Είδαμε Μεγάλη Χίμαιρα κι έχουμε πράγματα να πούμε
Η σειρά που σπάει τα κοντέρ της ΕΡΤ είναι το αγαπημένο θέμα συζήτησης του ελληνικού ίντερνετ τις τελευταίες μέρες. Θα λείπαμε εμείς από τον χορό;
Η σειρά που σπάει τα κοντέρ της ΕΡΤ είναι το αγαπημένο θέμα συζήτησης του ελληνικού ίντερνετ τις τελευταίες μέρες. Θα λείπαμε εμείς από τον χορό;
Το ένα ρεκόρ μετά το άλλο καταρρίπτει –μάλλον αναμενόμενα θα έλεγε κανείς– η Μεγάλη Χίμαιρα, η νέα μεγαλεπήβολη διεθνής συμπαραγωγή της ΕΡΤ, με τα δύο πρώτα επεισόδια να ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο προβολές στο Ertflix, μέσα στην πρώτη εβδομάδα από την πρεμιέρα τους, την 1η Ιανουαρίου.
Εξίσου αναμενόμενα, ο ιντερνετικός λαός έχει χωριστεί (πάλι) σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, εκείνους που τη λατρεύουν κι αυτούς που την απορρίπτουν μετά βδελυγμίας, επιδιδόμενοι φανατικά σε αυτό που ο δημοφιλής ξενικός όρος περιγράφει εύγλωττα ως hate watch –το να βλέπεις κάτι όχι για να το ευχαριστηθείς, αλλά για να το κράξεις. Δεν είναι καινούριο, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Σκέψου ας πούμε πόσοι συνάνθρωποί μας κάνουν hate watch τη Eurovision.
Η αλήθεια είναι, όπως πάντα, κάπου στη μέση. Όχι όμως με την έννοια της μέτριας σειράς, αλλά με εκείνη της σειράς που μιλά διαφορετικά σε διαφορετικούς ανθρώπους. Το αν θα σου αρέσει ή όχι, εξαρτάται πολύ από την σχέση σου με τον Καραγάτση και το έργο του, τις ανοχές σου στις καλλιτεχνικές ελευθερίες του είδους εκείνου που ακουμπά στα όρια της ιεροσυλίας, και τα επίπεδα λυρικότητας που είσαι διατεθειμένος/η να δεχτείς. Θα ξεκινήσουμε από αυτό το τελευταίο, οπότε μοιραία πρώτα…
Το μείζον προσωπικό μας θέμα με την μετεμψύχωση της Χίμαιρας σε σειρά (το οποίο θέμα, ας πούμε, στην θρυλική παράσταση του Δημήτρη Τάρλοου δεν υπήρχε, κι αν μας ρωτάς ούτε στο βιβλίο θεωρούμε πως υπάρχει) είναι η βαρύγδουπη λυρικότητα με την οποία προσεγγίζει την ιστορία της. Οι σκηνές στις οποίες βλέπουμε την θάλασσα να λαμπυρίζει ακούγοντας τους χαμηλόφωνα επικούς μονολόγους της Μαρίνας είναι κουραστικές ήδη από την δεύτερη επανάληψή τους –στην τέταρτη πια γίνονται αστείες.
Οι δύο πρωταγωνιστές, η Ελληνοϊταλίδα Φωτεινή Πελούζο που υποδύεται τη Μαρίνα, και ο Ανδρέας Κωνσταντίνου στον ρόλο του Γιάννη, έχουν μεταξύ τους εμφανή χημεία, η οποία σώζει τις κοινές τους σκηνές από την διάχυτη αμηχανία που επικρατεί στις (περισσότερες) άλλες, που μοιάζουν στη συντριπτική τους πλειοψηφία βεβιασμένες και άνευ συναισθήματος –το οποίο όχι, λυπούμαστε αλλά, δεν αναπληρώνεται από την χαμηλόφωνη εκφορά κάθε βαρυσήμαντης ατάκας.
Το άλλο μεγάλο ζήτημα είναι, για πολύ κόσμο, η μετατροπή της Μαρίνας Μπαρέ από Γαλλίδα σε Ιταλίδα, για λόγους (συμ)παραγωγής, γεγονός που αλλάζει μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της και μοιραία της κεντρικής ιδέας που είναι βασισμένη επάνω της. Δεν θα επιμείνουμε, όμως, εδώ, γιατί δεν θεωρούμε πως είναι αυτό το βασικότερο πρόβλημα της σειράς.
Παρά την μέχρι στιγμής (*) αποτυχία της να πιάσει το πνεύμα του Καραγάτση, η σειρά έχει σίγουρα και καλά στοιχεία, τα οποία δεν εξαντλούνται στις μακράν καλύτερες σκηνές σεξ που έχει δει ποτέ η ελληνική τηλεόραση. Ο τρόπος, ας πούμε, με τον οποίο το φως αιχμαλωτίζεται από την κάμερα και αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή πολλών σκηνών είναι εντυπωσιακός, τόσο οπτικά όσο και συμβολικά. Η φωτογραφία, εν γένει, είναι υποδειγματική, το ίδιο και οι μουσικές που ντύνουν την σειρά. Το αν (σου) φτάνουν αυτά, θα σε αφήσουμε να το αποφασίσεις μόνος/η σου… και να μας το απαντήσεις παρακάτω.
(*) Και λέμε μέχρι στιγμής γιατί, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, έχουν προβληθεί τα πρώτα τρία από τα συνολικά έξι ωριαία επεισόδια της μίνι σειράς. Ως γενικά συγκρατημένα αισιόδοξοι άνθρωποι, επιφυλασσόμαστε. Λίγο.
Δημιουργός Δημοσκόπησης - παρέχεται από Riddle