Θεραπευτική άσκηση: Όταν η κίνηση γίνεται ιατρική συνταγή
Ακούς «θεραπευτική άσκηση» και σου έρχονται στο μυαλό λάστιχα, ήπιες διατάσεις και κάτι … βαρετό; Δεν είσαι ο μόνος. Ήρθε η στιγμή όμως να μάθεις.
Ακούς «θεραπευτική άσκηση» και σου έρχονται στο μυαλό λάστιχα, ήπιες διατάσεις και κάτι … βαρετό; Δεν είσαι ο μόνος. Ήρθε η στιγμή όμως να μάθεις.
Υπάρχει μια διαχρονική παρεξήγηση γύρω από τον όρο «θεραπευτική άσκηση». Πολλοί θα σκεφτούν κάποιον που κουνάει νωχελικά ένα λάστιχο ή κάνει ήπιες διατάσεις, σε μια κάπως βαρετή διαδικασία που θυμίζει την «ήσυχη» εκδοχή της γυμναστικής.
Στην πραγματικότητα, δεν είναι θέμα έντασης, αλλά θέμα στόχου. Δεν μας αφορά μόνο το πόσο ιδρώνεις τη φανέλα, αλλά το ποιες βιολογικές διεργασίες ενεργοποιείς. Αυτό που ρυθμίζεις, λοιπόν, μπορεί να είναι η αρτηριακή σου πίεση, η γλυκαιμική σου απόκριση ή ακόμα και η ικανότητα του εγκεφάλου σου να κάνει «restart» μέσω της νευροπλαστικότητας.
Η σύγχρονη αθλητιατρική δεν αντιμετωπίζει πλέον την άσκηση ως γενική σύσταση τύπου «να κινείσαι περισσότερο». Οι κατευθυντήριες οδηγίες του Αμερικανικού Κολλεγίου Αθλητιατρικής (ACSM) περιγράφουν συγκεκριμένη δοσολογία: συχνότητα, ένταση, διάρκεια, είδος και προοδευτικότητα. Όχι επειδή πάσχουμε από κάποια εμμονή με τα πρωτόκολλα, αλλά επειδή το σώμα μας είναι ο πιο αυστηρός κριτής: κάτω από ένα όριο το ερέθισμα δεν αρκεί, ενώ πάνω από ένα άλλο μπορεί να είναι επιβαρυντικό. Το σώμα δεν ανταποκρίνεται στην καλή πρόθεση. Ανταποκρίνεται στο ερέθισμα.
Οι καρδιαγγειακές παθήσεις και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 αποτελούν σήμερα τις κύριες αιτίες νοσηρότητας παγκοσμίως. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει αναγνωρίσει τη σωματική αδράνεια ως ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνισή τους. Αυτό σημαίνει κάτι απλό: δεν είναι απλώς «καλό να γυμνάζεσαι». Είναι επικίνδυνο να μην γυμνάζεσαι. Η άσκηση, επομένως, δεν αποτελεί μια συμπληρωματική επιλογή, αλλά τον κεντρικό πυλώνα της θεραπείας. Αν ήταν φάρμακο, θα ήταν αυτό με τη μεγαλύτερη επίδραση στη φυσιολογία μας.
Η συστηματική άσκηση βελτιώνει τη λειτουργία των αγγείων και τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, αυξάνει την καρδιοαναπνευστική ικανότητα, που είναι ένας από τους ισχυρότερους προγνωστικούς δείκτες επιβίωσης και ενισχύει την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Παράλληλα, μειώνει τους δείκτες χρόνιας φλεγμονής που βρίσκονται στον πυρήνα πολλών μεταβολικών διαταραχών.
Η προπόνηση με αντιστάσεις αυξάνει τη μυϊκή μάζα και ο σκελετικός μυς, όπως ξέρουμε, λειτουργεί ως βασικός ρυθμιστής του μεταβολισμού. Επίσης, η αερόβια δραστηριότητα βελτιώνει την ικανότητα του οργανισμού να χρησιμοποιεί οξυγόνο και ενέργεια αποτελεσματικά. Δεν μιλάμε για «κάψιμο θερμίδων». Μιλάμε για μεταβολική και αγγειακή ρύθμιση.

Στα χρόνια αναπνευστικά νοσήματα, η δομημένη άσκηση αποτελεί βασικό στοιχείο αποκατάστασης. Σύμφωνα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, η συστηματική αερόβια δραστηριότητα μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργική ικανότητα, βοηθώντας τους μύες να χρησιμοποιούν το οξυγόνο πιο αποτελεσματικά. Η άσκηση δεν αναιρεί φυσικά την υποκείμενη πάθηση, αλλά βελτιστοποιεί την αποδοτικότητα του συστήματος και συνεπώς την ποιότητα ζωής.
Η σχέση άσκησης και εγκεφάλου δεν περιορίζεται πλέον στη «βελτίωση της διάθεσης». Ο εγκέφαλός μας δε χρειάζεται απλώς ενδορφίνες, χρειάζεται δομικές αλλαγές για να παραμείνει λειτουργικός. Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η συστηματική αερόβια δραστηριότητα αυξάνει την παραγωγή νευροτροφικών παραγόντων που σχετίζονται με τη νευροπλαστικότητα και τη συναπτική λειτουργία.
Στη νόσο Alzheimer ,για παράδειγμα, μελέτες έχουν δείξει ότι τακτική μέτριας έντασης άσκηση μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της γνωστικής λειτουργίας και στη βελτίωση της εκτελεστικής ικανότητας στα πρώιμα στάδια. Δεν αποτελεί θεραπεία με την αυστηρή έννοια, όμως επηρεάζει μηχανισμούς που σχετίζονται με την εξέλιξη της νόσου.
Με απλά λόγια: ο εγκέφαλος, όπως και ο μυς, προσαρμόζεται στο ερέθισμα.
Σε νευρολογικές καταστάσεις όπως η νόσος Parkinson ή μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, η επαναλαμβανόμενη και στοχευμένη κινητική εξάσκηση αξιοποιεί την ικανότητα του νευρικού συστήματος να αναδιοργανώνεται. Η κίνηση, λοιπόν, δε θεωρείται απλώς δραστηριότητα, αλλά ερέθισμα αναπροσαρμογής.
Στις μυοσκελετικές παθήσεις, η θεραπευτική άσκηση αποτελεί βασική γραμμή αντιμετώπισης. Η οδηγία «ξεκουράσου και θα περάσει» δεν έχει καμία εφαρμογή και συχνά μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση των συμπτωμάτων.
Σε χρόνιο οσφυαλγικό πόνο, η προοδευτική φόρτιση και η επανεκπαίδευση κινητικού ελέγχου μπορούν να μειώσουν την ευαισθητοποίηση και να αποκαταστήσουν τη λειτουργικότητα. Στην οστεοαρθρίτιδα, η ενδυνάμωση μειώνει το μηχανικό φορτίο στις αρθρώσεις, ενώ σε τενοντοπάθειες, η κατάλληλη επιβάρυνση προάγει αναδιοργάνωση των ιστών. Εδώ η παρέμβαση είναι ορατή πιο άμεσα. Ο πόνος μειώνεται και η ποιότητα της κίνησης βελτιώνεται.
Η γυμναστική μπορεί να στοχεύει στην απόδοση ή στην αισθητική. Η θεραπευτική άσκηση όμως, στοχεύει στη ρύθμιση, στη μείωση του κινδύνου και στη διατήρηση της λειτουργικότητας. Σε μια εποχή όπου οι χρόνιες παθήσεις αυξάνονται και η σωματική αδράνεια παραμένει ο πιο σιωπηλός παράγοντας κινδύνου, η κίνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως γενική παρότρυνση του τύπου «να κινείσαι περισσότερο». Χρειάζεται αξιολόγηση, σχεδιασμό και συγκεκριμένο στόχο. Χρειάζεται πρόθεση.
Συχνά αναζητούμε την πολυπόθητη «βιολογική ρύθμιση» σε περίπλοκα και ακριβά σκευάσματα, ενώ η πιο ισχυρή παρέμβαση βρίσκεται ήδη κλειδωμένη μέσα στη φυσιολογία μας. Η θεραπευτική άσκηση είναι ο τρόπος να την ενεργοποιήσουμε με το σωστό πρωτόκολλο, επενδύοντας σήμερα για να διατηρήσουμε το δικαίωμα στη λειτουργικότητα αύριο.
Γιατί, σε τελική ανάλυση, η κίνηση δεν είναι απλώς μια ιατρική συνταγή, αλλά προϋπόθεση της αυτονομίας μας.