold out, τις ντικενσιανές προσδοκίες και την υπερπροσφορά που κάνει ενίοτε την αναζήτηση των σπουδαίων παραστάσεων να θυμίζει ψύλλους και άχυρα, υπάρχουν απλά και χρονιές χωρίς μεγάλα θεατρικά θαύματα, χωρίς λιβαθινικές Ιλιάδες ή μπινιαρικές Φάρμες των Ζώων. Υπάρχουν ήσυχες θεατρικές σαιζόν, με παραστάσεις καλές και λιγότερο καλές, που πιθανότατα δεν θα τις θυμάσαι σε μια δεκαετία. Ίσως τέτοια να είναι η σαιζόν που διανύουμε, και γι’ αυτό να ψυχανεμίζεσαι μια διάχυτη απομάγευση στις δημόσιες θεατροσυζητήσεις. Ίσως πάλι να κάνει την έκπληξη τους μήνες που έρχονται. Στο κάτω κάτω, είμαστε ακόμα στα μισά. Και πάντα υπάρχει περιθώριο για εκπλήξεις.

Μπείτε στη συζήτηση

σχόλια

v