Είναι Πλύφα ή Πλυφά; Ο πιο εναλλακτικός χώρος της Αθήνας μας συστήνεται
Μια παλιά βιομηχανία στον Βοτανικό στεγάζει εδώ και λίγα χρόνια τον πιο ατμοσφαιρικό χώρο πολιτισμού της Αθήνας. Ζητήσαμε από τους εμπνευστές του να μας πουν την ιστορία τους.
Μια παλιά βιομηχανία στον Βοτανικό στεγάζει εδώ και λίγα χρόνια τον πιο ατμοσφαιρικό χώρο πολιτισμού της Αθήνας. Ζητήσαμε από τους εμπνευστές του να μας πουν την ιστορία τους.
Μια πιο κουλ, πιο ακατέργαστη, πιο χειροποίητη εκδοχή της Πειραιώς 260. Αυτό σκέφτηκα την πρώτη φορά που πέρασα τη βαριά μεταλλική πόρτα για να βρεθώ στην ονειρικά ημιφωτισμένη αυλή του ΠΛΥΦΑ. Πέντε χρόνια αργότερα, εξακολουθώ να μην έχω καλύτερη περιγραφή για αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο χώρο, στον οποίο συντελούνται κάθε βράδυ μικρά θεατρικά (και μουσικά, και εν γένει καλλιτεχνικά) θαύματα.
«Μπαίνεις εδώ και ησυχάζεις σιγά σιγά, ώστε μετά να είσαι έτοιμος για την τελετουργία της όποιας τέχνης θα συναντήσεις» μου λέει η Ζωή Λάγγη, αρχιτεκτόνισσα και συνδημιουργός του ΠΛΥΦΑ, όταν της σχολιάζω την αριστουργηματική δουλειά που έχουν κάνει με τον φωτισμό –τον χαμηλότερο μάλλον αυτή τη στιγμή στην Αθήνα. Αυτό είναι το δεύτερο πράγμα που λέμε. Το πρώτο ήταν η αιώνια απορία μου, αν είναι Πλύφα ή Πλυφά. Πλύφα είναι. Πάει το στοίχημα που είχα βάλει.

Τρεις ζωές έχει ζήσει ετούτο εδώ το συγκρότημα κτιρίων. Η πρώτη ήταν τα ιστορικά Πλεκτήρια Υφαντήρια Αθηνών, εξ ου και τα αρχικά του. Όταν η βιομηχανία έκλεισε, κάποια από τα εντυπωσιακά της κτίρια νοικιάστηκαν σε μικρές βιοτεχνίες, οι οποίες όμως βρίσκονταν στη δύση τους, όπως και η εν Αθήναις βιοτεχνία γενικότερα. Χρόνο με τον χρόνο κατέρρεαν, μαζί με τον χώρο, τον οποίο βρήκε σε ερειπιώδη κατάσταση ο εικαστικός Αλέξανδρος Τζάννης σε μια από τις βόλτες του στη γειτονιά. Εκείνος ήταν που ήρθε σε επαφή με τον εγγονό του ιδρυτή της βιομηχανίας και σημερινό ιδιοκτήτη του χώρου, νοίκιασε και έστησε εδώ το εργαστήριό του, κάνοντας έτσι την αρχή για ό,τι θα ακολουθούσε.

Αυτό που ακολούθησε ήταν… η τρίτη ζωή του Πλύφα, όπως το ξέρεις σήμερα. Η Ζωή Λάγγη με τον σύντροφό της, Μάνο Βορδοναράκη, designer και κατασκευαστή, βρήκαν το μέρος που αναζητούσαν για να φτιάξουν, όπως εύστοχα μου το περιγράφουν η ίδια και η συνεργάτης της, Έλενα Μπούρα, μια tabula rasa, έναν κενό χώρο όπου θα μπορέσει να αναπτυχθεί όλη αυτή η ανάγκη για έκφραση που υπάρχει παντού γύρω μας. Κι έτσι το Πλύφα άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του ως χώρος καλλιτεχνικής δημιουργίας και έκφρασης τον Οκτώβριο του 2019. Δεν καταλαμβάνει ολόκληρο το συγκρότημα κτιρίων: Συνυπάρχει με αρχιτεκτονικά γραφεία, μηχανουργεία, και αποθήκες μικρών βιοτεχνιών, φτιάχνοντας ένα ιδιότυπο οικοσύστημα, σαν γειτονιά μέσα στη γειτονιά.

Αναμφίβολα το πιο εντυπωσιακό γνώρισμα του χώρου είναι η μεγαλειώδης αρχιτεκτονική του, σπάνιο δείγμα βιομηχανικής ιστορίας που ζωντανεύει και αναδεικνύεται αντί να ξεχνιέται και να μαραζώνει στη μικρή μας πολιτεία. Τόσο η Ζωή όσο και ο Μάνος, στον οποίο ανήκει η μελέτη και η εφαρμογή της, είναι άνθρωποι με βαθιά αγάπη για τη βιομηχανική αρχαιολογία. Η ίδια, μάλιστα, έχει δουλέψει επί χρόνια στις αναστηλώσεις του Υπουργείου Πολιτισμού. «Είμαι της διατήρησης γενικά άνθρωπος» σχολιάζει χαμογελώντας, καθώς μου εξηγεί ότι η παρέμβασή τους στον χώρο ήταν μεν σημαντική (καθώς χρειάστηκε να αλλαχτούν στέγες, να φτιαχτούν πατώματα, μπάνια, καμαρίνια, όλα αυτά που δεν υπήρχαν) παραμένει όμως ταυτόχρονα και πολύ διακριτική.
«Προφανώς δεν θέλαμε να αλλάξει μορφή το πράγμα» συμπληρώνει καθώς παρατηρώ το γυμνό μπετόν στο δάπεδο, τις εμφανείς μεταλλικές σωληνώσεις στους τοίχους, τους αναλογικούς μετρητές επάνω στα φθαρμένα ξύλινα κιβώτια του μικρού σαλονιού στο οποίο καθόμαστε, και σκέφτομαι ότι το αποτέλεσμα τους δικαιώνει απόλυτα.

Μπορεί σήμερα να το έχεις συνδεδεμένο στο μυαλό σου με μερικές από τις πιο επιτυχημένες παραστάσεις της πόλης, όπως το θρυλικό Συνέδριο για το Ιράν, ωστόσο το Πλύφα φιλοξενεί εκδηλώσεις τόσο ετερόκλητες μεταξύ τους, όσο τα drag καλλιστεία, το Αγοραφοβικό Φεστιβάλ, το συνέδριο Decolonize Europe και το λογοτεχνικό φεστιβάλ που διοργανώνουν οι Εκδόσεις των Συναδέλφων. Επίσης, πολλές ενδιαφέρουσες διαλέξεις, συναυλίες, παραστάσεις χορού και άλλα πολλά κι ωραία. Όπως μάλιστα εξηγεί η Ζωή, το αρχικό τους σχέδιο περιλάμβανε περισσότερο μουσική και χορό, και δευτερευόντως θέατρο. «Το θέατρο ωστόσο επικράτησε τελικά, επειδή επικρατεί γενικά» σημειώνει.
Τη ρωτάω πώς διαλέγουν τις παραστάσεις και εκδηλώσεις που θα φιλοξενήσουν, και με εκπλήσσει απαντώντας πως στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, αυτές έρχονται και τους βρίσκουν. «Έρχονται οι άνθρωποι που θεωρούν ότι ταιριάζουν εδώ. Πολύ σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που έχουμε θεωρήσει ακατάλληλη μια πρόταση που έχει έρθει. Η αλήθεια είναι ότι μας βρίσκουν πολύ ωραίοι άνθρωποι».

Από εκεί, βέβαια, η συζήτησή μας πηγαίνει μοιραία στο ζήτημα που απασχολεί όλο τον καλλιτεχνικό (και όχι μόνο) κόσμο της Αθήνας, που δεν είναι άλλο από το οικονομικό. «Δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να επιβιώσει ένας άνθρωπος που θέλει αυτή να είναι η δουλειά του και δεν έχει από αλλού εισοδήματα» μου λέει η Ζωή. «Πραγματικά δεν βγαίνει. Αν δεν είχαμε και οι δύο τις δουλειές μας δεν θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε με τον χώρο αυτό εύκολα. Και σκέψου ότι το ενοίκιό μας είναι χαμηλό».

Ό,τι έχει γίνει εδώ είναι με πολλή προσωπική δουλειά και εξίσου προσωπικά έξοδα, χωρίς καθόλου επιδοτήσεις ή χορηγούς, από μια μικρή ομάδα έξι πολύ παθιασμένων ανθρώπων που έχουν πιστέψει ολόψυχα στην ιδέα. Είναι κι αυτή μιας μορφής τέχνη, σκέφτομαι φεύγοντας κι αφήνοντας τον Φώτη, τον πορτοκαλί γάτο που λαγοκοιμόταν στα πόδια μου σε όλη τη διάρκεια της συνέντευξης να γουργουρίζει ευτυχής στον καναπέ. Ίσως η πιο σημαντική τέχνη που (κατ)έχουμε.